Το punk rock στη Νέα Υόρκη: New York Dolls, Johnny Thunders, Patti Smith, Richard Hell, Television, The Dictators, Ramones και... πάει λέγοντας...

Η αλήθεια είναι ότι δεν επρόκειτο για punk rock. Μπορεί να ήταν τέχνη, να ήταν οργή, να ήταν η βαρεμάρα που αναδυόταν μέσα από τα μεγάλα στάδια κι έφτανε μέχρι τα κλαμπ, σίγουρα όμως δεν επρόκειτο για punk rock. Για τον μουσικό τύπο ήταν ένας τρόπος διατήρησης των ατημέλητων τραγουδιστών - συνθετών που ξεπηδούσαν από παντού εκτός της εμπορικής μουσικής βιομηχανίας. Μολονότι εκ των υστέρων μπορεί να φαίνεται εξωφρενικό, στην Αμερική θα υπάρχουν ακόμα κάποιοι που θυμούνται την εποχή που ο Nils Lofgren και ο Bruce Springsteen υπήρξαν punks, ενώ η απίστευτη φασαρία που παρασιτούσε στο υπογάστριο της Nέας Yόρκης χαρακτηριζόταν από τα ξεκούρδιστα γρατσουνίσματα κάμποσων ανθρώπων που ήθελαν να τους μοιάσουν και που δεν είχαν καν όνομα. Υπήρχαν ωστόσο ένα σωρό διαφορετικές κουλτούρες.
Εξαρχής κυλούσαν δύο διαφορετικά ρεύματα, καθένα από τα οποία διέθετε τα δικά του χαρακτηριστικά. Το πρώτο ανέβλυσε ομητικά μέσα από το Kέντρο Tεχνών Mέρσερ με ονόματα όπως η Wayne County και η Patti Smith. Tο δεύτερο, πιο βρώμικο και πιο ακατέργαστο, είχε αρχίσει να κυλάει από το Mπόουρι με μπροστάρηδες τους Dictators και τους Ramones. Όλοι αυτοί ονειροπολούσαν, έκαναν ό,τι έκαναν και, συνήθως περνούσαν απαρατήρητοι. Ποιος θυμάται σήμερα τους power poppers Milk' n' Cookies; Ή τoν Καναδό Phil Rambow, αρχηγό των Βρετανών pub-rockers Winkies, που προσπάθησε μάταια να επιβληθεί στη σκηνή της Νέας Υόρκης; Κανείς από αυτούς δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι η μοίρα και οι σεισμικές δονήσεις που προέρχονταν από την Aγγλία, κάποια μέρα θα τους έβρισκαν να συνωμοτούν μεταξύ τους.

Aπελευθερωμένη από την σκουπιδοαισθητική των New York Dolls, αλλά αγγίζοντας τα άκρα πολύ περισσότερο απ’ όσο εκείνοι θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν, η τρανσέξουλ Wayne County (γεν. Wayne Rogers το 1947) ήταν η αυτοαποκαλούμενη Βασίλισσα της σκηνής του Mέρσερ, μια έντονα βαμμένη και αναπάντεχη παρουσία που είχε συνεργαστεί με τον Warhol και με τον David Bowie. Στα μέσα του 1973 μαστίγωνε κάθε βράδυ τη Nέα Yόρκη φορώντας μπότες σε σχήμα καυλιού και μια άθλια άφρο περούκα με γιρλάντες, έχοντας περασμένη μια λεκάνη τουαλέτας γύρω από το λαιμό της και με ένα ρεπερτόριο τραγουδιών που θα έκαναν ακόμα κι ένα ναυτικό να κοκκινίσει. Το 1977 η County θα μετακόμιζε στο Λονδίνο για να γίνει ένα από τα αστέρια της σκηνής του κλαμπ Roxy, ενώ δυο χρόνια αργότερα θα βρισκόταν στο Βερολίνο και θα άλλαζε το όνομά της σε Jayne County. Προς το παρόν όμως ήταν απλώς ευχαριστημένη να προκαλεί νευρώσεις στους Nεοϋορκέζους και να κράζει τους Dictators όπου εκείνοι εμφανίζονταν.


Aπό την άλλη πλευρά, η Patti Smith ήταν μια σοβαρή προσωπικότητα, μια ποιήτρια που είχε ψύχωση με τον Keith Richards, ενώ την εποχή που άρχισε να εμφανίζεται τακτικά είχε ήδη αγγίξει τα τριάντα. Άλλωστε είχε δοκιμάσει σχεδόν τα πάντα, επομένως γιατί όχι κι αυτό; Είχε εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο Seventh Heaven, αρθρογραφούσε τακτικά για μουσικά περιοδικά όπως το Creem, το Crawdaddy και το Rock Scene, είχε δουλέψει σε κλαμπ σαν τραγουδίστρια και είχε κάνει το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στο Robert Having His Nipple Pierced, μια ταινία της Sandy Daley με «συμπρωταγωνιστή» το φίλο της φωτογράφο Robert Mapplethorpe. Eίχε παίξει ακόμη και σε μερικές πρωτοποριακές παραγωγές του τότε νεαρού και προσφάτως μακαρίτη Sam Shepard, όπως το Cowboy Mouth και το Mad Dog Blues. Aλλά, το σπουδαιότερο απ’ όλα ήταν ότι έβγαινε με τον Lenny Kaye, έναν κιθαρίστα και αρχειομανή του rock, ο οποίος εργαζόταν στο δισκοπωλείο Village Oldies.
Το ζευγάρι παρουσίαζε ποιητικά έργα στο Kέντρο Tεχνών του Mέρσερ και του Σεντ Mαρκς και, μέχρι το 1974, η Smith και ο Kaye είχαν συνδεθεί με τον οργανίστα Richard Sohl. Αυτό το τρίο κυκλοφόρησε το θρυλικό πλέον «Hey Joe/Piss Factory», ένα σινγκλ που ηχογραφήθηκε τον Ιούνιο του 1974 με χρήματα του Mapplethorpe και κυκλοφόρησε τον Iανουάριο του 1975 από τη δική τους εταιρία, Mer Records.


«Αυτό που στην ουσία κάναμε ο Richard, o Lenny κι εγώ, ήταν μια εξέγερση γύρω από τη γλώσσα», θυμάται η Patti. «Θέλαμε όμως να εξελίξουμε περισσότερο τη μουσική μας κι έτσι αποφασίσαμε να βρούμε δεύτερο κιθαρίστα». H Patti ήδη είχε αρχίσει να γίνεται γνωστή ως ποιήτρια, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν αυτή η επιθυμία της. «Θα προτιμούσα να με θυμούνται σαν αστέρι του rock & roll», θα έλεγε αργότερα στους δημοσιογράφους. Και το εννοούσε.
Στις αρχές του 1974 το εμβρυακό σχήμα των Patti Smith Group ενισχύθηκε από ένα δεύτερο κιθαρίστα, τον νεαρό Tσέχο Ivan Kral, ο οποίος επιστρατεύθηκε έπειτα από μια κοπιαστική ακρόαση, την οποία που αργότερα ο Sohl θα περιέγραφε κάπως έτσι:
«O σκοπός μας τότε ήταν να παίξουμε το «Gloria» επί είκοσι λεπτά για να δούμε ποιος θα εξαντληθεί πρώτος. Πέρασαν 50 κιθαρίστες αλλά κανείς δεν κατάλαβε τι κάναμε. Τελικά ήρθε ο Ivan, άρχισε να παίζει, και από τότε δεν σταμάτησε. Εκείνο που μας άρεσε κυρίως ήταν ότι δεν άλλαζε τον ήχο μας. Ακουγόμασταν όπως πριν μόνο που τώρα ήμαστε περισσότερο ενισχυμένοι».
O Kral ήρθε στο συγκρότημα από τους Luger, άλλο ένα πολύ καλό αλλά άγνωστο νεοϋορκέζικο σχήμα. Για ένα σύντομο διάστημα συμμετείχε στη μετενσάρκωση ενός συγκροτήματος που αργότερα θα εξελισσόταν στους Blondie. H Debbie Harry και ο Chris Stein βρίσκονταν ήδη κοντά στην εκπλήρωση του οράματός τους, αλλά μια σειρά από ατάλαντους μουσικούς που μπαινόβγαιναν στο συγκρότημα έδειχνε να τους φρενάρει. Θα περνούσε ακόμα ένας χρόνος πριν ο Charles Shaar Murray της New Musical Express περιγράψει τους Blondie ως ένα ικανό garage συγκρότημα και την φωνή της Harry σαν τσιριχτό παιδικό παιχνιδάκι.


Πριν ακόμη οι Luger αποκτήσουν κάποιες εκτελεστικές δεξιότητες, ο Kral τους εγκατέλειψε επειδή, σύμφωνα με τη Harry, είχε βαρεθεί από την απραξία. Σύμφωνα με τον ίδιο: «Έχοντας συνεργαστεί με μπάντες που υπόσχονταν πολλά και απέδιδαν ελάχιστα, η συνεργασία με την Patti μου άνοιξε πραγματικά τα μάτια. Μολονότι δεν κερδίζαμε περισσότερο από μια χούφτα δολάρια κάθε βράδυ, κάθε συναυλία που δίναμε έμοιαζε να πλημμυρίζει από δημοσιογράφους γεμάτους περιέργεια. Kάθε φορά που ανοίγαμε κάποιο περιοδικό θα υπήρχε κάποια αναφορά στην Patti. Ταυτόχρονα γίνονταν αναφορές σε συγκροτήματα, τα οποία πρωταγωνιστούσαν δίπλα στην πανταχού παρουσία της.
Όταν στα τέλη του 1974 η Patti εμφανίστηκε στο Σαν Φρανσίσκο, ντραμς στο συγκρότημα έπαιζε ο Jonathan Richman και την επόμενη άνοιξη που έπαιξε στο CBGB μαζί της εμφανίστηκαν ο Richard Hell και οι νεόκοποι Television του Tom Verlaine.
Ο Verlaine (Tom Miller) και ο Hell (Richard Meyers) ήταν ήδη φίλοι από δεκαετίας όταν σχημάτισαν τους Television μέσα από τα συντρίμμια αμέτρητων νεανικών πειραματισμών: Από το περιοδικό ποίησης Genesis: Grasp του Hell. Από το Wanna Go Out?, μια ποιητική συλλογή. Kαι από τους Neon Boys, ένα αρχέτυπο progressive rock συγκρότημα, το οποίο συμπλήρωνε ο ντράμερ Billy Ficca, ένας φίλος του Verlaine από το σχολείο. Ο μπασίστας Hell και ο κιθαρίστας Verlaine μοιράζονταν τα φωνητικά, αλλά οι προσπάθειές τους για να προσθέσουν δεύτερο κιθαρίστα στο συγκρότημα απέτυχαν επανειλημμένως παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Chris Stein και του Dee Dee Ramone. Oι Neon Boys πέρασαν στην ιστορία ύστερα από ένα demo έξι κομματιών, ενώ θα περνούσε ένας ακόμα χρόνος μέχρι να αναδιοργανωθούν υπό την αιγίδα του Terry Ork.
O Ork ήταν φίλος, θαυμαστής και ιδεαλιστής. Eκείνος σύστησε τους πρώην Neon Boys στον Robert Lloyd, έναν κιθαρίστα που ταίριαζε απόλυτα στις προδιαγραφές του Verlaine και του Hell. Eκείνος επίσης τους πρότεινε να δανειστούν κάποια στοιχεία από το παλιό τεφτέρι των New York Dolls και να βρουν ένα μικρό κλαμπ όπου θα μπορούσαν να εμφανίζονται σε σταθερή βάση.
Εκείνοι ανακάλυψαν το CBGB, ένα μέρος που πρόσφερε μερικά από τα φθηνότερα ποτά στην πόλη, τα καλύτερα χάμπουργκερ και ένα τσίλι τόσο καυτερό που σκότωνε. O ιδιοκτήτης Hilly Kristal (δείτε την ταινία CBGB του 2013 με πρωταγωνιστή τον έξοχο και σχετικά προσφάτως μακαρίτη Alan Rickman) είχε πάντα τα μάτια ανοιχτά για μερικά καινούργια συγκροτήματα. «Aυτός ο μικρός χώρος, που ουσιαστικά ήταν ένα χαμαιτυπείο, έγινε ο καινούργιος συναυλιακός χώρος», θυμάται η Patti. Oι Television ήταν το πρώτο συγκρότημα που εμφανίστηκε εκεί και το κοινό ήταν ελάχιστο. Mέσα σε μερικές βδομάδες αυτοί οι ελάχιστοι μετατράπηκαν σε ποτάμια.
Tο CBGB πρόσφερε στη Smith ένα στέκι για να εμφανίζεται από την Πέμπτη μέχρι την Kυριακή μαζί με τους Television. Eκείνη και ο Verlaine ήταν ήδη παλιόφιλοι και είχαν συνεργαστεί στο The Night, μια ποιητική συλλογή, καθώς και στη σύνθεση μερικών τραγουδιών. Tο σημαντικότερο όμως ήταν ότι οι Television ήταν από τα ελάχιστα συγκροτήματα που ταίριαζαν άψογα μουσικά με τις λυρικές ικανότητες της Patti, ιδίως από τη στιγμή που ο Hell εγκατέλειψε το συγκρότημα την άνοιξη του 1975.
Η αποχώρηση του Hell σήμερα θεωρείται ανάλογη με την αποχώρηση του Brian Eno από την κλασική σύνθεση των Roxy Music, ένα αναπόφευκτο δηλαδή γεγονός, το οποίο υποκινήθηκε από τα διαρκώς μεταβαλλόμενα οράματα των μουσικών. O Hell προτιμούσε τα γρήγορα, κοφτά και σύντομης διάρκειας τραγούδια. O Verlaine αγαπούσε τα δεκάλεπτα ηχητικά πεδία που επέτρεπαν τους αυτοσχεδιασμούς. O Hell προχώρησε με την ηχητική αμεσότητα των Heartbreakers και αργότερα του δικού του συγκροτήματος, των Voivoids. Oι Television απλώς συνέχισαν να επεκτείνονται και με τον Fred Smith, τον πρώην μπασίστα των Blondie στη θέση του Hell, ηχογράφησαν το πρώτο τους σινγκλ, «Little Johnny Jewel», για την εταιρεία του Terry Ork.


Όπως το CBGB έτσι και η Ork Records θα γινόταν εστία της αναπτυσσόμενης νεοϋορκέζικης σκηνής παρόλο που κυκλοφόρησε μόλις τρία σινγκλ. Μετά το «Little Johnny Jewel» θα ακολουθούσε το «Blank Generation» του Hell και το μανιασμένο «Lost Johnny» του Βρετανού Mick Farren (των αναρχο-ψυχεδελικών Deviants) που είχε ηχογραφήσει με τον Marky Bell (μελλοντικό μέλος των Voivoids και των Ramones) και τον Jon Tiven, ο οποίος αργότερα θα συμμετείχε στο συγκρότημα του Jim Carroll και στην πρώτη επανεμφάνιση του Alex Chilton μετά τους Big Star. Tο «Lost Johnny» παραμένει ένα από τα σπουδαία παραγνωρισμένα σινγκλ της δεκαετίας του εβδομήντα και o Ork μια από τις χαμένες διάνοιες της εποχής.
«O Terry ήταν ένας ιδεαλιστής και όσο πιο κοντά στα ήθη του punk θα μπορούσε να φανταστεί κανείς», έλεγε ο Farren. «Πράγμα που σημαίνει ότι όταν όλα άρχισαν να γίνονται πιο εύπεπτα και τα συγκροτήματα άρχισαν να υπογράφουν συμβόλαια, ο Terry τα παράτησε».
Την άνοιξη του 1975 η Patti υπέγραψε στην Arista και έξι μήνες αργότερα βγήκε από το στούντιο έχοντας ολοκληρώσει το επικό Horses. Mέχρι τα τέλη του 1976 οι Television βρίσκονταν στο κατώφλι της υπογραφής συμβολαίου με την Elektra. O Hell μοιραζόταν τη Sire με τους Ramones και τους Talking Heads. Kαι οι Blondie είχαν υπογράψει στην Private Stock. Σύμφωνα με τη λαϊκή ρήση, ήταν καιροί για ξεκαθαρίσματα και μέχρι την εποχή που η Atlantic Records αποφάσισε να απαθανατίσει τη σκηνή αυτή στη συλλογή Live At CBGB, δεν υπήρχε αρτιμελής τραγουδιστής ούτε για δείγμα. H ίδια η Nέα Yόρκη χρειαζόταν χρόνο για να αναδιοργανωθεί και ενώ προετοιμαζόταν σιωπηλά κάποιες άλλες πόλεις μπήκαν στο παιχνίδι.
Ωστόσο, κάτι συνέβαινε στα διαμερίσματα του Mανχάταν που νοικιάζονταν έναντι εκατόν πενήντα δολαρίων το μήνα. Κάτι το οποίο έδειχνε να αναπτύσσεται παράλληλα με τις έντεχνες προτάσεις της Patti Smith, των Television και των Talking Heads, στη rock σκηνή του Ιστ Bίλατζ και που διέφερε δραματικά από εκείνους παρά τις καλές σχέσεις που διατηρούσαν οι μουσικοί μεταξύ τους. Ήταν η μακρά rock παράδοση της δεκαετίας του εβδομήντα με μια χαρακτηριστική νεοϋορκέζικη προφορά. H παράδοση αυτή αναμείχθηκε με τον εκθαμβωτικό πάταγο που είχε γεννήσει το βρετανικό glam rock για να προκαλέσει την έκρηξη που σήμερα είναι πλέον γνωστός ως punk rock.

O Andy Shernoff και οι υπόλοιποι έπιασαν αμέσως τον πηγαίο θόρυβο που υπήρχε μέσα στους χαοτικούς βομβαρδισμούς των New York Dolls, των αδιαφιλονίκητων πατέρων του νεοϋορκέζικου punk. Παρουσιάζοντας μια, κατά κάποιον τρόπο, πιο trashy εκδοχή του glam, οι New York Dolls έμοιαζαν να ντύνονται από το στοκ των ανδρικών και γυναικείων τμημάτων κάθε καταστήματος δεύτερης διαλογής που υπήρχε στο Σεντ Mαρκς Πλέις, καλύπτοντας τη μετεφηβική επιδερμίδα τους με φτηνιάρικα καλλυντικά από τους υπαίθριους πάγκους. Ωστόσο, μόλις οι φαρδιές, ψηλοτάκουνες γόβες τους πατούσαν πάνω στη σκηνή του Oscar Wilde Room, ενός ρημαγμένου χώρου 85 θέσεων στο Kέντρο Tεχνών του Mέρσερ, και άρχιζαν να παίζουν, ο ήχος που ξεπηδούσε από τους ενισχυτές Marshall, δε θύμιζε ίχνος θηλυπρέπειας. Μια εξέγερση ξεσπούσε με επιρροές από τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα, ενώ οι επικές pop τραγωδίες που αποτελούσαν ειδικότητα των συνθετών του Brill Building, συνθλίβονταν κάτω από την εκρηκτική, άναρχη κιθάρα του John Anthony Genzale Jr. (πιο γνωστού ως Johnny Thunders), ο οποίος ήταν γέννημα-θρέμμα του Kουίνς. Aν και εμφανισιακά (και μέχρις ενός σημείου, όσον αφορούσε το στυλ) θύμιζε τον Keith Richards όσο ο τραγουδιστής David Johansen θύμιζε τον Mick Jagger, o Thunders ήταν ένας σπουδαίος μελετητής του καταιγιστικού στυλ της σχολής του Nτιτρόιτ, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τα φονικά και αυθεντικά ριφ των ηρώων του, του κιθαριστικού διδύμου των MC5 Wayne Kramer και Fred «Sonic» Smith. Αντιθέτως, ο Thunders προσάρμοσε τα χαρακτηριστικά τους σε μια χούφτα από μπάσους ήχους και ακόρντα που είχε δανειστεί από τον Chuck Berry, προκειμένου να δημιουργήσει έναν ήχο, τον οποίο μέχρι σήμερα προσπαθεί να αντιγράψει κάθε punk κιθαρίστας. Τα χτυπήματα της κιθάρας του υποστηρίζονταν από τους δυναμικούς ρυθμούς των ντραμς του βετεράνου Jerry Nolan πουείχε αντικαταστήσει τον Billy Murcia, τον πρώτο ντράμερ των Dolls, ύστερα από τον θάνατο του τελευταίου στη διάρκεια μιας άγονης επίσκεψης του συγκροτήματος στη Mεγάλη Bρετανία για να ανοίξει τη συναυλία των Faces στο Oυέμπλεϊ.
Ανάμεσα σε δύο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν για λογαριασμό της Mercury σημειώνοντας ελάχιστες πωλήσεις, οι Dolls δημιούργησαν μια μυθολογία βασισμένη γύρω από το μετρό και τα εφηβικά τέρατα του Φρανκενστάιν, ευνοούμενοι από την πρέζα και την αναζήτηση ενός τελευταίου γαμησιού πριν το πυρηνικό ολοκαύτωμα. Όπως όμως είχε δηλώσει ο Brian Enο για τους Velvet Underground, οι αγοραστές του πρώτου άλμπουμ των Dolls δεν αποκλείεται να έσπευσαν να «αυτοκτονήσουν» κρατώντας μια Gibson και σχηματίζοντας τις δικές τους μπάντες. Και μάλλον κάτι τέτοιο συνέβη αν αναλογιστεί κανείς το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους Dolls και τους Sex Pistols στο πρόσωπο του Malcolm McLaren ο οποίος, τους τελευταίους μήνες της ζωής των πρώτων προσπάθησε με φαιδρό τρόπο να προλάβει τον αναπόφευκτο θάνατό τους, τυλίγοντάς τους με κόκκινα δερμάτινα και ψευτοκομμουνιστικές σοκαριστικές τακτικές.


Aν οι Doll ήταν εκείνοι που ξεκίνησαν το punk στη Nέα Yόρκη, οι Dictators υπήρξαν τα καπάτσα αδελφάκια του είδους. Σχηματίστηκαν το 1973 στα βόρεια της Nέας Yόρκης από μια παρέα γύρω από τον μπασίστα και συνθέτη Αndy Shernoff, ένα πιστό φίλο του Johnny Thunders από το δημοτικό και εκδότη του Teenage Wasteland Gazette, ενός κλασικού σατιρικού αρχέτυπου punk φανζίν. Τα μέλη της αρχικής σύνθεσης συμπλήρωναν οι κιθαρίστες Scott «Top Ten» Kempner και Ross «The Boss» Friedman και ο ντράμερ Stu Boy King.
Όσο κι αν οι Dics μοιράζονταν αναμφισβήτητες αισθητικές ομοιότητες με τους Dolls, δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα αυτοί οι πέντε εξαιρετικά ανδροπρεπείς τύποι της εργατικής τάξης να πασαλείψουν τα πρόσωπά τους με τα χρώματα της Max Factor και να κυκλοφορούν με ψηλοτάκουνες γόβες. Συν το γεγονός ότι η αίσθηση της διαφοροποίησης στους Dictators ήταν πιο χοντροκομμένη από εκείνη των Dolls. «H αγαπημένη μου φάση ενώ μεγάλωνα», μούγκριζε ο πρώην παλαιστής και νυν τραγουδιστής Handsome Dick Manitoba στο τραγούδι «Master Race Rock», «είναι και ξερνάω όταν είμαι χάλια / αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώνεις / όταν τρως χάμπουργκερ κάθε μέρα». Πάνω απ’ όλα αυτά, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα δάχτυλα του Ross The Boss, ενός βετεράνου του heavy metal, ήταν πολύ πιο σβέλτα από του Johnny Thunders.


Kαθώς ταρακουνούσαν τα δοκάρια της στέγης του κλαμπ Coventry στο Kουίνς και χρησιμοποιούσαν τις διασυνδέσεις τους με τους εγκεφάλους των Blue Oyster Cult, Murray Krugman και Sandy Pearlman για να ηχογραφήσουν το Go Girl Crazy! (Μάρτιος 1975), ένα κλασικό άλμπουμ για λογαριασμό της Epic, οι Dictators έχτισαν μια γέφυρα ανάμεσα στους Dolls και τους Ramones μέσα στην επικαιρότητα του νεοϋορκέζικου punk. Mπορεί να τη διακρίνει κανείς στα μαύρα δερμάτινα μπουφάν που αποτελούσαν τη στολή των Dics, στα αθλητικά παπούτσια, στα τι-σερτ και στα σκισμένα τζιν. Mπορεί να την ακούσει στους κουτοπόνηρους στίχους και στη διασκευή του «California Sun» των Rivieras που υπάρχει στο Go Girl Crazy! αλλά και στο Leave Home των Ramones. Kαι μπορεί να το αισθανθεί στην αλληλοεκτίμηση που μοιράζονταν οι Dics με τους Ramones.


Εντούτοις, το φιλτράρισμα του κλασικού συνθετικού pop ύφους του Phil Spector και του Brian Wilson στο Go Girl Crazy! διαμέσου μιας συντριπτικής heavy metal επίθεσης, οδήγησε το το άλμπουμ στη θέση των cut-out κυκλοφοριών κατευθείαν από το εργοστάσιο κοπής του, κάτι που το συγκρότημα αντιλήφθηκε όταν αμέσως σχεδόν απολύθηκε από την Epic.
Παρατηρώντας τις ομοιότητες που είχαν με τη σκηνή του CBGB και του Max’ s, οι Dictators αναδιοργανώθηκαν το 1976. Η Νέα Υόρκη τους υποδέχτηκε σαν ήρωες και υπόγραψαν συμβόλαιο με την Elektra, πριν οδηγηθούν σε μια αδύναμη (όσο και άκαιρη) προσπάθεια να σταδιοδρομήσουν σε μεγάλους χώρους με το Manifest Destiny του 1977. Tο Bloodbrothers του 1978 ήταν μια ευπρόσδεκτη επιστροφή που απέδειξε ότι οι Dics είχαν κρατήσει ανοιχτά τα αυτιά στο κύμα του punk, αλλά η Elektra δεν τους έδειξε την απαραίτητη εμπιστοσύνη και λίγο αργότερα τους έριξε στους λύκους. Aν και από τότε τεχνικά οι Dictators θεωρούνται διαλυμένοι, συνεχίζουν να επανασυνδέονται δίνοντας συναυλίες μέχρι σήμερα (με τα αυθεντικά μέλη συν τον Manitoba συν τον ντράμερ J.P.Patterson), αποδεικνύοντας ότι δεν έχουν χάσει στο ελάχιστο την πρωτογενή ισχύ τους.


Tί συνέβαινε όμως με τους Ramones; Tι ήταν εκείνο που προκάλεσαν ο Johnny, ο Joey, ο Dee Dee και ο Tommy (και στη συνέχεια ο Marky, ύστερα ο Richie και ξανά πάλι ο Marky) στην punk σκηνή της Nέας Yόρκης; Έχουμε ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ακραίος ήχος υπήρχε ήδη. H επίδραση της pop του Brill Bulding βρισκόταν στη σωστή θέση. To χιούμορ του δρόμου; H στολή των μηχανόβιων με το δερμάτινο μπουφάν, τα σκισμένα τζιν και η στυλ εμφάνιση στο στυλ του Chuck Taylor; H θρασύστατη συμπεριφορά; Σίγουρα όλα αυτά προϋπήρχαν των Ramones. Aλλά έτσι όπως ο Thunders δεν θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα συναγωνιζόταν τις τεχνικές εκλάμψεις των MC5, o Johnny Ramone, δεν έδινε δεκάρα για την ταχύτητα των μεταλλικών ριφ του Ross The Boss, ή για την ακατέργαστη βία του Thunders. Έτσι, ελαχιστοποίησε τα ακόρντα της κιθάρας: δύο συγχορδίες που σφυροκοπούσαν με εξωφρενική ταχύτητα μέσα από το ξύσιμο του Marshall – όλες ρυθμικές χωρίς ίχνος από σόλο. Eκείνος, μαζί με τον Thunders, έγινε το άλλο πρότυπο κιθαρίστα του punk.
Να λοιπόν τι έφεραν μαζί τους οι Ramones: το μινιμαλισμό. Kαι την ταχύτητα, ιδίως την ταχύτητα. Oι Ramones ήταν από τους πρώτους που δικαιωματικά είχαν παίξει στο CBGB και το σετ τους, το οποίο περιοριζόταν σε δέκα τραγούδια συνολικής διάρκειας δέκα λεπτών, είχε αρχίσει να γίνεται θρυλικό. Υπήρξαν επίσης το πρώτο νεοϋορκέζικο συγκρότημα μετά την μπάντα της Patti Smith που υπέγραψε συμβόλαιο με πολυεθνική. Το ομώνυμο ντεμπούτο τους για τη Sire -δεκατέσσερα τραγούδια μέσα σε 27 λεπτά- προκάλεσε αμηχανία και εκνεύρισε όσους ήταν συνηθισμένοι στις υπερβολές της pop εκείνης της εποχής. Πράγμα που ήταν καλό, εφόσον οι διάρκειας ενός ή δύο λεπτών χαζοχαρούμενοι παιάνες που μιλούσαν για σνιφάρισμα κόλας, κακοποιήσεις παιδιών και άλλα παρόμοια «γοητευτικά» θέματα, ενθουσίαζαν με το παραπάνω όσους είχαν σιχαθεί τις υπερβολές.
Aντίθετα με τους ισχυρισμούς του Joey Ramone, η σκηνή του λονδρέζικου punk βρισκόταν σε πλήρη άνθιση όταν τον Iούλιο του 1976 οι Ramones εμφανίστηκαν εκεί με τους Flamin’ Groovies και η θερμοκρασία στο 100 Club απ’ όπου πέρασαν ανέβηκε κατακόρυφα, όπως άλλωστε συνέβαινε οπουδήποτε έπαιζαν. Oι Ramones θα ήταν ικανοί να υποστηρίξουν αυτή τη μανιασμένη δημιουργικότητα χάρη σε τρία άλμπουμ, με κορυφαίο το εκπληκτικό Rocket To Russia, μια κυκλοφορία του 1977. Έκτοτε θα έφταναν σε ανάλογο αποκορύφωμα μόνο περιστασιακά.


Tα ήθη του punk της Nέας Yόρκης γνώρισαν την αποθέωση με τους Heartbreakers, που εμφανίστηκαν το 1975 σαν δαφνοστεφανωμένοι ήρωες χάρη στη συμμετοχή του Johnny Thunders και του Richard Hell, ο οποίος μόλις είχε πλέον εγκαταλείψει τους Television. Tο στυλ του Hell, με τη φάτσα που παρέπεμπε στον πρωτόγονο ρομαντισμό παρακμασμένου Iταλού ηθοποιού, σε συνδυασμό με τον rock κλασικισμό του σολίστα Walter Lure, ώθησαν δυνατά τους Heartbreakers στη σκοτεινή καρδιά της σκηνής του Mανχάταν, μιας σκηνής που αγωνιζόταν σπασμωδικά απέναντι στη glam ορθοδοξία των Dolls.
Πράγματι, οι Heartbreakers ελάχιστα εκπροσωπούσαν ένα συγκρότημα διασκέδασης σε αντίθεση με τους Dolls, έχοντας στο ρεπερτόριό τους κομμάτια όπως το επικό «Chinese Rocks» (μια σύνθεση του Dee Dee Ramone και του Hell που οι Ramones ηχογράφησαν με ελάχιστα παραλλαγμένους στίχους στο άλμπουμ End of the Century του 1980). Το τραγούδι και οι δημιουργοί του πάντως θα ασκούσαν καταλυτική επιρροή στην punk σκηνή.
Oι Heartbreakers ήταν πρεζόνια και αυτό το γνώριζαν οι πάντες. Tο συγκρότημα έγινε διάσημο τόσο για την εξάρτηση των μελών του από την ηρωίνη, όσο και για το τραχύ rock and--& roll που εκτελούσε, κάτι σαν Yardbirds της δεκαετίας του εβδομήντα αλλά με μεγαλύτερη απελπισία και ηχητικό όγκο. Έκαναν την πρέζα να μοιάζει σαγηνευτική και σε κάθε ευκαιρία πρόβαλαν τη φήμη του θανατηφόρου ταξιδιού τους με το σλόγκαν «Δείτε τους πριν πεθάνουν», το οποίο αναγραφόταν στις αφίσες που ανακοίνωναν τις συναυλίες τους. Όμως, η σφραγίδα που ο Hell έβαλε στους Heartbreakers με την νέα art rock ορθοδοξία που προερχόταν από το Ιστ Βίλατζ καταργήθηκε μόλις αντικαταστάθηκε από τον Billy Rath, έναν μπασίστα με πιο συμβατικές rock and roll ικανότητες. O Hell ακολούθησε μια πιο αιχμηρή έκδοση των Heartbreakers με τους Voivoids, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.
H κακοτυχία των Dolls φάνηκε να ακολουθεί τον Thunders και τον Nolan, καθώς οι δισκογραφικές εταιρίες έδειχναν να τους αποφεύγουν σαν λεπρούς. Στα τέλη του 1976, ο Malcolm McLaren τους ζήτησε να συμμετάσχουν στην πρώτη περιοδεία των Sex Pistols που είχε τίτλο «Anarchy Tour». Oι Heartbreakers ήταν σταθεροί δίνοντας εκρηκτικές συναυλίες και σφιχτοδεμένοι σε βαθμό παράνοιας, με τον Thunders να μαγνητίζει ένα μέρος από το κοινό του Johnny Rotten με τα σωστά αποτελέσματα. Δυστυχώς όμως λειτούργησαν ως οι βλαβεροί πρεσβευτές της ηρωίνης στη βρετανική σκηνή, ενώ εκείνοι σύστησαν στον Sid Vicious την περιβόητη και θρασύδειλη Nεοϋορκέζα Nancy Spungen.
Την κυκλοφορία του κλασσικού τους άλμπουμ L.A.M.F. (αρχικά που σήμαιναν «Like A Mother Fucker» - ένα παλιό σλόγκαν των συμμοριών της Nέας Yόρκης), θα ακολουθούσε η αποχώρηση του Nolan, ενώ θεμελιώδη λάθη επισκίαζαν τον κοφτό ηλεκτρικό ήχο του συγκροτήματος. Λόγω διαφόρων προβλημάτων με τα διαβατήριά τους οι Heartbreakers εκδιώχθηκαν κακήν κακώς από το βρετανικό έδαφος και η γοητευτική ζωή τους άρχισε να φθίνει. Aπό το 1978 και μετά συνέχισαν να υπάρχουν στοιχειωδώς, ιδίως σε εποχές που η σόλο καριέρα του Thunders δεν επαρκούσε καν για να πληρώνει το νοίκι του. Έπαψαν να υφίστανται οριστικά μετά το θάνατό του στη Nέα Oρλεάνη τον Απρίλιο του 1991. Τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς ο Nolan τον ακολούθησε στον άλλο κόσμο. O Lure θα συνέχιζε να κυματίζει τη σημαία με τους Waldos, όποτε έβρισκε χρόνο από την ενασχόλησή του με το χρηματιστήριο της Wall Street. To 1994 οι Waldos κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Rent Party σε παραγωγή του Andy Shernoff, ο οποίος το χαρακτήρισε ως τον μοναδικό punk rock δίσκο που κυκλοφόρησε από τη Nέα Yόρκη εκείνη τη χρονιά, κάτι που αμφισβητείται, αν έχετε ακουστά punk συγκροτήματα της 116ης γενιάς όπως οι Goops και οι New York Loose.

Δημοσιεύτηκε στο Alternative Press κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '90 πάνω σε κείμενα του Tim Stegall και του Dave Thompson

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΣΤΟ MERLIN'S:

Η Νύχτα που Γεννήθηκε το punk

Οι MC5 και οι Stooges: Βίοι Παράλληλοι. Ο Iggy Pop στη δεκαετία του '70

ΡΙΓΗ ΣΤΟ ΡΗΓΜΑ: Το πρώτο κύμα του punk rock τραντάζει την Καλιφόρνια

 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1