KRAFTWERKFEATURE: Τη μέρα που ο Lester συνάντησε τους Kraftwerk...

Οι Kraftwerk ήλθον, έπαιξον και απήλθον, όσοι τους είδαν τους είδαν. Σχεδόν σαράντα πέντε χρόνια πριν, ο Lester Bangs, ίσως ο σημαντικότερος Αμερικανός ροκ δημοσιογράφος (και αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού περιοδικού Creem) τους είχε συναντήσει και τους είχε πάρει μια «ιστορική» συνέντευξη που, χάρις στο χιούμορ του και την οξυδέρκειά του Lester, έχει πραγματικά διαχρονική αξία... 

Ένας σαχλαμάρας από μια καθημερινή τοπική εφημερίδα ήταν εδώ τις προάλλες για ένα θέμα «ανθρώπινου ενδιαφέροντος» σχετικά με το φαινόμενο που κρατάτε στα χέρια σας, και όπως ήταν αναμενόμενο ο φιλάνθρωπος εκδότης μας με τράβηξε με το ζόρι στο γραφείο του για να απαντήσω στην εκδοχή αυτού του βλάκα για το αιώνιο ερώτημα: «Πού πηγαίνει το ροκ;»

«Το έχουν κυριεύσει οι Γερμανοί και οι μηχανές», απάντησα χωρίς δισταγμό. Και αυτό ακριβώς πιστεύω, μέχρι τα βάθη της βρώμικης ψυχής μου. Όλοι μιλάνε για το κράουτ-ροκ και η εκκωφαντική επιτυχία του Autobahn των Kraftwerk είναι κάτι παραπάνω από το πιο πρόσφατο στοιχείο που στηρίζει τον ισχυρισμό ότι αυτό το τευτονικό χωρατό δεν είναι απλώς ένας δίσκος, αλλά ένα κατηγορητήριο. Ένα κατηγορητήριο κατά όλων αυτών που πιθανόν θα αντιστέκονταν στην αναίμακτη αλλά σιδηρά θέληση και τάξη που θα φέρει η αναπόδραστη αυγή της μηχανική εποχής.

Σκεφτείτε το:
Κάποιοι αποκαλούσαν τον Τσακ Μπέρι «μηχανικό της κιθάρας» (τουλάχιστον έτσι άκουσα να τον λέει κάποτε ένας φαν των Moody Blues). Ο λόγος; Επειδή και ένας ηλίθιος θα μπορούσε να παίξει τα σχήματά του. Γεγονός που, όπως όλοι γνωρίζουμε από την προϊστορία του πανκ ροκ, είναι η αληθινή ομορφιά τους. Όμως, αναλογιστείτε: Αν οποιοσδήποτε ηλίθιος μπορεί να τα παίξει, γιατί να μην εξαφανίσουμε εντελώς τέτοια γενετικά λάθη, να φορτώσουμε σε μια καρτέλα υπολογιστή το «Johnny Be Goode», και να αφήσουμε τις μηχανές να τα παίξουν αυτές, σε πλήρη, σιωπηλή αρμονία με το Κυβερνητικό Αναπόφευκτο; Ένα γιγαντιαίο άλμα προς αυτό τον ευγενή σκοπό επιτεύχθηκε με την έλευση ενός πρωτόγονου ηχητικού μοντέλου –κάτι σαν το Model T της Ford – που λεγόταν Άλβιν Λι, και ο οποίος όχι μόνο μπορούσε να αναπαράγει τα ριφ του Τσακ Μπέρι με τη σέσουλα, αλλά και να τα παίζει στις 78 στροφές. Όπως είναι ευρέως γνωστό, οι Γερμανοί ήταν αυτοί που επινόησαν την αμφεταμίνη, η οποία, περισσότερο από όλα τα προσβάσιμα εργαλεία, έχει φέρει τα ανθρώπινα πλάσματα πιο κοντά στην κατάσταση της μηχανής, και χωρίς μεθαμφεταμίνες ποτέ δεν θα είχαμε τέτοιες εμβληματικές εξάρσεις της υποκουλτούρας όπως ο Λένι Μπρους, ο Μπομπ Ντίλαν, ο Λου Ριντ και οι Velvet Underground, o Νιλ Κάσαντι, ο Τζακ Κάσαντι, ο Τζακ Κέρουακ, το «Ουρλιαχτό» του Άλεν Γκίνσμπεργκ, οι Blue Cheer, οι Cream και το Creem, όπως και οι θεσπέσιες ερμηνείες στις ταινίες του Άντι Γουόρχολ που άντλησαν έμπνευση από την ηρωίνη. Έτσι, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι στην πραγματικότητα, πραγματικοί υπεύθυνοι για το Blonde on Blonde και το On The Road ήταν οι Γερμανοί: το ράιχ δεν πέθανε ποτέ, απλώς μετουσιώθηκε στα αμερικανικά αρχέτυπα, αλεσμένο από κούκλες βιτρίνας με άδειο βλέμμα και νευρικά δάχτυλα λοκαρισμένα πάνω σε γραφομηχανές και κιθάρες, σαν ρινόκεροι που συνουσιάζονται.


Βεβαίως, ελάχιστοι αμφεταμινάκηδες είναι διατεθειμένοι να ομολογήσουν το βίτσιο τους, έτσι χρειάστηκε να περάσει λίγος καιρός μέχρις ότου η γένεση των σπουδαιότερων πολιτιστικών τεχνουργημάτων να πιστωθεί στη μηχανοποίηση. Στις μέρες μας, κανείς δεν θέλει να μείνει πίσω. Οι άνθρωποι γκρίνιαζαν για μπάντες όπως οι Monkees και οι Archies, θυμίζοντας ψηφοφόρους που διαμαρτύρονται για τις «μηχανές της πολιτικής» και μόλις πρόσφατα ένας φίλος μου έκανε πίσω τρομαγμένος βλέποντας για πρώτη φορά στους Kiss, τους οποίους αποκάλεσε «Όλα όσα με κάνουν να αηδιάζω με το ροκ εν ρολ στις μέρες μας- είναι κανονικά αυτόματα».
Αυτό που δεν κατάφερε να πάρει είδηση ήταν πως μερικές φορές τα αυτόματα αντιπροσωπεύουν τα καλύτερα δείγματα ενός μαζικά παραγόμενου, αναλώσιμου προϊόντος όπως το ροκ. Βεβαίως η ιστορία θα έχει τον τελευταίο λόγο, και ήταν αναπόφευκτο ότι θα εμφανίζονταν μπάντες όπως οι Blue Öyster Cult, οι οποίοι τραγουδούν για την αποανθρωποποίηση ενώ ασυνείδητα εκπληρώνουν την ίδια τους την προφητεία, αν και κάπως αποπροσανατολισμένοι από το γεγονός πως οι ίδιοι εκτελούν τα τραγούδια τους σαν ρομπότ που οι παραγωγοί πατάνε τα κουμπιά τους. Μέχρι τότε οι μηχανές είχαν βγάλει τα βιούμετρα για τα καλά από τις ντουλάπες και πρόσφατα είχαμε την τύχη να γίνουμε μάρτυρες προάγγελων της ευρύτερης επανάστασης όπως το «Ork Alarm» των Magma. («Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι από μία μη περιγράψιμη ύλη η οποία είναι για τις μηχανές αυτό που είναι οι μηχανές για τον άνθρωπο…») Και βεβαίως το Metal Machine Music του Λου Ριντ, μία απόπειρα για γρήγορη κονόμα που αξιολογείται σε άλλο σημείο αυτού του τεύχους.
Όμως το Κυβερνητικό Αναπόφευκτο εμπερικλείει πολλά περισσότερα από αυτό το είδος μεθανασίας. Με τα λόγια του ποιητή, υπάρχουν «μηχανές γεμάτες χάρη». Μακριά από τη μυρωδιά καμένου μετάλλου των υπό έκρηξη αστέρων, υπάρχει και αιωρείται το περίπλοκο βάλσαμο των Kraftwerk.

Ίσως αναρωτιέστε πώς μπορώ να συνδέω την γκαζωμένη υστερία παθολογικών περιστατικών ιδεοψυχαναγκασμού όπως ο Μπρους, ο Ντίλαν και ο Ριντ, με τις ψυχρές, καθαρές γραμμές των Kraftwerk. Είναι απλό. Οι Γερμανοί επινόησαν το «σπιντ» με σκοπό να καταστρέψουν τους Αμερικανούς με δική τους βούληση (και τους Άγγλους – ας μην ξεχνάμε τον Ρικ Γουέικμαν και τους Emerson, Lake & Palmer), αφήνοντας έτσι τον κόσμο της ποπ μουσικής ελεύθερο για την απόλυτη κατάκτηση. Ένας φίλος με ρώτησε κάποτε πώς άντεχα να ακούω τον «Xορό των Σπαθιών» στην εκτέλεση των Love Sculpture γνωρίζοντας ότι οι παραγωγοί είχαν βάλει τη μαγνητοταινία να παίξει πιο γρήγορα, αποκρίθηκα: «Η μηχανή μπορεί να κάνει καλύτερα όσα μπορεί να κάνει το χέρι». Θα μπορούσα να είχα προσθέσει ότι η μηχανή μπορεί να κάνει χωρίς προσπάθεια όλα όσα το χέρι μπορεί να κάνει με νευρικότητα. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε ένα γερμανικό συγκρότημα να καλπάζει με 965 μίλια σαν να μην υπάρχει αύριο; Όχι, οι Γερμανοί έχουν συνειδητοποιήσει ότι η απόλυτη εξουσία ασκείται με ήπιο τρόπο, άσχετα αν πρόκειται για τους Can με τις ατελείωτες κυκλοτερείς συνδέσεις τους, τους Tangerine Dream που επιχειρούν βυθομετρήσεις της Θάλασσας των Σαργασσών ή τους Kraftwerk που αρμενίζουν στις Autobahn κλεισμένοι στα αεροστεγή τους οχήματα.
Εν αρχή, υπήρξε η ανάδραση: οι μηχανές που μιλούσαν μόνες τους, απαντώντας στους υποτιθέμενους κυρίους τους με ουρλιαχτά του παράδοξου γάμου τους. Σταδιακά οι άνθρωποι έμαθαν να ελέγχουν την ανάδραση, ή τουλάχιστον έτσι νόμισαν, και το επόμενο βήμα ήταν η εισαγωγή πιο εκλεπτυσμένων παραμορφώσεων και τεχνητών ήχων με τη μορφή των συνθεσάιζερ, τα οποία οι ανθρώπινες υπάρξεις επεδίωξαν επίσης να ελέγξουν. Στη μουσική των Kraftwerk και των συναφών συγκροτημάτων του παρόντος και του μέλλοντος βλέπουμε επιτέλους την αναμενόμενη κορύφωση αυτής της επανάστασης, καθώς οι μηχανές όχι μόνο κατανικούν τις ανθρώπινες υπάρξεις και παίζουν μαζί τους, αλλά και τις απορροφούν, μέχρι που ο επιστήμονας και η τεχνολογία του, έχοντας αναπτύξει μία ανώτερη δική τους συνείδηση, γίνονται ένα και το αυτό.

 


Οι Kraftwerk, που το όνομά τους σημαίνει «Εργοστάσιο παραγωγής ισχύος», έχουν μία λέξη γι’ αυτή την εκστατική σύνοδο: Menschmaschine, που μεταφράζεται ως «άνθρωπος-μηχανή». Συνομιλώ με τον Ραλφ Χάτερ και τον Φλόριαν Σνάιντερ που ηγούνται από κοινού των Kraftwerk, για τους οποίους επιμένουν ότι δεν είναι συγκρότημα, αλλά ένα πεδίο υποθέσεων. Έχουμε μόλις επιστρέψει στο ξενοδοχείο τους από μία συναυλία, όπου οι Kraftwerk εκτέλεσαν την επιτυχία τους «Autobahn», όπως και άλλα γαλαξιακά στάνταρ όπως τα «Kometen-melodie» («Η μελωδία του κομήτη»), «Mitternacht» («Μεσάνυχτα»), «Morgenspaziergang» («Πρωινός περίπατος», που περιέχει τιτιβίσματα πουλιών), καθώς και την τέλεια απομίμηση μέσω συνθεσάιζερ μιας ατμομηχανής τραίνου η οποία σίγουρα είναι η προγραμματισμένη συνέχεια του «Autobahn», υπνωτίζοντας το μικρό αλλά συνεπαρμένο κοινό τους. (Τουλάχιστον τους μισούς από τους φίλους που είχα πάρει μαζί μου, τους πήρε ο ύπνος. Αλλά δεν πειράζει). Τώρα οι μαγνητοταινίες έχουν σταματήσει να γυρίζουν και οι υπολογιστές έχουν μπει στα κουτιά τους για την επόμενη εμφάνιση, ενώ οι δύο περκασιονίστες των Werk, o Βόλφγκανγκ Φλουρ και ο Καρλ Μπάτος οι οποίοι παίζουν ενισχυόμενα παντ που έχουν περίπου τις διαστάσεις ενός πίνακα Ouija αντί για κανονικά ακουστικά τύμπανα, έχουν αποσταλεί στα αντίστοιχά δωμάτιά τους, αποκλεισμένοι από τη συνέντευξη, επειδή τα αγγλικά τους δεν είναι και τόσο σέξι. (Έχω ακούσει από μέλη συγκροτημάτων που έπαιζαν στο ίδιο φεστιβάλ με τους Kraftwerk ότι πλησίασαν αυτούς τους κυρίους λέγοντάς τους, «Ώστε θέλατε να σουτάρετε όλους τους ρόντις μας;…» Οι Γερμανοί χαμογέλασαν και τους χτύπησαν φιλικά στον ώμο: «Για, για…». Τώρα ο Ραλφ και ο Φλόριαν κάθονταν απέναντί μου, σοβαροί ως εκεί που δε πάει με τα μαύρα τους κουστούμια, τις στενές γραβάτες και τα κοντοκουρεμένα μαλλιά τους, και μου εξηγούσαν ήρεμα την τροποποίηση της συμπεριφοράς μέσω της τεχνολογίας.

 


«Πιστεύω ότι το συνθεσάιζερ ανταποκρίνεται άμεσα σε διαφορετικές προσωπικότητες», λέει ο Ραλφ, που τα σχεδόν αγορίστικα χαρακτηριστικά του προσώπου του είναι λιγότερα αδρά από του Φλόριαν, ο οποίος μοιάζει, όπως το έθεσε ένας φίλος, «λες και θα μπορούσε να συναρμολογήσει έναν υπολογιστή ή να πατήσει ένα κουμπί που θα τίναζε τον μισό κόσμο στον αέρα χρησιμοποιώντας το ίδιο ποσό συναισθήματος». «Πολλοί το θεωρούν ένα ψυχρό μηχάνημα», συνεχίζει ο Ραλφ, «αλλά αμέσως μόλις βάζεις ένα διαφορετικό άτομο μπροστά σε ένα συνθεσάιζερ, εκείνο (το συνθεσάιζερ) ανταποκρίνεται πολύ άμεσα σε διαφορετικές δονήσεις. Πιστεύω ότι είναι πολύ πιο ευαίσθητο από ένα παραδοσιακό όργανο όπως η κιθάρα».
Ίσως γι’ αυτό, λίγο πριν την περιοδεία τους στην Αμερική, οι Kraftwerk αποκαθάρθηκαν από τον κιθαρίστα/βιολιστή Κλάους Ρέντερ, βάζοντας στη θέση τους τον Μπάρτος. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να λαμβάνει κανείς υπόψη του τα υπέρ και τα κατά μιας προσωπικότητας - ρώτησα τον Χάτερ αν ένα συνθεσάιζερ μπορεί να καταλάβει τι είδους άνθρωπος είσαι και εκείνος απάντησε: «Ναι. Είναι σαν ακουστικός καθρέφτης». Παρατήρησα ότι το επόμενο λογικό βήμα θα ήταν οι μηχανές να παίξουν εσένα. Έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Το κάνουμε ήδη. Όταν το πράγμα φτάνει σε μία συγκεκριμένη φάση, ξεκινάει κάτι σαν ρομποτική λειτουργία. Τότε το συνθεσάιζερ αρχίζει να παίζει μόνο του… δεν είναι πια εσύ κι εγώ, είναι αυτό. Παρ’ όλα αυτά, δεν διαθέτουν όλες οι μηχανές τέτοια συνείδηση. Κάποιες μηχανές περιορίζονται σε ένα συγκεκριμένο είδος εργασίας, αλλά οι πολύπλοκες μηχανές….»
«Ολόκληρο το σύμπλεγμα που χρησιμοποιούμε», συνεχίζει ο Φλόριαν, μιλώντας για τον εξοπλισμό και το στρατηγείο τους στην πατρίδα τους στο Ντίσελντορφ, «θα μπορούσε να ειδωθεί ως μία μηχανή που διαιρείται σε διαφορετικά κομμάτια». Τα οποία, βεβαίως, περιλαμβάνουν και τις ανθρώπινες υπάρξεις μέσα της. «Το Menschmaschine είναι η ακουστική μας σύλληψη, και οι Kraftwerk είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής ισχύος – αν το συνδέσεις με το ηλεκτρικό ρεύμα, αρχίζει να λειτουργεί. Είναι ανάδραση. Μπορείς να τζαμάρεις με ένα αυτόματο μηχάνημα, μερικές φορές, όταν είστε μόνοι εσύ κι αυτό στο στούντιο».
Αναφέρθηκαν επίσης στο στούντιό τους ως το «εργαστήριό τους» και αναρωτήθηκα φωναχτά αν συνάντησαν συγκεκριμένους κινδύνους στα πειράματά τους. Πώς μπορείς να εμποδίσεις τις μηχανές από το να κυριαρχήσουν, ή τουλάχιστον να σε βγάλουν στην ανεργία; «Είναι σαν ένα αυτοκίνητο», μου εξήγησε ο Φλόριαν. «Έχεις τον έλεγχο, αλλά η απόφαση του πόσο θέλεις να το ελέγξεις ανήκει σε σένα. Αν το αφήσεις να τσουλήσει, το αυτοκίνητο θα καταλήξει κάπου, ίσως να βγει από το δρόμο. Μας έχουν συμβεί ηλεκτρονικά ατυχήματα. Και είναι επίσης πιθανό να καταστρέψεις το μυαλό σου. Όμως αυτό είναι το ρίσκο που παίρνει κάποιος. Έχουμε δύναμη. Απλώς εξαρτάται από το τι θα κάνεις μ’ αυτήν».
Αναρωτήθηκα αν μπορούσαν να δουν κάποιες επιπτώσεις αυτών που θα μπορούσαν να κάνουν με αυτήν. «Ναι», είπε ο Ραλφ, «είναι η μουσική μας, χειριζόμαστε το ακροατήριο. Με αυτό έχει να κάνει. Όταν παίζεις ηλεκτρονική μουσική, έχεις τον έλεγχο της φαντασίας των ανθρώπων στον χώρο, και μπορεί να φτάσει σε ένα σημείο όπου γίνεται σχεδόν σωματικό».
Ανέφερα τις θεωρίες του Γουίλιαμ Μπάροουζ, ο οποίος λέει ότι μπορείς να πυροδοτήσεις μια εξέγερση μόνο με δύο μαγνητόφωνα και τους ρώτησα αν εκείνοι μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν ήχο που θα οδηγούσε σε εξέγερση, που θα τα έκανε όλα λίμπα. Θα ήθελαν να κάνουν κάτι τέτοιο;
«Συμφωνώ με τον Μπάροουζ», είπε επιφυλακτικά ο Φλόριαν. «Θα ήταν σαν μπούμερανγκ».
«Θα έφερνε μεγάλη δημοσιότητα», τον τσίγκλησα.
«Θα ήταν το τέλος», είπε ο Φλόριαν, ήρεμα και συγκροτημένα. «Ένα άτομο που κάνει πειραματική μουσική πρέπει να είναι υπεύθυνο για τα αποτελέσματα των πειραμάτων του. Θα μπορούσαν να αποβούν πολύ επικίνδυνα από συναισθηματική άποψη».
Τους είπα ότι θεωρούσα τη μουσική τους μάλλον αντί-συναισθηματική, και ο Φλόριαν ήρεμα και υπομονετικά μου εξήγησε ότι το «συναίσθημα» είναι μια περίεργη λέξη. Υπάρχει το ψυχρό συναίσθημα, όπως και πολλά άλλα συναισθήματα, και όλα είναι εξίσου έγκυρα. Στην περίπτωσή τους, το συναίσθημα δεν είναι σωματικό, είναι διανοητικό. Μας αρέσει να αγνοούμε το ακροατήριο όσο παίζουμε, και να επικεντρωνόμαστε στη μουσική όσο περισσότερο μπορούμε. Μας ενδιαφέρει πολύ η καταγωγή της μουσικής, η πηγή της. Ο ανόθευτος ήχος είναι κάτι που θα θέλαμε πάρα πολύ να πετύχουμε».
Κυνηγάνε την ουρά του ανόθευτου ήχου για κάμποσο καιρό. Ξεκίνησαν σαν συνθέτες ηλεκτρονικής κλασικής μουσικής στην παράδοση του Στοκχάουζεν, μεγάλωσαν ακούγοντας από τη μία μεταμεσονύκτιες εκπομπές ηλεκτρονικής μουσικής και από την άλλη τους Beach Boys, που άσκησαν πάνω τους τεράστια επιρροή, όπως γίνεται εμφανές στο «Autobahn», παρόλο που «δεν στοχεύουμε τόσο πολύ στη μουσική, αλλά στην ψυχολογική δομή κάποιου σαν τους Beach Boys». Γνωρίστηκαν σε μια μουσική ακαδημία, ξεκίνησαν το 1970 στήνοντας το δικό τους στούντιο, «και αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στη μουσική, χτίζοντας εξοπλισμό», με απώτερο στόχο τον τελικό πολιτιστικό επανεξοπλισμό της χώρας των πατέρων τους.


«Μετά τον πόλεμο», εξηγεί ο Ραλφ, «η γερμανική ψυχαγωγία καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι Γερμανοί καταληστεύτηκαν από την κουλτούρα τους, βάζοντας πάνω της ένα αμερικανικό κεφάλι. Πιστεύω ότι είμαστε η πρώτη μεταπολεμική γενιά που το αποτινάσσει αυτό, και ξέρουμε πού να νιώσουμε την αμερικανική μουσική και πού να νιώθουμε οι εαυτοί μας. Είμαστε το πρώτο γερμανικό συγκρότημα που ηχογραφεί στη μητρική του γλώσσα, χρησιμοποιούμε το δικό μας ηλεκτρονικό υπόβαθρο και δημιουργούμε μία κεντροευρωπαϊκή ταυτότητα για τους εαυτούς μας. Βλέπεις άλλα συγκροτήματα σαν τους Tangerine Dream που παρόλο που είναι Γερμανοί, έχουν αγγλικό όνομα. Έτσι δημιουργούν επί σκηνής μια αγγλοαμερικανική ταυτότητα, την οποία εμείς αρνούμαστε εξ ολοκλήρου. Θέλουμε ολόκληρος ο κόσμος να μάθει το υπόβαθρό μας. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι είμαστε από τη Γερμανία, επειδή η γερμανική νοοτροπία, η οποία είναι πιο προηγμένη, θα είναι πάντα μέρος της συμπεριφοράς μας. Δημιουργούμε μέσα από τη γερμανική γλώσσα, η οποία είναι πολύ μηχανική και τη χρησιμοποιούμε ως βασική δομή της μουσική μας. Όπως επίσης και τις μηχανές από τις βιομηχανίες της Γερμανίας».
Όσο για το αν κυριαρχήσουν οι μηχανές, τόσο το καλύτερο. «Χρησιμοποιούμε μαγνητοταινίες με προηχογραφημένα μέρη, και επίσης παίζουμε μαγνητοταινίες στις εμφανίσεις μας. Όταν ηχογραφήσαμε στην τηλεόραση δεν μας επέτρεψαν να παίξουμε τις μαγνητοταινίες ως μέρος της παράστασής μας, επειδή η ένωση μουσικών πίστευε ότι θα έμεναν άνεργοι. Εγώ πιστεύω ακριβώς το αντίθετο: Ότι με καλύτερες μηχανές μπορείς να δουλέψεις καλύτερα και ότι θα είσαι σε θέση να ξοδέψεις το χρόνο και την ενέργειά σου σε ένα ανώτερο επίπεδο».
«Δεν έχουμε ανάγκη από χορωδία», προσθέτει ο Φλόριαν. «Απλώς γυρνάμε το κλειδί και να η χορωδία».
Αναρωτήθηκα φωναχτά αν θα ήθελαν να φτάσουν σε σημείο να βάλουν ηλεκτρόδια στον εγκέφαλό τους έτσι ώστε ό,τι σκέφτονταν να βγαίνει μέσα από ένα ηχείο. «Ναι», είπε ενθουσιασμένος ο Ραλφ, «αυτό θα ήταν φανταστικό».
Η τελική λύση στο μουσικό πρόβλημα, πρότεινα.
«Όχι, όχι η λύση. Το επόμενο βήμα».
Έπειτα ομολόγησαν ότι σκόπευαν να ξοδέψουν όλα τα χρήματα από αυτή την περιοδεία σε μεγαλύτερα και καλύτερα μηχανήματα, ότι δουλεύουν στο εργαστήριο/στούντιό τους για αναψυχή, και ότι η ενδυματολογική πλευρά τους που θύμιζε τον πρωτοπόρο των πυραύλων Βέρνερ φον Μπράουν ήταν «μέρος της γερμανικής επιστημονικής προσέγγισης».
«Όταν ο πύραυλος πήγαινε στο φεγγάρι», είπε ο Ραλφ, «Ένιωθα τέτοια συναισθηματική έξαψη... Όταν το είδα αυτό στην τηλεόραση, σκέφτηκα ότι ήταν μία από τις καλύτερες περφόρμανς που είχα δει ποτέ».
Και μιλώντας για περφόρμανς και έχοντας κατά νου τη γενική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, τους ρώτησα τι είδους γκρούπις είχαν. «Δεν έχουμε γκρούπις», απάντησε απότομα ο Φλόριαν. «Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Πρόκειται εξ ολοκλήρου για επινόηση των μίντια».
Εντάξει τότε, ποια είναι η γνώμη τους για τα αμερικανικά ή βρετανικά συγκροτήματα που είτε χρησιμοποιούν συνθεσάιζερ ή γερμανικούς-χιτλερικούς υπαινιγμούς; Νιώθουν ότι οφείλουν κάτι στους Pink Floyd; «Όχι. Το αντίθετο συμβαίνει. Οι Pink Floyd αντλούν υλικό από τον γαλλικό κλασικισμό και την γερμανική ηλεκτρονική μουσική. Και περφόρμανς σαν του Ρικ Γουέικμαν δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη μουσική μας», τόνισε ο Ραλφ. «Είναι κάτι άλλο… ένα ψυχαγωγικό τέχνασμα. Δεν είναι ηλεκτρονική μουσική, είναι κόλπα για τσίρκο σε ένα συνθεσάιζερ. Το βρίσκω παρανοϊκό. Δεν θέλω να απογοητεύσω κανέναν, αλλά δεν μπορώ να το ακούσω. Νευριάζω. Είναι παραδοσιακό».
Όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο, το γούστο τους για τους Αμερικανούς καλλιτέχνες στρέφεται σε εκείνους που ξεμυαλίζονται (και καταβάλλονται) από την αδρεναλίνη. «Οι MC5, και η χέβι μέταλ μουσική του Ντιτρόιτ. Νομίζω ότι ο Ίγγυ και οι Stooges έχουν να κάνουν με την ενέργεια, και οι Velvet Underground είχαν ισχυρές γερμανικές επιρροές – η Νίκο έχει γεννηθεί στην Κολωνία, κοντά στο μέρος που ζούμε. Έχουν αυτή τη γερμανική ντανταϊστική επιρροή από τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Μου αρέσει πάρα πολύ το «European Son». Υπάρχει μία τευτονική διάσταση στη μουσική της Νίκο και του Τζον Κέιλ, κάτι που βρίσκω υπέροχο. Πιστεύω ότι ο Λου Ριντ στο Berlin προβάλλει τη κατάσταση μιας κατασκοπικής ταινίας, με τον κατάσκοπο να στέκεται στην ομίχλη καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Μου έχουν επίσης πει για τη σειρά «Hogan’s Heroes», αν και δεν την έχω δει. Πιστεύουμε πως ό,τι κι αν συμβαίνει, οι Αμερικανοί δεν μπορούν να σχετιστούν με όλο αυτό. Κάθε απόπειρά τους παραμένει αμερικανικό ποπ κορν, τσιχλόφουσκα. Βρίσκω τους Blue Öyster Cult αστείους».
Παρ’ όλα αυτά δεν βρήκαν καθόλου αστείο το ότι επιχείρησα να κλείσω τη συνέντευξη ρωτώντας τους αν το άλλο πρωί θα ήθελαν να φωτογραφηθούν δίπλα στον αυτοκινητόδρομο του Ντιτρόιτ. «Όχι», είπε εμφατικά ο Ραλφ. «Δεν ποζάρουμε. Έχουμε τις δικές μας φωτογραφίες».
Γιατί; «Επειδή», απάντησε με επίπεδη φωνή, «είμαστε παρανοϊκοί».
Είχε μόλις αρχίσει να εξηγεί τις επιπτώσεις της γερμανικής παράνοιας όταν ο Φλόριαν σηκώθηκε απότομα, άνοιξε το παράθυρο για να φύγει ο καπνός και έπειτα πήγε στην εξώπορτα και την άνοιξε, εξηγώντας με μια παράξενη, ευγενική επιτακτικότητα ότι «δώσαμε άλλη μια συνέντευξη, στο Rolling Stone, αλλά δεν κράτησε τόσο. Τώρα είναι ώρα να αποσυρθούμε. Ζητούμε συγνώμη».
Μας συνόδευσε στο χολ, έκλεισε την πόρτα με ένα ανεπαίσθητο κλικ και κοιταχτήκαμε ελαφρά σοκαρισμένοι. Παρ’ όλα αυτά, ήταν μια κάποια ανακούφιση να ξέρεις ότι τελικά, κοιμόντουσαν στ’ αλήθεια.

-Creem, Σεπτέμβριος 1975 (Μετάφραση από τα Αγγλικά: ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΦΩΛΙΑΣ)

Διαβάστε επίσης σχετικά άρθρα στο Merlin's Music Box: Οι θορυβώδεις υπέρμαχοι της λευκής κυριαρχίας και Στο Μυαλό του Lester Bangs και Κraftwerk: Άνθρωποι, μηχανές και μουσική


image

Alex K

Ο Αλέξης Καλοφωλιάς (Alex K.) είναι μουσικός και μεταφραστής.
 
 
 
image

Alex K

Ο Αλέξης Καλοφωλιάς (Alex K.) είναι μουσικός και μεταφραστής.
 
 
 
image

Alex K

Ο Αλέξης Καλοφωλιάς (Alex K.) είναι μουσικός και μεταφραστής.
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1