The Moffs – Αφιέρωμα

Γράφει ο Γιάννης Ζελιαναίος

Παλιές, κοινότυπες αλλά με πολλά αναμνησιακά χαμόγελα οι μουσικές αυτοβιογραφίες των νιάτων μας. Πιο παλιές, αρκετά ξεπερασμένες, αλλά να μένουν εκεί, περήφανες και με πολλά καντάρια σκόνη να τις φυγαδεύουν στα συρτάρια ενός αρχαίου κομοδίνου, οι κασέτες compilations που κάποτε μας έγραψε ένας μακρινός ξάδερφος που ήξερε πιότερη μουσική από μας, με καλά κρυμμένα μουσικά μυστικά της αντίπερα όχθης. Ο ίδιος κάποτε μου είχε πει: «Η δεκαετία του ’80 είναι η πιο παρεξηγημένη απ’ όλες. Βγήκαν απίστευτα πράγματα που λειτούργησαν σαν φίλτρο για τις επόμενες, τούτες που ζούμε, και κρύφτηκαν μέσα της μερικά από τα καλύτερα διαμάντια της μουσικής ιστορίας». Κακά τα ψέματα αλλά η ιστορία το απέδειξε και το αποδεικνύει περίτρανα. Τα ‘80s, (τα μυστικά ‘80s), είναι εκείνα που πέρασαν από κόσκινο τις παλιότερες μουσικές, τις γαλούχησαν με την τελευταία αθωότητα που υπήρξε και τις ξέρασαν στις αρχές των nineties και στα πρώτα γεννητούρια του διαβατάρικου αιώνα που ζούμε. Ένα από τα μεγαλύτερα χωνευτήρια και μια από τις πιο σημαντικές σκηνές που έβγαλε ποτέ η πλάση, ήταν ένα μέρος όπου τα καγκουρό δεν μοχθούν για άλλα δυο πόδια και οι ακτές της Maroubra δεν ζηλεύουν ήλιους και σανίδες surf της άλλης μεριάς.

Κυρίες, κύριοι και λατρευτά μας γρασοαναθρεμμένα παιδιά, ετούτο εδώ το κείμενο είναι άλλη μια ιστορία από το αυστραλέζικο underground και μιας μπάντας που όταν κάποτε χαλαρωμένη σ’ ένα δωμάτιο παρακολουθούσε λεπιδόπτερα να στριφογυρίζουν γύρω από μια λάμπα, τοποθέτησε δυο «f» αντικαθιστώντας τα δυο προτελευταία της γράμματα (moths) βαφτίζοντας μέσα σε μια νιρβάνα τα ενοχλητικά μαμούνια με την μαστούρικη λέξη… The Moffs.
Σ’ εκείνον τον καναπέ και σ’ εκείνη την στιγμιαία βαφτιστική έμπνευση, στρογγυλοκάθονταν οι Nick Potts και Smiley Byrnes, δύο από τα πρωταρχικά μέλη του group από το μακρινό Sydney. Βασικός συνδαιτυμόνας τους όμως, και ο άνθρωπος που συνδέεται ακόρεστα με την ιστορική αυτή μπάντα δεν είναι άλλος από τον δικό μας Tom Kazas. Ο ελληνικής καταγωγής Kazas, στην τρυφερή ηλικία των δεκάξι και αφού πριν είχε ταΐσει κάμποσα μπιλιαρδάδικα, είχε στρίψει αμέτρητα «τσιγάρα» βλέποντας την ταινία The Song Remains The Same, αποφάσισε να μάθει κιθάρα παρακολουθώντας τον δάσκαλο Jimmy Page. Ακολουθώντας την εποχή, κουρεύει τα μαλλιά του σαν τους Jam που είχαν δοκιμάσει έναν άλλον κουρέα, εκείνον των Beatles… αλλά για τρίχες θα μιλάμε τώρα; Οι Moffs με εναρκτήριο line up τους, Tom Kazas, Smiley Burns, Nick Potts και Brandon Saul, βγαίνουν για πρώτη φορά στη σκηνή και σ’ ένα πάρτι που είχε το όνομα Freakout!


Βουτηγμένοι - μέχρι πάνω απ’ το κεφάλι - σε όνειρα για να βάλουν την δικιά τους νότα στις τότε ιστορίες της αυστραλέζικης σκηνής, δίνοντας το παρόν σε αμέτρητα live και σε κατακάθια μπαρ παρέα με ονόματα σαν τους Hoodoo Gurus. The Church, Lime Spiders, Agent Orange, Stems και πολλές άλλες μπάντες που μέσα στον ορυμαγδό της garage, ψυχεδέλιας, ροκομπλούζ, psycho συρφετού κατάστασης, οι Moffs το 1984 κυκλοφορούν το πρώτο τους demo με τίτλο «11 to 5». Οι επιρροές που καταγράφονται στα liner notes της δυσεύρετης κασέτας και τους αυτοπροσδιορίζουν, γράφουν: «Pink Floyd’s The Piper At the Gates of Dawn, Jimi Hendrix, Eno, The Loved Ones. Scientists (the band-not the people), the films Koyaanisquatsi and Barbarella, mescal, beer, Lebanese food, sleeping, drinking and drinking». Το track list περιείχε στην left side την ορχηστρική γκαραζοψυχεδέλεια «Horto», το Beatlιkojammiκό «Ship In The Sky» και το pinkfloydικό «Get The Picture», ενώ η right side άνοιγε με την γραραζιάρικη sixties φούρια που λεγόταν «Tombstone», συνέχιζε με μια λυσσαλέα διασκευή στο «Tomorrow Never Knows» των Beatles, τελειώνοντας με την φυσαρμόνικα του «Confusion» να σιγολιώνει, ανεβοκατεβαίνοντας σε γκαράζ ανεμοσκορπίσματα. Μέσα από συναυλίες και δισκάδικα το demo ξεπούλησε τα 500 αντίτυπά του ενώ οι Moffs συνέχισαν να ιδρώνουν τα τομάρια τους στα ανήλεα μπαρ της πόλης!
Την επόμενη χρονιά (1985) και με την θρυλική δισκογραφική Citadel να πορεύεται με έντεκα αξιομνημόνευτες κυκλοφορίες στο ενεργητικό της, οι Moffs βγάζουν το πρώτο τους θρυλικό single κι ένα από τα σπουδαιότερα ‘80s τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ, με τίτλο «Another Day In the Sun». Ένα τραγούδι ύμνος για τα eighties που ακόμα και σήμερα ακούγεται σάματις να είναι τωρινή κυκλοφορία. Το σαρανταπεντάρι που ως b–side εμπεριέχει το ψυχεδελογκρούβικο «Clarodomineaux», θρονιάζεται για τέσσερις μήνες μέσα στα charts και στα είκοσι καλύτερα ανεξάρτητα τραγούδια της χώρας. Αν και οι εγχώριοι σταθμοί το αγνοούν επιδεικτικά, ο συνήθης ύποπτος John Peel από την άλλη πλευρά της γης και σε εποχές που ο θεός δεν λέει με τίποτα να σώσει τη βασίλισσα ότι κι αν έχει συμβαίνει, προμοτάρει τους Moffs παίζοντας ανελλιπώς το «Another Day In The Sun» όπου κι αν βρίσκεται. Η μπάντα γνωρίζει εγχώρια επιτυχία, γυρνοβολάει τη χώρα με αμέτρητα live και τουρνέ, βρίσκει τον Kazas να γυρνάει για μια περίοδο στην Ελλάδα, να θυμάται τις ρίζες του και να επιστρέφει πάλι πίσω στο Sydney με μουσικές ανάγκες για άλλα πράγματα. Το garage - blues στυλ δεν αρκεί στον ελληνοαναθρεμμένο τραγουδιστή που θέλει να πειραματιστεί σε άλλα γήπεδα. Ο αρμονίστας Nick Potts, βλέποντας τις αλλαγές, αποχωρεί από το γκρουπ και οι Moffs μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν ένα mini LP με τίτλο μοναχά το όνομά τους. Στις 16 Μαΐου του 1986 το ομότιτλο mini LP - και πάλι από την Citadel - βγαίνει στα ράφια των δισκοπωλείων της χώρας των καγκουρό. Ένας pop ύμνος με τίτλο «Look To Find» υποδέχεται τις πρώτες αυλακιές του βινυλίου καθώς αργότερα αρχίζουν να φαίνονται οι πρώτες διαθέσεις του Kazas για τα επόμενα χτυπήματά του στο ανατολίτικο «A Million Years To Past». Οι Floydικές επιρροές παραμένουν ακόμη, κάτι που φαίνεται και στα alternative rock/ moody writing, «I Once Knew» καθώς και «I’ll Lure You In». Το album κλείνει με τον επικό θλιμμένο αυτοσχεδιασμό «The Meadowsong» που ακολουθεί σαν το τέλειο outro στα τότε live τους.
Την επόμενη χρονιά και τον ίδιο ακριβώς μήνα, ένα ακόμη single έρχεται να προστεθεί στην δισκογραφία των Moffs. Το «Flowers» με b–side το «By The Breeze» καταθέτει ανάμικτα συναισθήματα ακόμα και στα μέλη της μπάντας. Ο Kazas θεωρεί πως το b–side θα έπρεπε να είναι το a–side μιας και το «Flowers» είναι ένα ακόμα υπέροχο ποπ τραγούδι και ομολογεί πως στο τελικό κιθαριστικό σόλο του «By the Breeze» αισθανόταν σαν τον Robert Fripp των King Crimson. Κάπου εδώ έχει αρχίσει και το χάνει - λέει ο συντάκτης ετούτου του άρθρου - μιας και τα μέλη της μπάντας κάνουν ένα εορταστικό live, παίζοντας ινδική μουσική με παραδοσιακά όργανα της χώρας του Κάμα Σούτρα, δείχνοντας φανερά τις διαθέσεις τους για τον μουσικό λαβύρινθο που είχε μπλεχτεί το κεφάλι τους και που έμελλε να περπατήσει για να ολοκληρωθεί μέσα στον πρώτο τους και τελευταίο δισκογραφικό λειμώνα!

Τον Οκτώβριο του 1987, μετά την αποχώρηση του Damon Giles, προσλαμβάνουν στην θέση των πλήκτρων τον Scott Barnes, έναν ορκισμένο οπαδό της μπάντας μιας και τους ακολουθούσε όπου κι αν πήγαιναν. Κυκλοφορούν το τρίτο single της καριέρας τους και πάλι στην Citadel με το πιασάρικο και παραδοσιακό Moffs κομμάτι «The Traveller» να σκάβει την πρώτη πλευρά του σαρανταπενταριού ενώ το ποιητικότατα επικό «Quakers Drum» να αναλαμβάνει στην δεύτερη. Ειδικά το «Traveller» μοιάζει σαν μια σύνθεση που κόπιαρε πάνω της μια άλλη μπάντα την pop πορεία της και έκανε καριέρα με το όνομα Field Mice. Ο Tom Kazas θυμάται πως είχε απορρίψει ως παραγωγό για την συγκεκριμένη δουλειά τον πολύ Rob Younger (Radio Birdman, New Christs), μιας και το ηχητικό αποτέλεσμα δεν ήθελε σε τίποτα να μοιάζει με εκείνο άλλων συγκροτημάτων που ηχογραφούσαν στο αυστραλέζικο label. Στο πέρας της ίδιας χρονιάς η Citadel βγάζει στην αγορά μια συλλογή τους με το όνομα «Entomology», η οποία περιέχει τα τρία singles του γκρουπ, κάποια τραγούδια από το mini LP καθώς και ένα demo track, το «The Dolphin and I».
Κάπου εκεί η επιθυμία του Kazas και του Byrnes για να βγάλουν έναν ολοκληρωμένο δίσκο γίνεται πραγματική ανάγκη μιας κι ένα υλικό κάμποσων χρόνων που κουβαλούσαν στις συναυλίες και στα πιωμένα κεφάλια τους έπρεπε κάποια στιγμή να αποτυπωθεί και σε βινύλιο. Αραίωσαν τα live, συμφώνησαν με την Citadel ώστε να βάλει τα λεφτά για την παραγωγή σε ένα αξιοπρεπές στούντιο, και κάπου εκεί τον Ιούνιο του 1988 το πρώτο και τελευταίο album των Moffs που ονομάστηκε Labyrinth ήταν γεγονός. Το line up της μπάντας που άλλαζε συνέχεια μουσικούς (ειδικά στα πλήκτρα και στα τύμπανα) μέχρι τότε αποτελούνταν από τους Tom Kazas (κιθάρα-φωνή), Smiley Byrnes (μπάσο-φωνή), Andrew Byrnes (ντραμς), Scott Barnes (πλήκτρα). Το Labyrinth είναι ένας από τους καλύτερους και πιο ατμοσφαιρικά περίεργους δίσκους της δεκαετίας του ’80, καθώς εκείνη έφτανε στην περαίωσή της. Τραγούδια με ψυχεδελοανατολίτικες εισαγωγές σαν το «Tapestry» που καταλήγουν με σκληρές κιθάρες να διαολίζονται και το «Stealing Cake» που ξεκινά σαν όνειρο και καταλήγει σαν εφιάλτης, θα μείνουν για πάντα στην μουσική ιστορία, ανέγγιχτα και πρωτοπόρα για την εποχή τους. Το αναμνησιακό και ταξιδιάρικο «The Grazing Eyes» με ένα γλυκό cello στην ραχοκοκαλιά του, μιλάει για την αξία του να μοιράζεσαι τη σιωπή, δείχνοντας και την στιχουργική δεινότητα του Kazas. Γενικώς τα τραγούδια του album σου δίνουν μια live αίσθηση, πιάνοντας τον τρόπο παιξίματος της μπάντας πάνω στην σκηνή κι ενώ ξεκινούν με μια μινιμαλιστική διάθεση καταλήγουν σ’ έναν μουσικό ορυμαγδό ξεσπάσματος και παράδοσης στα άκρα. Στο «Always A Flame» ξαναθυμούνται εκείνη την σπίθα της γκαραζιάς που άναψε στα πρώιμα χρόνια τους, πατώντας πάνω της για να στήσουν ένα χορευτικό πανηγύρι, καθώς δυο κομμάτια αργότερα μας λένε ένα προφητικό αντίο με το κύκνειο άσμα του Labyrinth, διερωτούμενοι… «Who’ll Point You».


Κάπου εκεί, και αφού οι Αυστραλοί «εντομολόγοι» έχουν φτάσει στο απόγειο της καριέρας τους, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο κινούν τα πάντα προς άλλες κατευθύνσεις. Ενώ το Labyrinth βρίσκει διανομή προς την Ευρώπη, η μπάντα για οικονομικούς λόγους αδυνατεί να προμοτάρει τον δίσκο με περιοδεία στην γηραιά ήπειρο. Διαμάχες ανάμεσα στα μέλη του γκρουπ, ο Kazas αποφασίζει να ξεκινήσει μια σόλο καριέρα ενώ ο Byrnes δημιουργεί τους hard ροκάδες Lazarus. Οι Moffs συνεχίζουν να υπάρχουν όμως, κάνοντας εγχώριες και ιστορικές εμφανίσεις στα club και συναυλιακά μέρη της χώρας.
Ένα χρόνο αργότερα συμμετέχουν στην συλλογή tribute για τους Byrds με τίτλο Time Between – A Tribute to The Byrds διασκευάζοντας υπέροχα το «Eight Miles High». Στο συγκεκριμένο compilation, τραγούδια των Byrds «περφορμάρονται» από μπάντες σαν τους Dinosaur Jr., Giant Sand, Barracudas, κ.α. Ενώ λίγους μήνες πιο μετά και σε ένα άλλο tribute album (που δεν κυκλοφόρησε ποτέ) για τους εκκεντρικούς Bonzo Dog Doo Dah Band εκτελούν το «What Do You Do».
Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1989 και μπροστά σε χίλια άτομα, οι Moffs κατεβάζουν μουσική αυλαία δίνοντας τέλος στην καριέρα τους. O Kazas αναπολεί κάνοντας τον δικό του απολογισμό: «Για το μόνο πράγμα που έχω μετανιώσει είναι που δεν κάναμε live πέρα από την χώρα μας. Ήταν δύσκολο να μανατζάρουμε το όλο πράγμα ως ανεξάρτητη μπάντα μιας και τα έξοδα ήταν απαγορευτικά για πολλά πράγματα, αλλά περάσαμε πέντε υπέροχα χρόνια δίνοντας τους καλύτερους εαυτούς μας. Την δεκαετία του ’80, η όλη «do it yourself» φάση παιζόταν χωρίς κανένα γαμημένο «back up», κάτι που ήταν στην εντελώς ατόφια punk λογική του ενός single και σήμαινε τα πάντα για το κάθε γκρουπ. Θέλω να μας θυμούνται γι’ αυτή τη λογική. Οι Moffs ήταν μια μπάντα που συνειδητά και δίχως κανένα σκοπό έβγαλε τον εαυτό της έξω από το mainstream και η όλη σκηνή της Αυστραλίας το έκανε τότε με τον καλύτερο τρόπο».


Το 1994 η Citadel κυκλοφορεί μια αντιπροσωπευτική συλλογή των Moffs με τίτλο Psychedalicatessen, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων remix στα «Look To Find» και «A Million Years Past» συν το «Cypress», ένα ακυκλοφόρητο demo τραγούδι ηχογραφημένο στο σπίτι του Kazas, σ’ ένα κασετόφωνο. Μια επανένωση γεννιέται για να ξανακάνει sold out συναυλίες στην Μελβούρνη και το Σίδνεϊ ώστε να προμοταριστεί η συλλογή και….end of the story….cut…

Oι Moffs στην επανασύνδεση του 2011


Θα περάσουν 14 ολόκληρα χρόνια και το 2008 η ανεξάρτητη Feel Presents, υπεύθυνη μεταξύ άλλων για τις συλλογές διαμάντια Tales From The Australian Underground 1,2 & 3, θα κυκλοφορήσει την πιο ολοκληρωμένη συλλογή των Moffs με τον απλό τίτλο The Collection. Το διπλό αυτό άλμπουμ εμπεριέχει σχεδόν τα άπαντα της μπάντας και συνοδεύεται με ένα βιβλιαράκι που περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες όλο το ιστορικό ενός group ανθρώπων που έγραψαν το δικό τους ξεχωριστό κεφάλαιο στην μουσική ιστορία της Αυστραλέζικης σκηνής των eighties και όχι μόνο.


image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ο Γιάννης Ζελιαναίος γεννήθηκε τον Γενάρη του άσωτου έτους 1978. Το 2004 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Καλώς ήρθες χειμώνα, γραφιά της νιότης μας» από τις εκδόσεις Εριφύλη. Μια χρονιά αργότερα και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Άννα». Το 2009 από τις εκδόσεις Ενδυμίων κυκλοφόρησε το «Ο Διάβολος πάνω σεστρατσόχαρτο», ενώ το 2016 επανεκδόθηκε διορθωμένο και με τρία μπόνους πεζά από τις εκδόσεις Straw Dogs. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε την τέταρτη ποιητική του συλλογή, «Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος» και πάλι από τις εκδόσεις Straw Dogs. Υπήρξε αρθρογράφος σε πολλά μουσικά sites, αποκλειστικός φωτογράφος του συγκροτήματος «Διάφανα Κρίνα» για πολλά χρόνια, δισκοθέτης, φανζινάς, υπάλληλος δισκοπωλείου και πολλά άλλα επαγγέλματα που ευτυχώς έκανε για να βιοποριστεί. Ποιήματα και κείμενά του έχουν χρησιμοποιηθεί για θεατρικές παραστάσεις, opening acts και άλλα πολλά. Την περίοδο 2012-2017 ήταν συνεκδότης μαζί με την Γιώτα Παναγιώτου στις εκδόσεις Straw Dogs όπου κυκλοφορεί και το ομότιτλο περιοδικό τέχνης με έδρα του την Κύπρο. Για ένα χρόνο (2015-2016) αρθρογραφούσε στο πολιτιστικό ένθετο «Ηδύφωνο» της κυριακάτικης «Σημερινής» κρατώντας την δική του μουσική στήλη με τίτλο «Ο Ήχος της Μουσικής». Είναι βασικός συνεργάτης της Τεθλασμένης Ψηφιακής Βιβλιοθήκης, bibliotheque.gr. Ζει κι εργάζεται ως δισκοθέτης στην Λευκωσία.
 
 
 
image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ο Γιάννης Ζελιαναίος γεννήθηκε τον Γενάρη του άσωτου έτους 1978. Το 2004 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Καλώς ήρθες χειμώνα, γραφιά της νιότης μας» από τις εκδόσεις Εριφύλη. Μια χρονιά αργότερα και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Άννα». Το 2009 από τις εκδόσεις Ενδυμίων κυκλοφόρησε το «Ο Διάβολος πάνω σεστρατσόχαρτο», ενώ το 2016 επανεκδόθηκε διορθωμένο και με τρία μπόνους πεζά από τις εκδόσεις Straw Dogs. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε την τέταρτη ποιητική του συλλογή, «Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος» και πάλι από τις εκδόσεις Straw Dogs. Υπήρξε αρθρογράφος σε πολλά μουσικά sites, αποκλειστικός φωτογράφος του συγκροτήματος «Διάφανα Κρίνα» για πολλά χρόνια, δισκοθέτης, φανζινάς, υπάλληλος δισκοπωλείου και πολλά άλλα επαγγέλματα που ευτυχώς έκανε για να βιοποριστεί. Ποιήματα και κείμενά του έχουν χρησιμοποιηθεί για θεατρικές παραστάσεις, opening acts και άλλα πολλά. Την περίοδο 2012-2017 ήταν συνεκδότης μαζί με την Γιώτα Παναγιώτου στις εκδόσεις Straw Dogs όπου κυκλοφορεί και το ομότιτλο περιοδικό τέχνης με έδρα του την Κύπρο. Για ένα χρόνο (2015-2016) αρθρογραφούσε στο πολιτιστικό ένθετο «Ηδύφωνο» της κυριακάτικης «Σημερινής» κρατώντας την δική του μουσική στήλη με τίτλο «Ο Ήχος της Μουσικής». Είναι βασικός συνεργάτης της Τεθλασμένης Ψηφιακής Βιβλιοθήκης, bibliotheque.gr. Ζει κι εργάζεται ως δισκοθέτης στην Λευκωσία.
 
 
 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1