Χώρα το όνειρο

Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

Πριν μερικές ημέρες διάβασα εδώ στο Merlin’s Μusic Βox, ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο της Φαίης Φραγκισκάτου, σχετικό με το ότι στην Ελλάδα δεν αναπτύχθηκε ποτέ μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η αστυνομική νουάρ λογοτεχνία. Μια «σχολή», η οποία την ίδια περίοδο γνώρισε μεγάλη άνθιση τόσο στην Ευρώπη, με κυριότερες χώρες τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, όσο και στις ΗΠΑ. Η Φαίη προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα για ποιους λόγους δεν συνέβη αυτό στην Ελλάδα, όπως μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο της. Τα επιχειρήματα που αναπτύσσει είναι σωστά, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι. Η δική μου άποψη είναι ότι το μετεμφυλιακό κράτος προσπάθησε να κάθε τρόπο να κρύψει στα “υπόγεια” κάθε τι που «χαλούσε» την αφήγησή του γύρω από τη πραγματικότητα της καθημερινής ζωής μιας ρημαγμένης χώρας που μόλις είχε βγει από έναν άγριο ιδεολογικό εμφύλιο πόλεμο. Γιατί, όπως το ελληνικό κράτος της εθνικοφροσύνης δεν ήθελε επ’ ουδενί να παραδεχτεί ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν στην Ελλάδα φτωχοί αλλά και ψυχικά πάσχοντες, έτσι δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι στην Ελλάδα υπήρχαν παραβατικές συμπεριφορές -πόσο μάλλον εγκλήματα- ειδικά αν αυτές οι συμπεριφορές προέρχονταν από την αστική κυρίαρχη τάξη. Μια τάξη η οποία πολύ εύστοχα χαρακτηρίστηκε τα κατοπινά χρόνια ως «λούμπεν αστική τάξη», μιας και είχε (και συνεχίζει να έχει) όλα τα λούμπεν χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά της απέναντι στους αποκάτω.
Η ιστορία που θα σας διηγηθώ έρχεται να συμπληρώσει κατά κάποιο τρόπο το σκεπτικό της Φαίης και ταυτόχρονα επιχειρηματολογεί υπέρ της άποψης που σας ανέφερα πιο πάνω.

Ελλάς, η χώρα της χαράς και της ανεμελιάς
«Με εντολή της κυβέρνησης και κατόπιν προσωπικής παρέμβασης του κυβερνητικού εκπροσώπου και υφυπουργού τύπου Σίμου Κεδίκογλου, το ΕΣΡ αποφάσισε να υποδείξει στους τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας να μην προβάλλουν πλάνα αστέγων και εικόνες με ανθρώπους σε κατάσταση εξαθλίωσης που ψάχνουν στα σκουπίδια για τροφή κλπ, από τη σύγχρονη Ελλάδα». ( από τις εσωτερικές στήλες των εφημερίδων 23/1/13)

Είναι αρκετές οι στιγμές όπου μέσα από τις “μικρές” ειδήσεις, αυτές που κρύβονται στις εσωτερικές σελίδες και στα μονόστηλα του καθεστωτικού έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου, μπορούμε να κατανοήσουμε περισσότερο και από τους πρωτοσέλιδους υπέρτιτλους την πολιτική κατάσταση που επικρατεί σε ένα κράτος. Μια τέτοιου είδους είδηση είναι και αυτή που παραθέτω πιο πάνω. Η συγκεκριμένη είδηση τότε δεν προβλήθηκε όσο της «άξιζε» από τα αστικά μέσα. Αγνοήθηκε δε εντελώς από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων της κρατικής προπαγάνδας (και πώς, άλλωστε, θα μπορούσε να μην έχει αγνοηθεί).
Είναι γνωστή η θεωρία ότι η ιστορία συχνά επαναλαμβάνεται ως φάρσα και στη χώρα που κάποιοι βάφτισαν Ελλάδα η φάρσα είναι σήμα κατατεθέν των κυριάρχων της. Ας κάνουμε λοιπόν ένα μικρό ταξίδι στη μνήμη και στο πρόσφατο παρελθόν αυτής της χώρας.

Η εξουσία δεν ανέχεται τη πραγματικότητα

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του '60. Έχει περάσει μια και πλέον δεκαετία από το τέλος του εμφυλίου πολέμου και η Ελλάδα έχει χωριστεί σε νικητές και ηττημένους. Νικητές οι άλλοτε συνεργάτες των Γερμανών ναζί, αυτοί που αφού ξεμπέρδεψαν πρώτα από τη «ρετσινιά» του δωσίλογου, του ταγματασφαλίτη και του μαυραγορίτη και, κατόπιν, με τα «φαντάσματα» των «αναρχοκομμουνιστοληστοσυμμοριτών», οικοδομούν της Ελλάδα της εθνικοφροσύνης. Στελεχώνουν τις εθνικόφρονες κυβερνήσεις και τον κρατικό μηχανισμό, προβάρουν τα ευρωπαϊκά κουστούμια τους προκειμένου να πείσουν το πόπολο ότι «ανήκομεν εις την δύσιν», γίνονται επιφανείς μεγαλοεπιχειρηματίες.

Οι ηττημένοι, από την άλλη πλευρά, είναι αυτοί που αντιστάθηκαν πολεμώντας το ναζισμό και τον φασισμό, αυτοί που πάλεψαν ενάντια στην μεγαλοαστική τάξη, και όσοι από αυτούς δεν κατέληξαν ξεχασμένοι σε ένα τάφο ή σε ένα λάκκο σε κάποιο βουνό, κάθισαν στα εδώλια των κατηγορουμένων στα έκτακτα στρατοδικεία, γέμισαν τις εξορίες και τις φυλακές πολιτικών κρατουμένων, αντίκρισαν τις κάννες των εκτελεστικών αποσπασμάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ακόμη αυτοί, οι διαρκείς ηττημένοι, που ζούσαν μέσα στη φτώχεια και την οικονομική εξαθλίωση. Αυτοί που κατά κύματα μετανάστευαν στα δυτικά σκλαβοπάζαρα και τις φάμπρικες της Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Αυστραλίας, αφήνοντας πίσω τους στρατιές ανέργων και απόρων που επιβίωναν «με τα ψέματα». Την εποχή που η Ελλάδα συνδέεται με την ΕΟΚ (πρώτη χαλαρή οικονομική σύνδεση το 1961), εξακολουθούν αμείωτες οι συλλήψεις και οι παντός είδους διώξεις των «αντιφρονούντων», ενώ τελεί σε ισχύ το καθεστώς των «έκτακτων μέτρων». Οι εθνικόφρονες εφημερίδες της εποχής αρθρογραφούν εκβιαστικά υπέρ του μονοκομματισμού και, σε περίπτωση αποτυχίας του, «άλλος δρόμος από την δικτατορία δεν υπάρχει». Αν όλα αυτά σας θυμίζουν σημερινές καταστάσεις, μη τρομάζετε, δεν γύρισε ο χρόνος πίσω, είναι η «φάρσα» που λέγαμε.

Συνοικία το όνειρο. Όταν η πραγματικότητα γίνεται ταινία

(«Μικρά κι ανήλιαγα στενά και σπίτια χαμηλά μου, βρέχει στη φτωχογειτονιά, βρέχει και στην καρδιά μου» - Τάσος Λειβαδίτης)

Αθήνα 1961. Λίγα βήματα από τη λάμψη του κέντρου της Ομόνοιας που αρχίζει να θυμίζει σύγχρονη ευημερούσα δυτικοευρωπαϊκή μεγαλούπολη, μια φτωχογειτονιά της Αθήνας, ο Ασύρματος στα Πετράλωνα, είναι το κέντρο του κόσμου για τους ανθρώπους που ζουν εκεί (οι περισσότεροι σε παράγκες) και προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξεφύγουν απ' τη φτώχεια και την ανέχεια. Τη γειτονιά αυτή διαλέγει ο μεγάλος ηθοποιός Αλέκος Αλεξανδράκης για να γυρίσει μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, τη Συνοικία το Όνειρο. Ο Αλεξανδράκης, στο ρόλο όχι μόνο του ηθοποιού αλλά και του σκηνοθέτη, αναλαμβάνει να δείξει μια Αθήνα πολύ μακριά από την «επίσημη», κρατικά ωραιοποιημένη και «τουριστική» εικόνα της: τον αντίποδα της «λαμπερής Ελλάδας» του μιούζικαλ της αστικής ζωής και της Φίνος Φιλμς.
Σε σενάριο του Κώστα Κοτζιά και του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη, ο οποίος έχει γράψει και τους στίχους των τραγουδιών της ταινίας (ανάμεσά τους το κλασικό πια «Βρέχει στη Φτωχογειτονιά» με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση) και σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, βλέπει στα πρόσωπα των κατοίκων της περιοχής όλους αυτούς τους αντι-ήρωες που υποφέρουν, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, είναι πάμπτωχοι, απόκληροι της κοινωνίας, μικροκακοποιοί – αλλά πάντως υπάρχουν. Βρίσκονται εκεί, όσο κι αν ήθελε να τους αγνοεί η νεοδιαμορφωμένη μικροαστική κοινωνία και η αυτάρεσκη αστική τάξη. Σε μια πάρα πολύ δύσκολη εποχή πολιτικής και οικονομικής κρίσης, μέσα σε μεγάλη έξαρση της φτώχειας και της ανεργίας, οι χαρακτήρες αυτοί δίνουν το δικό τους «παρών», διεκδικούν κι αυτοί μια θέση στο όνειρο, ένα όνειρο που στα μάτια τους φαίνεται να έχει φτιαχτεί για όλους τους άλλους εκτός από αυτούς. Οι χαρακτήρες δεν είναι άλλοι από τους πραγματικούς κατοίκους της περιοχής που στα πρόσωπά τους ο Αλεξανδράκης βλέπει τους ιδανικούς κομπάρσους, οι οποίοι θα υποδυθούν τον εαυτό τους και στα σπίτια τους και τις παράγκες τους το ιδανικό σκηνικό για την ταινία του.

Ανάμεσά τους ο Ρίκος (Αλεξανδράκης), ένας πρώην κατάδικος και νυν μικροκομπιναδόρος. Αγαπημένη του είναι η Στεφανία (Αλίκη Γεωργούλη) που φλερτάρει με πλούσιους και με την ιδέα να ξεφύγει μια και καλή από τη φτωχογειτονιά. Ο ασκητικός «Νεκροθάφτης» (Μάνος Κατράκης ), σέρνεται, ενώ προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον εφιαλτικό, όπου ακούς μωρά να κλαίνε και υστερικές από τη φτώχεια γυναίκες να φωνάζουν. Μόνο μια τουαλέτα κι ένα τηλέφωνο εξυπηρετούν ολόκληρη τη συνοικία. Το νερό στου διαόλου τη μάνα... Ο ιταλικός νεορεαλισμός του Ντε Σίκα και του Ροσελίνι, ενσωματωμένος στην ελληνική πραγματικότητα της αυγής της δεκαετίας του ’60. Αυτό, φυσικά, ενόχλησε πολύ εκείνη την εποχή και η ταινία συνάντησε σθεναρή αντίδραση κατά την διανομή της.

Όταν η πραγματικότητα ανάγεται σε «κομμουνιστική προπαγάνδα»

Ανέκαθεν η ακροδεξιά, όποτε καθόταν στη καρέκλα της εξουσίας είχε σταθερά δίπλα της μια από τις πιο αγαπημένες της κόρες, τη λογοκρισία. Η παινεμένη κόρη της δεν θα μπορούσε να απουσιάζει στη περίπτωση της ταινίας. Μάλιστα, αν δεν κάνω λάθος, η Συνοικία το Όνειρο πρέπει να είναι η μοναδική ελληνική ταινία που τα «χέρια» της λογοκρισίας την ξέσκισαν κυριολεκτικά και για ένα διάστημα απαγορεύτηκε εντελώς η προβολή της. Η αρχική εμφάνιση της ταινίας στις αίθουσες προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, καθώς, σύμφωνα με τον υφυπουργό Τύπου Τριανταφυλλάκο της (Καραμανλικής) ΕΡΕ (ο Κεδίκογλου της εποχής), “δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας στο εξωτερικό”. Τώρα, αν η προηγούμενη ρήση σας θυμίζει σήμερα τον υπουργό προστασίας της κυριαρχίας και της Χρυσής Αυγής Νίκο Δένδια, που θα έκανε μήνυση στη βρετανική εφημερίδα Guardian για τους ίδιους λόγους επειδή αποκάλυψε τους πρόσφατους βασανισμούς αντιφασιστών στη ΓΑΔΑ, επίσης οφείλεται στη “φάρσα” που λέγαμε πιο πάνω.

Να τι είχε πει ο Αλεξανδράκης, όταν τον ρώτησαν για την ταινία και γιατί δεν είχε σκηνοθετήσει ποτέ κάποια άλλη μετά τη Συνοικία το Όνειρο: «Αυτή η ταινία δεν με αφορά, δεν με αντιπροσωπεύει. Για μένα τελείωσε στη λογοκρισία της. Η ταινία λογοκρίθηκε σε σημείο να μην την αναγνωρίζω. Χάρη στην προσωπική παρέμβαση της Ελένης Βλάχου (σ.σ. Η μεγαλοαστή, πανίσχυρη εκδότρια της Καθημερινής) στον Κωνσταντίνο Καραμανλή η ταινία προβλήθηκε τελικά, έστω και πετσοκομμένη. Όσο για τις κομμένες σκηνές – αυτές κάηκαν στην πυρά! Οι λογοκριμένες σκηνές δεν διασώθηκαν αλλά κάηκαν αμέσως στη σόμπα του λογοκριτή και ένας αστυνομικός διευθυντής, που διέκοψε την προβολή της τη πρώτη μέρα, μας είχε πει: “Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε; Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι, ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα !”».

Η πρώτη προβολή της ταινίας έγινε με επεισόδια, καθώς η αστυνομία και οι φασίστες παρακρατικοί αποπειράθηκαν να εμποδίσουν την είσοδο του κοινού στον κινηματογράφο και η παρακολούθησή της, ουσιαστικά, κατέληξε να είναι πράξη αντίστασης αφού η αστυνομία οδηγούσε για εξακρίβωση στοιχείων όποιον την παρακολουθούσε. Η ταινία δεν προβλήθηκε στις επαρχιακές πόλεις -ειδικά στις «εθνικά ευαίσθητες περιοχές» εκδόθηκε αυστηρή διαταγή απαγόρευσης- παρά μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα και τελικά τιμήθηκε έστω και αγρίως λογοκριμένη με δυο βραβεία στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης σε ειδική προβολή απόντος του κοινού.

Η φτώχεια καραδοκεί σαν φάντασμα πάνω από τα κεφάλια των ισχυρών

Στη περίπτωση της ταινίας που αναφέρθηκα, αυτό που ενόχλησε την ελληνική άρχουσα τάξη δεν ήταν κάποια αναφορά στις κομμουνιστικές ιδέες -κάτι ανύπαρκτο στην ταινία - ούτε το όσοι τη δημιούργησαν και έπαιξαν ήταν γνωστοί αριστεροί. Αυτό που ενόχλησε ήταν η ωμή αποτύπωση στο φιλμ της πραγματικότητας και της ζωής ενός λαού που υπέφερε από την ανέχεια και την εξαθλίωση, η απίστευτη τραγικότητα της ζωής τους, η ματαιότητα των ονείρων τους, η σκληρή πραγματικότητα που βίωναν, οι άθλιες συνθήκες, η μιζέρια, οι κοινωνικές ανισότητες που υφίσταντο, οι διαφορετικές ευκαιρίες, η κοινωνική αδικία, η απελπισία τους και το αδιέξοδό τους, όσο κι αν η κυβέρνηση ήθελε να ισχυρίζεται για το αντίθετο.
Αυτή την πραγματικότητα η ακροδεξιά κυβέρνηση της εποχής προσπάθησε να κρύψει «κάτω από το χαλάκι», αλλά δυστυχώς για αυτή τα σκουπίδιᨻ ήταν πάρα πολλά και ξεχείλιζαν συνεχώς.
Γιατί, προκειμένου να διασφαλιστεί η επιβίωση των πλουσιότερων και των ισχυρών, η αλήθεια πρέπει να ευνουχίζεται.
Και δυστυχώς ο ευνουχισμός αποτελεί μια διαχρονική πολιτική της κυριαρχίας.


image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1