Παίξε μπάλα! (…και... fuck modern football!)...

Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

«Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι ένα θλιβερό ταξίδι απόλαυσης και καθήκοντος. Στο βαθμό που το άθλημα έχει βιομηχανοποιηθεί, έχει χαθεί σιγά σιγά η ομορφιά που γεννιέται από τη χαρά που νιώθει κανείς μονάχα γιατί παίζει. Σε αυτόν τον κόσμο του τέλους του αιώνα μας το επαγγελματικό ποδόσφαιρο καταδικάζει οτιδήποτε δεν αποφέρει κέρδη. Οι τεχνοκράτες του επαγγελματικού αθλητισμού επέβαλαν ένα ποδόσφαιρο καθαρής ταχύτητας και πολλής δύναμης, που απεμπολεί την απόλαυση, ατροφεί τη φαντασία και απαγορεύει το θράσος». (Εντουάρντο Γκαλεάνο – Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου)

Ο μπάρμπα-Μάρξ είχε πει ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Στην εποχή μας, όπιο του λαού θεωρείται και το ποδόσφαιρο (και όχι άδικα). Το λαϊκό άθλημα που συναρπάζει και συγκινεί, πέρασε γρήγορα από τη σφαίρα του λαϊκού παιχνιδιού στις αλάνες των γειτονιών και των χωμάτινων γηπέδων, στο πεδίο της κερδώας εκμετάλλευσης. Οι φιλόδοξοι έμποροι του ποδοσφαίρου επένδυσαν στο «θρησκευτικό» φανατισμό και στο μαζικοποιημένο «ανήκειν» των φιλάθλων, εκμεταλλεύτηκαν την ευρύτητα της συμμετοχής και έστησαν παγκοσμίως μια υπερκερδοφόρα βιομηχανία θεάματος και εμπορευμάτων γύρω από αυτό. Η μεγάλη λαϊκή δυναμική του είναι το διαβατήριο που προσδίδει αναγνωσιμότητα και μεγάλη ισχύ σε προέδρους συλλόγων και αρκετές φορές επηρεάζει ακόμα και τις εκλογικές αναμετρήσεις. Η αποθέωσή του σε καθαρά ανταγωνιστικό άθλημα έφτασε αντί να ενώνει (μέσω της χαράς του παιχνιδιού), να διαιρεί κοινωνίες με διαφορετικά εθνοτικά χαρακτηριστικά, ενώ έδωσε την ευκαιρία να μπουν στο «παιχνίδι» και άλλοι παράγοντες.

  Αστέρας Εξαρχείων

Η Κυριαρχία... παίζει μπάλα.

Το ποδόσφαιρο (από τότε που οι κυρίαρχοι εξουσιαστές κατάλαβαν την δύναμη της μαζικότητάς του) φαίνεται να τα πηγαίνει καλά με τη θρησκεία αλλά όχι και τόσο με τη δημοκρατία. Ιστορικά «αξιοποιήθηκε» προπαγανδιστικά από ουκ ολίγα απολυταρχικά και φασιστικά καθεστώτα ως συμπληρωματικό «όπιο των λαών». Το ποδόσφαιρο είχε πλέον καταστεί ήδη ένας ιστός πασών των εξουσιών. Παρά το γνωστό κλισέ περί «γιορτής του αθλητισμού», το ποδόσφαιρο ουδέποτε υπήρξε μια απλή αθλητική διοργάνωση. Σαν μαζικό λαϊκό άθλημα με τεράστια απήχηση χρησιμοποιήθηκε (κι εξακολουθεί να χρησιμοποιείται) από την εξουσία (ειδικά από φασιστικά καθεστώτα), προκειμένου να της δώσει λαϊκό έρεισμα μέσα από τον «άρτο και θέαμα».

Η ελληνική χούντα εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη πορεία του Παναθηναϊκού προς το Ουέμπλεϊ, οι χούντες της Λατινικής Αμερικής έκρυβαν τις δολοφονίες τους και τα εγκλήματα τους πίσω από τις επιτυχίες των εθνικών ομάδων τους στα Μουντιάλ (Ουρουγουάη, Αργεντινή, Βραζιλία κλπ), ενώ το ποδόσφαιρο χρησιμοποιήθηκε ακόμη και για την έναρξη πολέμων και εθνοκαθάρσεων [1]. Το πρωτοπόρο κράτος στην εκμετάλλευση, συγκεκριμένα, του ποδοσφαίρου για πολιτικούς σκοπούς ήταν η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι. Ο φασίστας δικτάτορας δεν παρέλειψε να επωφεληθεί από τη διοργάνωση του δεύτερου παγκοσμίου κυπέlλου που πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία το 1934 για να αναγορεύσει τα μέλη της εθνικής ομάδας σε «στρατιώτες στην υπηρεσία του έθνους», αλλά και να προειδοποιήσει τους παίχτες λέγοντας τους: «νίκη ή θάνατος». Ο υπουργός προπαγάνδας του ναζιστικού καθεστώτος Γκέμπελς, έλεγε ότι : «για τον απλό κόσμο, το να κερδίσεις έναν διεθνή αγώνα είναι πιο σημαντικό από το να κυριεύσεις μια πόλη».

 

 

Μαζική χειραγώγηση. Ένα διαφορετικό... ποδοσφαιρικό σύστημα.

Ο αναρχικός Μιχαήλ Μπακούνιν είπε κάποτε: «Οι άνθρωποι πηγαίνουν στην εκκλησία για τους ίδιους λόγους που πηγαίνουν στη ταβέρνα, για να ξεχάσουν τη μιζέρια τους, να φανταστούν για λίγα λεπτά ότι είναι ελεύθεροι και χαρούμενοι». Ίσως μέσα σε αυτό το πανηγύρι με τις σημαίες και τον τυφλό οπαδισμό, μπορούμε να δούμε το ποδόσφαιρο ως μια παράμετρο της εξίσωσης που κάνει να φαίνεται ευκολότερο να ξεχνάς παρά να συμμετέχεις ενεργά στη μάχη ενάντια στην αδικία και την ανισότητα. Ο Τζέραλντ Βίναϊ στο βιβλίο του Το Ποδόσφαιρο σαν Ιδεολογία (εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη) γράφει: «Ο θρίαμβος της ποδοσφαιρικής ομάδας κάποιου αποζημιώνει παροδικά για της αποτυχίες στην καθημερινή ζωή. Το συναίσθημα ευφορίας που παράγεται από ένα τέτοιο θρίαμβο βασίζεται στη φυγή από την πραγματικότητα… Οι καταπιεζόμενες μάζες βιώνουν τα τέρματα που σημειώνονται στο ποδοσφαιρικό γήπεδο σαν δικά τους… Η συσσωρευμένη επιθετικότητα, αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης και των στερήσεων που προκαλούνται από τις κοινωνικές συνθήκες στον προχωρημένο καπιταλισμό επιζητά περιοδική εκτόνωση. Αν αυτό δεν πρόκειται να οδηγήσει στην ανατροπή της αστικής κοινωνίας πρέπει να οδηγηθεί σε “ασφαλή” κανάλια. Το ποδόσφαιρο προσφέρει μία ευκαιρία για συγκινησιακή ανακούφιση αυτού του είδους…»


Και δεν έχουμε λόγο να διαφωνούμε όταν έρχονται στη μνήμη μας τα γεμάτα σεξισμό εκδικητικά συνθήματα των απανταχού φανατικών οπαδών οποιασδήποτε ομάδας. Όπως όμως όλα τα πράγματα στη ζωή, οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν είναι μοναδικές.
Ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που παρακολουθούν μπάλα χωρίς να τρέφουν κανένα μίσος για την αντίπαλη ομάδα και τους φίλους της, χωρίς να τα «βάφουν μαύρα» μετά από κάποια ήττα της στρεφόμενοι εναντίον των αντιπάλων που νίκησαν ζητώντας εκδίκηση, αλλά το βλέπουν απλώς σαν μια ενενηντάλεπτη διασκέδαση. Αρκετοί σύντροφοι από τον αναρχικό και αντιεξουσιαστικό χώρο κατακρίνουν με σφοδρότητα (ακόμη και συντρόφους τους) τους ανθρώπους που τους αρέσει να παρακολουθούν ποδόσφαιρο σαν «εκμεταλλεύσιμους» από τους προέδρους των ανώνυμων ποδοσφαιρικών εταιρειών. Τους συσχετίζουν άμεσα με τις ανώνυμες ποδοσφαιρικές εταιρείες ή τους κατηγορούν απλά σαν «πρόβατα που ακολουθούν τον βοσκό».
Σίγουρα, οι περισσότεροι οργανωμένοι σε συνδέσμους οπαδοί δεν διακρίνονται και τόσο για την κριτική τους σκέψη, αλλά από εκεί μέχρι την αντίθετη πλευρά του να καταδικάζουμε μονοδιάστατα και απόλυτα ανθρώπους που αρέσκονται να παρακολουθούν ποδόσφαιρο σαν «δεκανίκια της κυριαρχίας», εκτός από λάθος και απαξιωτικό είναι και σφόδρα εξουσιαστικό, γιατί επικαλούμαστε ιδεολογικές καθαρότητες – και αυτές τις τελευταίες τις εκμεταλλεύτηκαν κατά το δοκούν τόσο οι ναζί και οι φασίστες όσο και οι σταλινικοί.


Όντως, στις μεγάλες κατηγορίες το ποδόσφαιρο είναι επαγγελματικό, αλλά αυτό δεν αναγάγει όσους παρακολουθούν αγώνες ως συνοδοιπόρους των συμφερόντων των ιδιοκτητών των σημερινών ομάδων, καθώς οι ομάδες προϋπήρχαν των καπιταλιστών ιδιοκτητών τους και, το κυριότερο, σχεδόν όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες ιδρύθηκαν από λαϊκά στρώματα και όχι από τις εξουσιαστικές ελίτ, οι οποίες τα τελευταία σαράντα χρόνια τις μετέτρεψαν σε επαγγελματικές. Δεν έχει διαφορά ο πολιτικά σκεπτόμενος φίλος της Παναχαϊκής ή του Παναθηναϊκού από τον αντίστοιχο φίλο του Τηγανίτη Α.Σ.Η. ή της Προοδευτικής Έκρηξης Τούμπας. Απεναντίας, έχουν μια κοινή αγάπη για το άθλημα.

 

 

Η αυτοοργάνωση μέσα σε τέσσερις άσπρες γραμμές...

Τα τελευταία χρόνια στην ελληνική επικράτεια, άνθρωποι που έχουν το… «βίτσιο» να ενοχλούν την εξουσιαστική κάστα των ολίγων, μαθημένοι να αγωνίζονται μέσα από το λεγόμενο ανταγωνιστικό (προς την κυριαρχία) κίνημα, αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο απέναντι στην κυρίαρχη αντίληψη και τους κανόνες που έχουν οριστεί από τον επαγγελματικό αθλητισμό, δημιουργώντας αθλητικές ομάδες με κύριο χαρακτηριστικό την αυτοοργάνωση, χωρίς προέδρους, παράγοντες, οικονομικούς χορηγούς, διαφημίσεις, κλπ. Χωρίς, δηλαδή, όλα αυτά που κανοναρχούν σήμερα τον επαγγελματικό αθλητισμό και τον «βασιλιά» του, το ποδόσφαιρο. Όλοι και όλες αυτοί/ες αποφάσισαν να κάνουν την αυτοοργάνωση πράξη και στον αθλητισμό, γιατί μέσω αυτού του κοινωνικού πειράματος μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει πράγματι σωτηρία σε αυτό το ρημαγμένο άθλημα. Για όλες αυτές τις ομάδες η νίκη δεν είναι αυτοσκοπός. Θεωρούν τους «αντίπαλους», συμπαίχτες τους.
Έχθρες, μίσος, ξύλο, χουλιγκανονταηλικια , φασιστικές συμπεριφορές, ανταγωνισμοί, η νίκη ως αυτοσκοπός, ο σεξισμός και οι διαπληκτισμοί μεταξύ των παιχτών και των οπαδών τους με «αντίπαλους» παίχτες και οπαδούς, δεν έχουν καμία θέση στο ποδόσφαιρο που παίζουν και, κυρίως, δεν έχουν απολύτως καμία θέση στις κερκίδες τους.


Ένα πρωτάθλημα διαφορετικό από τα άλλα…

Από τη βόρεια Ελλάδα ως τη Κρήτη έχουν δημιουργηθεί αθλητικά σωματεία με «περίεργα» ονόματα όπως: Αυτόνομη Ποδοσφαιρική Ομάδα (Α.Π.Ο.) στη Πάτρα ή Τηγανίτης Α.Σ.Η. στο Ηράκλειο της Κρήτης. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δεκατρία αυτοοργανωμένα αθλητικά σωματεία σε όλη τη χώρα, τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να διοργανώσουν το δικό τους εθνικό πρωτάθλημα. Το ότι αυτά τα σωματεία έχουν επιλέξει να συμμετέχουν στα τοπικά ερασιτεχνικά πρωταθλήματα των νομών τους, γίνεται για να δείξουν ως ζωντανά παραδείγματα ότι υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος για να κάνεις αθλητισμό και να συμμετέχεις ενεργά παίζοντας το αγαπημένο σου άθλημα, χωρίς να περιμένεις τον εκάστοτε μεγαλοπαράγοντα να βάλει το χέρι στη τσέπη.


Ομάδες, οι οποίες λειτουργούν χωρίς καμία ιεραρχία και όπου τα πάντα αποφασίζονται μέσα από τις συνελεύσεις τους. Αθλητικά σωματεία, τα οποία στηρίζονται οικονομικά αποκλειστικά από τους συμμετέχοντες και από τον κόσμο που είναι δίπλα τους ,όχι μόνο σαν φίλαθλοι όπου η μοναδική φωνή που έχουν είναι στα συνθήματα της κερκίδας όπως συμβαίνει στον επαγγελματικό αθλητισμό, αλλά έχοντας φωνή και λόγο σε όλα όσα αφορούν την ομάδα. Και όπως αναφέρουν οι ομάδες στο ιδρυτικό καταστατικό τους, το βασικό τους πνεύμα είναι πως οποιοσδήποτε δεν είναι φασίστας, μπορεί να συμμετέχει στην ομάδα ανεξαρτήτως φύλου, εθνικής προέλευσης, θρησκείας και κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, αρκεί να σέβεται και να προάγει τις παραπάνω αξίες. Η Γενική Συνέλευση αποτελεί το μοναδικό όργανο λειτουργίας και λήψης αποφάσεων ως προς τα ζητήματα που αφορούν την ομάδα. Η οικονομική ενίσχυση της ομάδας βασίζεται αποκλειστικά στους παίχτες, τους φίλους και τους οπαδούς της.

 


Αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί η έλλειψη χορηγών και χορηγιών για την χρηματοδότηση της ομάδας. Αντιθέτως, επιλέγουν η χρηματοδότηση να γίνεται με την προσωπική συνεισφορά του καθενός, με ετήσιες κάρτες μέλους, με συλλογικές δράσεις, προβολές, πάρτι ,καθώς επίσης και με την πιθανή πώληση αναμνηστικών της εκάστοτε ομάδας (μπλούζες, φούτερ, κασκόλ).

Ακολουθεί μια σύντομη μικρή παρουσίαση αυτών των ομάδων:
Ξεκινώντας από τα νότια και την αγαπημένη μου νήσο Κρήτη, έχουμε: τον Τηγανίτη Α.Σ.Η. στο Ηράκλειο, τον Λίβα στο Ρέθυμνο και τον Α.Α.Σ. Ασπάλαθος στα Χανιά. 
Στη Δυτική Ελλάδα υπάρχουν: η Αυτόνομη Ποδοσφαιρική Ομάδα (Α.Π.Ο.) στη Πάτρα  και ο Απείθαρχος Ιωαννίνων στα Γιάννενα.
Στη κεντρική Ελλάδα υπάρχουν: ο Α.Σ. Καρδίτσας «Βαγγελίτσα Κουσιαντζά» στη Καρδίτσα, ο Α.Σ. «Μαρίνος Αντύπας» στη Λάρισα, ο Ελευθεριακός Α.Σ. «Liberta» στον Βόλο, ο Α.Σ. Ρήξη Λιβαδειάς στη Λιβαδειά και ο Ανάποδος Χαλκίδας στη Χαλκίδα.
Τέλος, έχουμε τη Προοδευτική Έκρηξη Τούμπας στη Θεσσαλονίκη (η οποία μάλιστα έχει δική της εκπομπή στο Ράδιο Revolt), τον Α.Σ. Φουρτούνα στην Αλεξανδρούπολη, τον Αστέρα Εξαρχείων, τον Αδέσποτο Αθηνών  και τον Διoγένη Ολυμπιακού Χωριού Futsal στην Αθήνα.
Για την ιστορία, η Προοδευτική Ε.Κ. και ο Αστέρας Εξαρχείων, είναι παλιές ιστορικές ερασιτεχνικές ομάδες, οι οποίες έχουν περάσει στα χέρια ανθρώπων που διέπονται από τις αξίες και τις αρχές της αυτοοργάνωσης, σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες ομάδες, οι οποίες δημιουργήθηκαν από το μηδέν τα τελευταία χρόνια.

 

 

Παίξε κι εσύ μπάλα, μπορείς…

Σύμφωνα με όσα σας παρουσίασα πιο πάνω και μέσα από τις αρχές και τις αξίες της αυτοοργάνωσης της ζωής μας (και στον αθλητισμό), δεν στηρίζουμε κανέναν καπιταλιστή παρακολουθώντας κάτι που μας αρέσει γιατί σύμφωνα με αυτή τη «λογική» δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε κανένα προϊόν του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς τα περισσότερα ανήκουν σε πολυεθνικές καπιταλιστικές εταιρίες. Αν γινόταν αυτό, είναι σίγουρο ότι θα είχαμε πεθάνει από την πείνα, το κρύο ή τη ζέστη και τη δίψα. Πρέπει να καταλάβουμε ότι τα πάντα μας ανήκουν, εμείς τα κάνουμε να υπάρχουν, εμείς τα δημιουργούμε, και όχι οι λίγοι που καρπώνονται τον ιδρώτα μας και αγοράζουν φτηνά την υπεραξία μας. Αν αρχίσουμε να γράφουμε καταλόγους με τι δεν πρέπει να στηρίζουμε είναι σίγουρο ότι, στην καλύτερη περίπτωση, θα καταλήξουμε να γίνουμε άνθρωποι των σπηλαίων. Ο Αγώνας είναι να ξαναπάρουμε πίσω όλα όσα εμείς φτιάξαμε και μας ανήκουν και όχι να απέχουμε από αυτά επειδή μας τα έκλεψαν. Ίσως, μετά από όλα αυτά, να μπορέσετε να καταλάβετε το κοινό και άκρως πολιτικό σύνθημα όλων των αντιφασιστικών ευρωπαϊκών συνδέσμων οπαδών: FUCK MODERN FOOTBALL!

Δείτε στο YouTube: 

[1] Με το όνομα Πόλεμος του ποδοσφαίρου (: La guerra del fútbol) ή Πόλεμος των 100 ωρών είναι γνωστός ο τετραήμερος πόλεμος του 1969 μεταξύ της Ονδούρας και του Ελ Σαλβαδόρ. Αιτία του πολέμου ήταν οι τεταμένες σχέσεις των δύο χωρών λόγω πολιτικής διαμάχης, κυρίως ως προς το ζήτημα της μετανάστευσης από το Ελ Σαλβαδόρ στην Ονδούρα. Η αφορμή δόθηκε από τις έντονες ταραχές που ξέσπασαν κατά την διάρκεια του δεύτερου προκριματικού γύρου για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 1970. Στη Γιουγκοσλαβία, σήμανε την έναρξη του εμφυλίου πολέμου που θα οδηγούσε στη διάλυσή της. Το Μάιο του 1990, λίγες εβδομάδες πριν ο εθνικιστής Τούζμαν εκλεγεί πρόεδρος, στον αγώνα μεταξύ της Ντιναμό Ζάγκρεμπ και του Ερυθρού Αστέρα στο Ζάγκρεμπ, οι οπαδοί των δύο ομάδων συγκρούστηκαν με λύσσα. Ο αγώνας διακόπηκε και από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ουσιαστικά ο πολυετής πόλεμος. Οι φανατικοί οργανωμένοι οπαδοί των δύο ομάδων ήταν εκείνοι που κατά τη διάρκεια του πολέμου συγκρότησαν τις παραστρατιωτικές ομάδες των Κροατών και των Σέρβων. Ήταν εκείνοι που έκαναν τη βρώμικη δουλειά, τις ομαδικές δολοφονίες, το πλιάτσικο και το κάψιμο χωριών που ανήκαν στον εχθρό.

Αthens Antifa League

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΖΗΒΑ ΕΔΩ


image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1