Γιατί το Saturation των Urge Overkill ίσως είναι το πιο παρεξηγημένο άλμπουμ της γενιάς του... (του Vincent Blackshadow από το Transverso)

 

Το Saturation των Urge Overkill ίσως είναι το πιο ευρέως παρεξηγημένο άλμπουμ της γενιάς του. Τα σχόλια στο διαδίκτυο ήταν γεμάτα κακόβουλους υπαινιγμούς («ροκ των σταδίων από καπάτσους ποστ-πάνκηδες» ή «ένα τέλειο χαρμάνι arena ροκ και power ποπ με πολλή έπαρση»), οι κριτικοί του Σικάγο το έθαψαν κι αυτοί (ο Steve Albini το αποκάλεσε «ροκ για πανεπιστημιακές αδελφότητες» στην απάντησή του στον Bill Wyman, ο οποίος το συμπεριέλαβε σε μια λίστα με τα δέκα καλύτερα άλμπουμ του 1993, ενώ ο Jim DeRogatis τις παρομοίασε τον δίσκο με το Weekend Warriors του Ted Nugent). Γενικά, οι πάντες απέρριψαν τον δίσκο ως… Redd Kross. Υποθέτω ότι αν αυτοί οι ροκάδες του καναπέ ακούνε μόνο τα τριάντα πρώτα δευτερόλεπτα από το πρώτο τραγούδι όλων των άλμπουμ στα οποία κάνουν κριτική, τότε έχουν πέσει μέσα σ’ αυτή την περίπτωση.

(original source: άρθρο του Vincent Blackshadow για το Transverso. Μετάφραση: Πάνος Τομαράς) 

Πριν ασχοληθούμε με τη μεγαλοφυή μουσική του Saturation, νιώθω υποχρεωμένος να εκθέσω συνοπτικά την αισθητική των Urge Overkill, η οποία, ύστερα από τριάντα χρόνια ύπαρξης του γκρουπ, έχει συσκοτιστεί από τη θολούρα της δεκαετίας του ’90. Πλέον, όμως, η θολούρα καθαρίζει και είναι πιο εύκολο να επισημάνει κανείς το μικροσκοπικό αλλά σημαντικό βελούδινο διαμαντάκι που άφησαν κληρονομιά στη ροκ ιστορία οι Urge Overkill. Θα πω το εξής: οι Urge Overkill είχαν την πιο πανκ προσέγγιση από κάθε άλλο συγκρότημα την εποχή μετά το Nevermind.

Σας φαίνεται απίστευτο; Δεν με εκπλήσσει. Οι ρίζες του πανκ-ροκ βρίσκονται στην αντισυμβατικότητα. Όχι στις πολιτικές απόψεις, ούτε στο εφηβικό άγχος, ούτε στη χαοτική, ή ακόμα και συστηματική, κατεδάφιση των διαφόρων κατεστημένων. Είναι η άρνηση να κάνεις αυτό που κάνουν όλοι. Οι Ramones, οι Sex Pistols, οι Clash, οι Buzzcocks… έχυσαν αίμα για να φτιάξουν αυτή τη μουσική όχι για να γίνουν δημοφιλείς, ούτε καν μινιμαλιστές, αλλά για να κάνουν κωλοδάχτυλο στους Journey και τους Led Zeppelin. Ο δρόμος που ακολούθησαν ήταν ο μινιμαλισμός και, εντάξει, ως αποτέλεσμα έγιναν δημοφιλείς. Αλλά το κίνητρό τους ήταν πάντα η αντισυμβατικότητα. 

«Δεν είναι ανάγκη όλα να είναι ίδια…»

Πάμε δεκαπέντε χρόνια μπροστά, όταν το είδος που γεννήθηκε από το πανκ λέγεται πλέον «εναλλακτικό ροκ» και τα μεγαλύτερα συγκροτήματα είναι επιτηδευμένα αξύριστα, φορούν φαρδιά πουκάμισα και σκισμένα τζιν. Τραγουδούν για την απογοήτευσή τους με οτιδήποτε – τη μουσική βιομηχανία, το αντίθετο φύλο, το σταριλίκι, τη θνητότητά τους. Γενικά, μάλλον για ρηχά πράγματα, αν και κάποιοι κάνουν φοβερή μουσική.

Για να το θέσω με όρους που ακόμα και οι μουσικά πλανημένοι όμοιοί μου θα καταλάβουν, υπάρχουν οι διάφοροι Cobain, Vedder, Cornell και Corgan… και υπάρχει κι ο Nash F. Kato, ο συγκυβερνήτης των Urge Overkill, που τραγουδά σαν τροβαδούρος, φοράει γυαλιά ηλίου, πίνει μαρτίνι και παίζει με Ibanez Iceman. Αν οι Nirvana και οι Pearl Jam ήταν «σύγχρονο ροκ», τότε οι Urge ήταν «μεταμοντέρνοι». Αποκλειστικά από αισθητική άποψη, ύψωναν το μεσαίο τους δάχτυλο (στο οποίο φορούσαν δαχτυλίδι) σ’ εκείνους που έκαναν κωλοδάχτυλο σε μεγαθήρια όπως οι Poison και η Ticketmaster. Οι κριτικοί, αντί να τους ξεγράψουν χαρακτηρίζοντάς τους «αναβιωτές που θα ταίριαζαν στο Λας Βέγκας», θα ’πρεπε να τους είχαν θεωρήσει τους πιο ψαγμένους των ψαγμένων, φορείς μιας πανκ αντίληψης που οι όποιοι Billy Joe Armstrong δεν θα τολμούσαν να εκφράσουν ποτέ. 

«Δεσ’ το απ’ την πλευρά μου…»

Ωστόσο, οι κριτικοί επικεντρώθηκαν στην εμφανώς ειρωνική διάθεση των Urge. Δεν εννοώ ότι θα έπρεπε να είχαν πάρει υπερβολικά σοβαρά το συγκρότημα. Όμως, οι διάφοροι DeRogatis και Wyman απέτυχαν να αντιληφθούν και να χαιρετίσουν την διασκεδαστική πλευρά του συγκροτήματος, που είχε καίρια θέση στη μουσική τους. Και ακόμα χειρότερα, η ευρύτερη κοινότητα των κριτικών αρνήθηκε να θεωρήσει τη μουσική του Saturation ως ειλικρινές εναλλακτικό ροκ. 

Μετά απ’ όλα αυτά, τι ακριβώς είναι το Saturation;

Έχει μερικές κιθαριστικές φράσεις που θυμίζουν Stones, σίγουρα. Μετά, είναι κι εκείνο το μεσαίο σημείο που μοιάζει με Doobie Brothers στο “Erica Kane”. Και, εντάξει, δεν είναι άστοχο να χαρακτηρίσει κανείς το “Sister Havana” ποπ ύμνο – ένα τραγούδι που θα ’πρεπε να είχε γίνει ραδιοφωνική επιτυχία. Όμως, τα τραγούδια είναι επηρεασμένα από τους Cheap Trick όσο το “Smells Like Teen Spirit” είναι επηρεασμένο από τους Pixies, ή το “Outshined” είναι επηρεασμένο από τους Sabbath. «Είναι ρετρό», τονίζει ο DeRogatis. Τι;! Ακούστε το “Dropout” ή κάντε τον κόπο να βρείτε το κρυμμένο κομμάτι “Operation Kissinger”.

Αυτός ο δίσκος έχει δεκατρείς φορές περισσότερες ιδέες από το Ten ή το Siamese Dream. Η ατμόσφαιρα του Saturation οφείλει πολλά στην τότε σχετικά καινούργια πρακτική του παντρέματος ενός εναλλακτικού ροκ τρίο χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση με μια χιπ-χοπ ομάδα παραγωγής. Αυτοί που δίνουν την ταυτότητα στο άλμπουμ είναι ο Phil και ο Joe Nicolo, γνωστοί με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Butcher Bros. Τα σαμπλς στη δεύτερη πλευρά και οι ατέλειες που έχουν μείνει επίτηδες σε όλο το Saturation το βοηθούν να υπερβεί το στάτους του απλού «ροκ άλμπουμ» και να περάσει στην επικράτεια του «γουορχολιανού ποπ θεάματος», όπως το χαρακτήρισε κάποτε ο ντράμερ Blackie Onassis, ο οποίος έχει εγκαταλείψει την ενεργό δράση. Βασικά, είναι ένας αρτ-ροκ δίσκος, και είναι κρίμα το ότι ελάχιστοι το κατάλαβαν… 

Η ιστορία των Urge είναι γλυκόπικρη, αλλά κυρίως πικρή. Είναι θλιβερό να σκεφτεί κανείς έναν σκυθρωπό, αφυδατωμένο Nash Kato να γίνεται όλο και λιγότερο σέξι με κάθε χρόνο που περνά, καθώς το 1993 χάνεται στα βάθη της ιστορίας και το όνομα των Urge παραμένει ζωντανό μόνο μέσα από χλιαρές επανασυνδέσεις και τη νοσταλγία της Generation X για το παρελθόν της. Όμως, η στάση και η άψογη μουσική που υπάρχει σε αφθονία στο Saturation εξακολουθούν να είναι επίκαιρες σήμερα όπως όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Κι αν όχι, ε, τότε κρίμα. Παρ’ όλα αυτά, είναι καλύτερος δίσκος από το Weekend Warriors

 

Το Saturation κομμάτι-κομμάτι:

“Sister Havana”: Το καλύτερο τραγούδι του 1993 και ένα από τα πιο ωραία όλης της δεκαετίας. Από το γεμάτο μελωδίες ρεφρέν μέχρι το πέσιμο με το σιτάρ, που θυμίζει Pumpkins… σκοτώνει. 

“Tequila Sundae”: Ο βρόμικος ήχος των ενισχυτών Hiwatt και το βαρύ μπάσο-συνθεσάιζερ δίνουν στο κομμάτι μια δροσερή καλιφορνέζικη αίσθηση. Ωστόσο, είναι ένα από τα πιο αδύναμα του άλμπουμ. Πάντως, θα γινόταν ενδιαφέρουσα διασκευή από τον Beck. 

“Positive Bleeding”: Χαρακτηριστικό του ήχου των Urge. Η συγχορδία Μι που σκάει στη δεύτερη στροφή είναι το καθοριστικό στοιχείο του τραγουδιού. Όποιος πιστεύει ότι μοιάζει με ροκ του ’70 ή είναι μαλάκας ή ξέρει κάποια πολύ καλά ροκ συγκροτήματα του ’70 που εμείς δεν ξέρουμε.

“Back On Me”: Το αγαπημένο τραγούδι πολλών από το Saturation. Εμένα μου φαίνεται σαν μια πλαδαρή απομίμηση των Nirvana.

“Woman 2 Woman”: “Girl, what’s your sign? ‘Vaggitarius’ / But that’s not mine, so tell me you don’t want me no more”. Ένα ορμητικό κύμα ευθυμίας, μέσα από χαοτικά ρεφρέν και το σημείο με την ομιλία. Εξαιρετικό. 

“Bottle of Fur”: Το πιο σέξι κομμάτι του άλμπουμ, κι επίσης αυτό που θυμίζει περισσότερο γκλαμ-ροκ. Με καμπανούλες και πνευστά. Χάμπα-χάμπα.

“Crackbabies”: Φανταστικό γκαράζ-ροκ τραγούδι. Προσέξτε το στουντιακό ατύχημα του Katoτο και του King Roeser στο τέλος – αυθεντικό ή επιτηδευμένο, δεν έχει και πολύ σημασία.

“The Stalker”: Μια από τις πολλές εσωτερικές αναφορές, που απευθύνεται σε μια ομάδα νταήδων που τρομοκρατούσαν τους Urge στην πόλη τους, οι οποίοι απαθανατίζονται σ’ αυτό το βαρύ, χάρντκορ κομμάτι που θυμίζει το Bleach.

“Dropout”: Αυτό το τραγούδι είναι τελείως σαν να βγήκε από το Highway to Hell, αν το Highway to Hell είχε ραπ ρυθμούς της δεκαετίας του ’90, ηχητική ατμόσφαιρα τύπου Μπόλιγουντ και υπέροχους στίχους και μελωδίες από τον Onassis.

“Erica Kane”: Ένα ξέφρενο πανκ κομμάτι, επιθετικό και μελωδικό σε στυλ Husker Du, με μια χαλαρή γέφυρα που δημιουργεί αντίθεση και καταλήγει σε μια παλιομοδίοτικη επανάληψη του αρχικού θέματος και ένα μικρό απόσπασμα από το … σωστά μαντέψατε… Χαβάη 5-0!

“Night and Grey”: Η καλύτερη συνεισφορά του Κινγκ σε ένα άλμπουμ που φέρει περισσότερο τη σφραγίδα του Nash. Το τραγούδι αυτό ροκάρει, είναι πιασάρικο και θυμίζει πολύ δεκαετία ’90. Όπως σβήνει το κομμάτι, ακούγονται συζητήσεις πάνω από το μουσικό θέμα της τηλεοπτικής σειράς Mary Tyler Moore, το Love is all around…

“Heaven 90210”: Μια σαγηνευτική μπαλάντα τίγκα στη Stratocaster, που φαντάζεσαι να την ακούς στην άκρη μιας πισίνας στην Καλιφόρνια. Το τραγούδι αυτό θα μπορούσε να προέρχεται εξίσου άνετα από το 1971 όσο κι από το 2040, κανείς δεν θα καταλάβαινε τη διαφορά. 

[Κρυμμένο κομμάτι] “Operation Kissinger”: Το καλό πράγμα αργεί (πάνω από 20 λεπτά μετά το “90210”) να γίνει. Το εξτραδάκι αυτό προσθέτει άλλη μια γεύση στο περιεκτικό κοκτέιλ του δίσκου… η επιρροή των Butcher Bros. είναι εμφανής και το κομμάτι ταιριάζει απόλυτα με το εξώφυλλο του άλμπουμ.

 


image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

O Πάνος Τομαράς είναι μουσικός και μεταφραστής. Ως μπασίστας σήμερα κατοικοεδρεύει στους Swing Shoes, στους Happy Dof Project, στους Οι Χτισμένες των Θεμελίων και στους Βabi Bone, ενώ στο παρελθόν συμμετείχε στα θρυλικά πλέον συγκροτήματα των Honeydive, των Engine V και των Earthbound.
 
 
 
image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

O Πάνος Τομαράς είναι μουσικός και μεταφραστής. Ως μπασίστας σήμερα κατοικοεδρεύει στους Swing Shoes, στους Happy Dof Project, στους Οι Χτισμένες των Θεμελίων και στους Βabi Bone, ενώ στο παρελθόν συμμετείχε στα θρυλικά πλέον συγκροτήματα των Honeydive, των Engine V και των Earthbound.