Lenny Bruce: "Δεν είμαι κωμικός, δεν είμαι άρρωστος. Ο κόσμος είναι άρρωστος κι εγώ είμαι ο γιατρός. Είμαι χειρούργος με ένα νυστέρι για τις κάλπικες αξίες"

Κείμενο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΤΑΝΑΡΑΣ

Δεν μπορούμε να πούμε τι θα ήταν ο Lenny Bruce σήμερα, αν ο χάρος δεν τον έπαιρνε μαζί του την τελευταία φορά που τον επισκέφτηκε. Μπορεί να ήταν άγιος ή γκουρού, ή ένα καθωσπρέπει αποτοξινωμένο junkie. Δεν αποκλείεται, πάλι, να είχε παραμείνει ένας διασκεδαστής που θα προκαλούσε το κοινό, την κυβέρνηση και το κατεστημένο, θα ξερνοκοπώντας αισχρόλογα, τα οποία όμως θα σήμαιναν τα πάντα. Αυτό, το τελευταίο, είναι και το πιο πιθανό. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Ο Lenny είχε ένα πρόβλημα που σε τελική ανάλυση δεν ήταν δικό του. Ο Lenny ήθελε να εκστομίζει πάνω στη σκηνή τα ίδια λόγια που χρησιμοποιούσε στην καθημερινότητά του. Για τον περισσότερο κόσμο, ένα κορμί κατατρυπημένο από τις ενέσεις και μουλιασμένο στη μεθεδρίνη δε σημαίνει τίποτε παραπάνω από άλλο ένα ακόμα κουφάρι ξαπλωμένο στο νεκροθάλαμο κάποιου νοσοκομείου περιμένοντας βουβό και ακίνητο την ιατρική γνωμάτευση για τα «αίτια» που προκάλεσαν το θάνατο. Ο Θάνατος… Η ουσία της ζωής και η ύστατη κραυγή της.

"Αν ο Χριστός είχε πεθάνει είκοσι χρόνια πριν, οι μαθητές στα καθολικά σχολεία θα φορούσαν μια ηλεκτρική καρεκλίτσα στο λαιμό αντί για σταυρό".


Ο Lenny Bruce ήταν εβραϊκής καταγωγής αλλά ειρωνευόταν τους Εβραίους κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία: μπροστά στα δυο χιλιάδες άτομα που είχαν συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσουν μια εμφάνισή του στο Μπέρκλει ή στις κουβέντες του με τον Paul Krassner και τον Terry Southern, φίλο και αχώριστο σύντροφο, δοκιμαστή και «πτυχιούχο» κοκτεϊλίστα μεσκαλινικών συνταγών. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε εμείς οι απλοί θνητοί και ο «Lenny ο Βρωμόστομος» (όπως φρόντισαν οι Έλληνες εισαγωγείς να αποδώσουν τον τίτλο της έξοχης ταινίας του Bob Fosse με πρωταγωνιστή τον Dustin Hoffman) πέρασε στην αθανασία πριν καλά καλά η καθωσπρέπει αμερικανική κοινωνία εννοήσει τι ακριβώς συνέβαινε με εκείνον τον τύπο, ο οποίος σχεδόν κάθε βράδυ (εκτός από τις φορές που του το απαγόρευαν οι μπάτσοι) έπαιρνε τη θέση του μπροστά στο μικρόφωνο και καυτηρίαζε τους πάντες και τα πάντα με μια σατιρική διάθεση που ακόμα και σήμερα απαντάται πολύ σπάνια.


«Η κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε είναι παράδοξη με έναν εντελώς παρανοϊκό τρόπο. Ονομάζουν το δικαστήριο Οίκο της Δικαιοσύνης, με τη διαφορά ότι τη δικαιοσύνη τη συναντάς μόνο στους διαδρόμους του».


Ωστόσο, ας αφήσουμε προς το παρόν τη Δικαιοσύνη, η οποία ταλαιπώρησε τον Lenny μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του. Θα επανέλθουμε σε αυτήν αργότερα. Ο Lenny Bruce αγαπούσε πολλά πράγματα πέρα από τις γυναίκες. Για παράδειγμα, αγαπούσε με πάθος τους γιατρούς. Ήταν μια αγάπη απελπισμένη, γιατί οι γιατροί ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να τον προμηθεύουν με τα υπνωτικά, τα οποία τον συνόδευαν σε κάθε στιγμή της ύπαρξής του. Τουλάχιστον μέχρι να ανακαλύψει τη θανάσιμη γοητεία της μεθεδρίνης. Ο τρόπος που αποκτούσε συνταγές ήταν μαγικός. Πολλές φορές, ενώ αλώνιζε πάνω στη σκηνή, ξαφνικά διέκοπτε την παράσταση και ρωτούσε από το μικρόφω-νο, «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει ανάμεσά σας κάποιος γιατρός». Μόλις εντόπιζε το «θύμα» του, το πείραζε με διάφορα λογοπαίγνια και με το που τελείωνε το σώου καθόταν στο τραπέζι του γιατρού κρατώντας το κεφάλι του. «Γιατρέ μου, εδώ και μέρες, μάλλον από την υπερένταση, έχω τρομερούς πονοκεφάλους». Ο γιατρός του αράδιαζε μερικά παυσίπονα αλλά ο Lenny τα απέρριπτε προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι κανένα δεν τον βοηθούσε. «Πριν λίγες μέρες, στο σπίτι ενός φίλου πήρα ένα Ντιλογκ… Ντιλα...Ντι…» «Ντιλοντίντ, θέλεις να πεις!» πεταγόταν ο για¬τρός. «Ναι, ναι, ναι, Αυτό!» «Χμ… Πρόκειται γιά ισχυρό ναρκωτικό, κύριε Bruce, αλλά αν είναι γιά σας…» Και του έγραφε μια συνταγή 100 χαπιών λέγοντάς του να παίρνει αυστηρά ένα προτού κοιμηθεί. Αν είναι δυνατόν! Μόνο ένα την ημέρα! Ο Lenny χαμογελούσε κάτω από το μούσι του. «Ο,τι πείτε σεις, γιατρέ».
Ο Lenny φύλαγε σε φωτοκόπιες τις συνταγές και κάθε φορά που κάποιος γιατρός αρνιόταν να τον βοηθήσει έβγαινε εκτός εαυτού και έλεγε ουρλιάζοντας στους φίλους του: «Αν ποτέ με μπουζουριάσουν οι μπάτσοι, αν τολμήσουν να μου βάλουν χέρι, θα τους δείξω αυτό!» και κράδαινε το «βιβλίο», όπως ο ίδιος έλεγε το συνταγολόγιο. «Θα πάρω μαζί μου όλο τον Ιατρικό Σύλλογο. Αυτοί οι κερατάδες με έκαναν ναρκομανή!»

"Αν ο Θεός έφτιαξε το σώμα και το σώμα είναι μιαρό, τότε το λάθος είναι του κατασκευαστή".


Ο Lerry δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς να έχει καταπιεί ένα σωρό από εκείνα τα πορτοκαλί πραγματάκια. Βυθιζόταν σ’ ένα λήθαργο και όταν έπρεπε να πάει στην παράσταση, οι φίλοι του τον περιέφεραν για μια ολόκληρη ώρα γύρω στο δωμάτιο, ώσπου να μπορέσει να σταθεί μόνος του στα πόδια του.
Δεν υπήρχε πιθανότητα να του ξεφύγει κάποιος όταν αυτοσχεδίαζε πάνω στη σκηνή. Η αστυνομία. Η Δίωξη. Δικαστές και δικηγόροι. Κράτος και ισχυροί. Στο Σαν Φραντσίσκο, μπροστά σε ένα κοινό τριακοσίων ατόμων δε δίστασε να κοροϊδέψει και να προκαλέσει έναν ντόπιο αρθρογράφο, φίλο και εκλεκτό των νονών του υποκόσμου, αποκαλώντας τον κοτίτσα και μαλάκα. Το ακροατήριο ξέσπασε σε ζωηρά χειροκροτήματα κι ένας σερβιτόρος ούρλιαξε «Lenny, είσαι τίμιος!»
Ο Lenny ήταν αιχμάλωτος της αλήθειας. Και καμία κοινωνία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φωνή της αλήθειας επειδή το να τη δεχτεί σημαίνει και ταυτόχρονα την αλλαγή της. Και η κοινωνία δε θέλει να αλλάξει γιατί οι κρατούντες γνωρίζουν καλά ότι θα χάσουν κάθε προνόμιο στον πλανήτη.

"Ο ρόλος του κωμικού είναι να κάνει το ακροατήριο να γελά τουλάχιστον κάθε δεκαπέντε δευτερόλεπτα".


Κάθε φορά που ο Lenny «ταξίδευε», πίστευε ότι το τριπάκι θα του αποκάλυπτε τι συμβαίνει πέρα από το θάνατο. Το δικό του θάνατο. Έτσι έμπαινε για τα καλά μέσα στις πορφυρές εκτάσεις με τα γυάλινα αντικείμενα και προχωρούσε βαθιά, ψάχνοντας το Τέλος με μια απόγνωση και ένταση, σαν να επιδίωκε το οριστικό του τέλος.
Ο Lenny Bruce, ήταν πραγματική ατσίδα σε ό,τι αφορούσε τη νομική επιστήμη. Εξαιτίας των διώξεων του ήταν αναγκασμένος να υπερασπίζεται μόνος τον εαυτό του, μελετώντας και προσεκτικά κάθε άκρη που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Όταν κατηγορήθηκε για το σχόλιό του από σκηνής ότι η Έλινορ Ρούζβελτ είχε τα ομορφότερα βυζιά που είχε δει στη ζωή του, απέλυσε το δικηγόρο του και, ψάχνοντας, ανακάλυψε ότι το 1931 ο σύζυγός της και πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Φράνκλιν Ρούζβελτ είχε ψηφίσει μία τροπολογία του νόμου του νόμου περί χυδαιολογίας. Σύμφωνα με την τροπολογία αυτή, οι ηθοποιοί, οι κωμικοί και, γενικότερα, οι καλλιτέχνες απαλλάσσονταν από τέτοιου είδους κατηγορίες, κάτι που όμως δεν απέτρεψε το δικαστή να καταδικάσει τον Bruce σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών. Αυτή ήταν μόνο μια από τις πολλές φορές που σύρθηκε στα ειδώλια διαφόρων πολιτειών της Αμερικής για αισχρολογίες, πέρα από τις κατηγορίες για κατοχή ναρκωτικών ουσιών.


Το πρόβλημα του Lenny με το νόμο ήταν ότι πίστευε σ’ αυτόν και γνώριζε πολύ καλά ότι εκείνοι που δεν τον εφάρμοζαν ήταν οι μπάτσοι και οι δικαστές, οι οποίοι κυνηγούσαν λαυράκια στο πρόσωπο των διάφορων μικροαπατεώνων και ναρκωμανών, αφήνοντας ελεύθερους τους μεγαλοκαρχαρίες και τους εμπόρους ναρκωτικών σε μια Αμερική που σε λίγο θα γινόταν αποδέκτης μιας έκρηξης από τη μεριά της ίδιας της νεολαίας της, με στόχο την ανατροπή των θεσμών και του Αμερικάνικου Ονείρου. Και ο Bruce, σίγουρα πρωτοστάτησε στην κοινωνική αναταραχή. Όχι τόσο στο δρόμο, όσο στο μυαλό των ανθρώπων. Χρησιμοποιούσε τη λέξη «fuck» όχι για πλάκα, αλλά για να χαρακτηρίσει την ουσία του ψεύτικου παράδεισου και της χαμένης αξιοπρέπειας.


«Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει μαριονέτα στα χέρια των επιτήδειων που του ζητούν να σκύψει το κεφάλι και να ρουφήξει το καβλί του κάθε μαλάκα. Η αλήθεια υπάρχει, αλλά όλοι εσείς την κρύβετε πίσω από τα μακιγιαρισμένα σας πρόσωπα».


Mαζί με τον Allen Ginsberg, τον Terry Southern, τον Joseph Heller και εκατοντάδες άλλους, ο Lenny Bruce ηγήθηκε του πρώτου κύματος πολιτιστικής και κοινωνικής απόπειρας για αλλαγή της αμερικανικής κοινωνίας.
Γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1925 και πέρασε στην ανυπαρξία στις 3 Αύγουστου 1966. Ενταφιάστηκε στο εβραϊκό νεκροταφείο της Δυτικής Ακτής και όταν οι φίλοι του θέλησαν να μείνουν γύρω από τον τάφο του και να γευματίσουν στο «τραπέζι της απώλειας», ο φύλακας τους το απαγόρευε λέγοντας: «Και ποιος θα καθαρίσει μετά;»

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο MERLIN'S MUSIC BOX No 5 (Δεκέμβριος 1990). Αναδημοσιεύεται ελαφρώς επιμελημένο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • How To Talk Dirty And Influence People, η αυτοβιογραφία του (Playboy, 1965)
  • The Trials Of Lenny Bruce: The Fall And Rise Of An American Icon των Ronald Collins και David Skover (περιλαμβάνει CD με αποσπάσματα από νούμερα του Bruce αλλά και από τις δίκες του, Sourcebooks Inc. 2002)
  • Ladies And Gentlemen - Lenny Bruce!!, του Albert Harry Goldman (Random House, 1974)

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ LENNY BRUCE


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1