Social Waste: Από την Κρήτη και τη Μεσόγειο στις θάλασσες του κόσμου με μια Πειρατική Γαλέρα...

"Θέλουμε να ταξιδέψει αυτό το πράγμα. Έχουμε δυο χρόνια που το δουλεύουμε, που το ακούμε εμείς στο σπίτι μας, στο στούντιο. Τώρα το βγάλαμε, τι ταξίδι θα κάνει δεν ξέρουμε. Μας έχουν στείλει μηνύματα πως έχει πάει ήδη και έχει ακουστεί σε απίθανα μέρη, πράγμα που ούτε καν είχαμε φανταστεί. Μέχρι και σε ζαπατίστικο καρακόλ υπάρχουν παραγωγές δικές μας και ραπάρουν στα τσοτσίλ, τη γλώσσα των ιθαγενών. Κι αυτό είναι πολύ ωραίο".

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Abies Sylos, Αντώνης Ζήβας, Γιάννης Καστανάρας, Μιχάλης Τζάνογλος

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Τηλέμαχος Παπαδόπουλος (QoQ Photos)

Τα δυο τελευταία χρόνια οι Social Waste και οι Αντίποινα του Γιώργη Νίκα ετοίμαζαν το Χιπ Χοπ της Μεσογείου, ένα άλμπουμ που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, ένα πραγματικό διαμάντι πολιτικού στίχου σε συνδυασμό με παραδοσιακά όργανα που βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο και αποτελεί αφετηρία για ένα ταξίδι στις θάλασσες της αντι-ιστορίας του κόσμου. Μόνιμες αναφορές τα κινήματα της αμφισβήτησης, της επανάστασης, οι δολοφονημένοι από το κράτος, οι ποιητές, οι ανυπότακτοι λαοί, οι λαϊκές παραδόσεις που πρέπει να κρατηθούν ζωντανές μαζί με τις αλήθειες και τους μύθους που τους συνοδεύουν. Ο Λεωνίδας Οικονομάκης, ο Γιώργος Δούκας και ο Γιάννης Σκουλατάκης από τους Social Waste και ο Γιώργης Νίκας από τους Αντίποινα μίλησαν στο Merlin's για το άλμπουμ, τη συνεργασία τους, τις ιστορίες πίσω από τους στίχους και τις απόψεις τους γύρω από τη μουσική, την παράδοση, τα κοινά πολιτισμικά στοιχεία των λαών και την πολιτική.

 

 ΜΜΒ:  Εν αρχή…

Λεωνίδας: Οι Social Waste υπάρχουν από το 1999, σχεδόν 20 χρόνια. Από την αρχική σύνθεση είμαστε εμείς οι τρεις, ο Λεωνίδας Οικονομάκης, ο Γιάννης Σκουλατάκης και ο Γιώργος Δούκας, ενώ στην αρχή μαζί μας ήταν ο Παρίας και ο Ανίατος, οι δυο Μανώληδες οι οποίοι απλά έχουν αποσυρθεί, είναι ανενεργοί. Εμείς τους θεωρούμε και είναι μέλη των Social Waste και συμμετείχαν σε κομμάτια και στη Γιορτή της Ουτοπίας και στη Γαλέρα, απλά είναι πιο αποστασιοποιημένοι.  Από κει και πέρα έχει μπει ο Χρήστος και στη συνεργασία με τα Αντίποινα για το νέο άλμπουμ είναι ο Γιώργης Νίκας. 

Γιάννης: Υπάρχει μια μεγάλη ομάδα γύρω από τους S.W. με παιδιά που βοηθούν με διάφορους τρόπους. Στο Hip Hop της Μεσογείου ακούγονται πάνω από είκοσι όργανα και είναι όλα παιγμένα στο στούντιο.

Λεωνίδας: Η πρόκληση του project ήταν να μη χρησιμοποιήσουμε καθόλου samplers και να χρησιμοποιήσουμε μόνο μεσογειακά όργανα. Η θεματική δεν είναι βέβαια μόνο μεσογειακή αλλά παγκόσμια, αλλά τα όργανα είναι μεσογειακά και παιγμένα είτε από εμάς είστε από φίλους. Ο Γιάννης έχει παίξει λαούτο και μαντολίνο, ο Γιώργης γκάιντα, ασκομαντούρα , λάφτα και λαούτα, ενώ πολλοί άλλοι φίλοι συμμετέχουν με διάφορα όργανα, λύρες κλπ, ενώ ο DJ Magnum σκρατσάρει.

ΜΜΒ:  Τα Αντίποινα τι ιστορία έχουν;

Γιώργης: Εμείς κάναμε rap σαν μαθητές στην Αθήνα, στην Πετρούπολη, από εκεί ξεκινήσαμε. Είχαμε κάνει τρεις δουλειές με έντονο παραδοσιακό στοιχείο, διασκευάσαμε κάποια κομμάτια, αλλά και έντονο ηλεκτρονικό στοιχείο. Δεν είχαμε hip hop φόρμα. Στα live είχαμε σταθερά παραδοσιακή «ορχήστρα», κλαρίνο, νταούλι, μπορεί να μην είχαμε καν beat. Ραπάραμε κι από πίσω ακούγονταν παραδοσιακά όργανα.

ΜΜΒ:  Η συνεργασία πώς προέκυψε ανάμεσα στους S.W και τα Αντίποινα;

Γιάννης: Πρώτα προέκυψε η φιλία και έπειτα η συνεργασία. 

Λεωνίδας: Ο Γιώργης με το Χρήστο γνωρίζονταν από την Πάτρα όπου σπούδαζαν. Κάποια στιγμή, όταν εμείς φτιάχναμε τη Γιορτή της Ουτοπίας είχα έρθει στην Αθήνα και ο Χρήστος μου σύστησε τον Γιώργη. Πήγαμε σπίτι του και κουβέντα στην κουβέντα, άντε να φτιάξουμε ένα κομμάτι. Η ιδιαιτερότητα των S.W. είναι ότι στα κομμάτια μας πρώτα υπάρχει ο στίχος και πάνω του χτίζουμε τη μουσική, ενώ συνήθως οι ράπερ κάνουν το αντίθετο. Ηχογραφούμε τα λόγια κι έπειτα τα ντύνουμε με μουσική. Ο Γιώργης δεν είχε ξαναδουλέψει έτσι. Οπότε δοκιμάσαμε ένα κομμάτι στον πρώτο δίσκο, βγάλαμε άλλα δυο στο δεύτερο και μετά είπαμε να κάνουμε ένα άλμπουμ μαζί. Κι έτσι προέκυψε η Μεσόγειος.

ΜΜΒ:  Πού ηχογραφήσατε τη Μεσόγειο;

Γιάννης: Στην Αθήνα, στο στούντιο Κλεψύδρα. Στην Κρήτη ένα κομμάτι δουλεύτηκε μόνο. 

Γιώργος: Ηχογραφήσαμε και στο home studio του Γιάννη, στο ΤΕΙ του Ρεθύμνου, στο σπίτι του Γιώργου. Όπου βρισκόμασταν, αλλά το τελικό μοντάρισμα έγινε στην Κλεψύδρα. 

Γιώργης: Είχαμε σκόρπια διάφορα μέρη και όταν ήμαστε έτοιμοι πήγαμε στην Κλεψύδρα και κάναμε τη μίξη και το mastering. Την παραγωγή την κάναμε μόνοι μας.

ΜΜΒ:  Έτσι κι αλλιώς όλα μόνοι σας τα κάνετε…

Γιώργος: Βεβαίως! Προχθές κολλούσαμε αφίσες για το live του Σαββάτου! Είμαστε μάνατζερ, αφισοκολλητές, ηχολήπτες, τα πάντα.

Γιάννης: Αυτό είναι από τη μια καλό αλλά από την άλλη σου τρώει χρόνο από την καλλιτεχνική δημιουργία. Αλλά είναι επιλογή μας. Θα μπορούσαμε να έχουμε ένα μάνατζερ να κάνει τη δουλειά αλλά δεν θέλουμε. Μας έχουν προσεγγίσει διάφοροι, ιδίως μετά το περσινό live στο ΙΛΙΟΝ, αλλά την ίδια δουλειά μπορούμε να την κάνουμε και μόνοι μας. 

Λεωνίδας: Αυτό που είπαμε είναι ότι δεν θέλουμε να βάλουμε νταβατζή και δεύτερον θέλουμε να το δούμε λίγο σαν πρόκληση: αυτό που κάνει ο μάνατζερ θα το κάνουμε μόνοι μας. Θα στείλουμε σε όλα τα φεστιβάλ δελτία τύπου κλπ. Έτσι όμως δεν έχουμε πρόσβαση στα μεγάλα φεστιβάλ, ενώ αν είχαμε έναν μάνατζερ που ήταν στα κόλπα θα ήταν διαφορετικά. 

Γιάννης: Ουσιαστικά από εκεί τρως πόρτα επειδή δεν έχεις μάνατζερ. Χρειάζονται τα απαραίτητα κονέ. Εμείς φαίνεται ότι χαλάμε την πιάτσα. Σε μερικά μεγάλα που παίξαμε δεν μας ήθελαν αλλά ήταν απαίτηση του κόσμου κι έτσι αναγκάστηκαν να κάνουν πίσω και να μας καλέσουν. Μας βοηθούν δικοί μας άνθρωποι που βάζουν πλάτη και παίζουμε.

Γιώργος: Να σκεφτείς ότι όταν στείλαμε σε κάποια φάση δελτίου τύπου σε διάφορα φεστιβάλ, όλα είχαν το ίδιο e-mail επικοινωνίας! Είναι κύκλωμα.

Λεωνίδας: «Αν δεν έρθεις σε μένα να σε μανατζάρω και να σου πάρω το 30% δεν θα παίξεις ούτε εδώ ούτε και αλλού». 

ΜΜΒ:  Σαν έδρα θεωρείτε την Κρήτη;

Γιάννης: Η έδρα μας είναι στον αέρα. Ο Λεωνίδας είναι στην Ιταλία, κάνει μεταπτυχιακό, εγώ είμαι στην Κρήτη, ο Γιώργος στην Αθήνα. Οπότε είναι δύσκολο να βρισκόμαστε για πρόβες και μας πάει λίγο πίσω. Καθυστερούμε χρονικά και ανεβαίνει το μπάτζετ. Για να ηχογραφήσουμε, ας πούμε, πρέπει να έρθει ο Λεωνίδας από Ιταλία, να ανέβουμε εμείς από Κρήτη. Ή να ανέβουν οι Αθηναίοι στο Ηράκλειο.

ΜΜΒ:  Επομένως το σύνολο δεν είναι και πολύ αυτοσχεδιαστικό, μάλλον είναι πολύ επεξεργασμένο…

Λεωνίδας: Ναι είναι πολύ δουλεμένο. Αυτοσχεδιαστικά μπορεί να βγει η κεντρική ιδέα. 

Γιάννης: Αν ήμασταν στην ίδια πόλη ίσως να λειτουργούσε ο αυτοσχεδιασμός, θα μαζευόμαστε σε σπίτια, θα παίζαμε και πάνω εκεί θα έβγαινε ο αυτοσχεδιασμός. Σε μας αυτό δεν μπορεί να γίνει. Κάθε τι που κάνουμε πρέπει να το σκεφτούμε, ο χρόνος μας είναι περιορισμένος. 

Λεωνίδας: Τώρα πια έχουμε βρει μια συγκεκριμένη φόρμουλα και μας πάει αυτόματα. Μας έχει πάρει αρκετό χρόνο μέχρι να τη βρούμε, αλλά τώρα πια το έχουμε.

ΜΜΒ:  Λεωνίδα, εσύ γράφεις τους στίχους;

Λεωνίδας: Το ενενήντα τοις εκατό ναι. Στη Μεσόγειο έχει γράψει και ο Γιώργης και ο Χρήστος κάποιους στίχους αλλά οι περισσότεροι είναι δικοί μου.

ΜΜΒ:  Οι στίχοι είναι αυτό που εντυπωσιάζει με την πρώτη. Υπάρχει μια φοβερή ιστορικότητα. Καλύπτουν εποχές, καταστάσεις, γεγονότα. Είναι κάτι που σπάνια γίνεται στις μέρες μας, ίσως και καθόλου. Γράφετε τραγούδια διαμαρτυρίας. Πώς αντλείτε ιδέες;

Λεωνίδας: Είχαμε το πλεονέκτημα να ξεκινήσουμε από τη ραπ, ένα είδος που σαν βάση έχει το στίχο. Σαν μουσικοί τα παιδιά κι εγώ σαν στιχουργός είμαστε αυτοδίδακτοι. Δεν μας έδειξε κανένας, με δεδομένο ότι ήμαστε στην Κρήτη και δεν υπήρχε άλλη μπάντα. Εγώ για να μάθω να γράφω έπαιρνα τα τραγούδια των Active Member, αντέγραφα τους στίχους σε εάν τετράδιο κι έβλεπα πώς κάνει την ομοιοκαταληξία, αν είναι δεκαπεντασύλλαβος, δεκατρισύλλαβος, πώς το δένει, πρώτη, δεύτερη, τι κάνει όταν δεν του κολλάει; Το μελέτησα και δουλεύοντας με τα χρόνια δούλευα το στίχο. Η μουσική μας τότε ήταν σαμπλαρισμένη. Την κόβαμε και  φτιάχναμε αυτό που θέλαμε. Οπότε αυτό που δουλέψαμε περισσότερο ήταν ο στίχος. Για μας είναι πάρα πολύ εύκολο. Φαντάσου ότι κατά μέσο όρο ένα τραγούδι ραπ έχει δυο δεκαεξάμπαρα, βάλε και τα κουπλέ, μιλάμε για τριάντα, σαράντα στίχους. Φαντάσου τώρα για μας πόσο εύκολο είναι να γράψουμε μικρότερα τραγούδια με δυο τρεις στροφές κι ένα ρεφρέν. Είχαμε επομένως την τεχνική του πώς να γράψουμε. Η επιπλέον προσπάθεια ήταν η θεματική. Αυτό προέκυψε λόγω πορείας ζωής, μελέτης, εμπειριών. Υπάρχει αυτή ιστορικότητα που είπατε. Έχει να κάνει με το προσωπικό επίπεδο. Οι στίχοι μας είναι απολύτως κοινωνικοπολιτικοί. Το τραγούδι για τον Άρη για παράδειγμα: όταν ήμουν 17-18 χρονών άρχισα να ανακαλύπτω ότι σ’ αυτή τη χώρα έγινε ένα εμφύλιος. Κάτι που δε το μαθαίναμε στο σχολείο, ήταν πάντα εκτός ύλης. Για μένα ήταν ένα πολιτισμικό σοκ. Άρχισα να ψάχνω και να διαβάζω και κάποια στιγμή γνώρισα κάποιους παλιούς αντάρτες, πρώην Μαυροσκούφηδες, και αρχίζω να τους παίρνω συνεντεύξεις. Κανείς δεν ασχολιόταν τότε μαζί τους, ήταν ξεχασμένοι, είχαν κάτι γραφεία στην Αθήνα που δεν πήγαινε κανένας, ήταν πάντα μόνοι τους. Και μιλούσα με τον καπετάν Ερμή (Βασίλης Πριόβολος), με τον Ψηλορείτη, τον Ρούπα κι από εκεί, και με κάποια μελέτη, προέκυψε το τραγούδι του Άρη και τα υπόλοιπα. Οι αναφορές μου στη Λατινική Αμερική έχουν να κάνουν με τη δική μου έρευνα σαν πολιτικός επιστήμονας, είχα την ευκαιρία να πάω εκεί και από πολύ παλιά υπήρχε η ζαπατίστικη επιρροή. Όλα αυτά βγαίνουν στο στίχο, αυτό είναι το στοίχημα. Και έρχονται πολλοί και μας λένε ότι από εμάς έμαθαν το Χρόνη τον Μίσιο και διάβασαν τα βιβλία του. Ακόμα και τον Άρη, δεν ήξεραν ποιος ήταν! Ή, τι είναι η Κοτσαμπάμπα και το Σέρο Ρίκο. Και κάποιοι ψάχνουν και μαθαίνουν.

ΜΜΒ:  Οπότε λειτουργείτε και σαν ένα… επιμορφωτικό σεμινάριο!

Λεωνίδας: Αυτό είναι το στοίχημα με το κοινό μας. Από την άλλη, ίσως έχουμε χάσει κάτι άλλο. Επειδή το δουλεύουμε πάρα πολύ, βγαίνει κάτι πολύ δομημένο κι ίσως έχει χαθεί λίγο ο αυθορμητισμός. Υπάρχουν άλλο συγκροτήματα όπου δεν είναι «διαβασμένα» τα παιδιά, δεν έτυχε να σπουδάσουν, και όμως ακούς τα τραγούδια τους και έχουν μεγάλο ενδιαφέρον με μια οπτική που εγώ δεν την έχω. Περιγράφουν καταστάσεις για την ανεργία, π.χ. στη Θεσσαλονίκη και για το λούμπεν προλεταριάτο της πόλης με ένα τρόπο που εγώ δεν μπορώ. Εμείς έχουμε κάτι άλλο. Και τα δυο είναι χρήσιμα. Οι άλλοι ίσως να έχουν πιο περιορισμένη θεματολογία. Εγώ θεωρώ ότι πριν γράψεις πρέπει να διαβάσεις. Είναι κάτι που μαθαίνεται αλλά δε διδάσκεται. 

ΜΜΒ: Όλα αυτά τα στοιχεία στο στίχο σας τελικά είναι πολύ καλά συγκερασμένα, ζυμωμένα, δεν πετάς τίποτα…

Λεωνίδας: Χαίρομαι που βγαίνει αυτό. Είχαμε και επιρροές, υπήρχαν κι άλλοι που το έκαναν αυτό. Ποιητές. Από τον Χικμέτ, από τον Καββαδία, ο οποίος έχει πολιτικό στίχο, ο Αποστολάκης επίσης, «του αδελφού μου την εικόνα κάποια μητέρα την κρατούσε στη Χιλή και την έλεγαν τρελή», ο Αλκαίος παλιότερα. 

ΜΜΒ:  Αυτά η ποίηση όμως σε πρώτο πρώτο επίπεδο είναι τελείως αντίθετη με το ραπ…

Λεωνίδας: Ιστορικά δεν είναι. Η ραπ γεννιέται σε γκέτο Αφροαμερικανών  και Λατίνων στο Νότιο Μπρονξ σε μια εποχή οικονομικής μεταστροφής κυρίως της πόλης της Ν. Υόρκης από ένα πιο σοσιαλδημοκρατικό οικονομικό μοντέλο σε ένα νεοφιλελεύθερο. Ουσιαστικά φαλιρίζει η πόλη, το κεντρικό κράτος κόβει τη χρηματοδότηση, απευθύνονται στις τράπεζες, οι τράπεζες λένε, ωραία, αλλά θα προχωρήσετε σ’ αυτές και σ’ αυτές τις μεταρρυθμίσεις, θα απολύσετε κόσμο, θα κόψετε τα προγράμματα στα σχολεία, κι ένα παρελκόμενο αυτής της υπόθεσης είναι και η ραπ. Υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον σχετικό βιβλίο με τίτλο Black Noise: Rap Music and Black Culture in Contemporary America της Tricia Rose. Ένα από τα παρελκόμενα, λοιπόν, ήταν οι περικοπές των μουσικών μαθημάτων στα σχολεία. Οπότε τα παιδιά που δεν διδάσκονταν πλέον μουσική, αναγκάστηκαν να φτιάξουν μουσική με ήδη ηχογραφημένο ήχο. Κι όπως έφτιαξαν αυτή τη μουσική οι ντι τζέις, εφηύραν ένα χορό γι’ αυτή τη μουσική. Κάποια στιγμή κάποιος πήρε ένα μικρόφωνο και στην αρχή έλεγε μαλακίες για να γελάει ο κόσμος και αυτό εξελίχθηκε σε πολιτικό λόγο. Ήταν η φωνή των πολιτικά και κοινωνικά αποκλεισμένων μαύρων που ζούσαν στο Μπρονξ. μετά το χιπ χοπ έγινε χρήματα, αυτοκίνητα, γυναίκες, ναρκωκουλτούρα κι αυτό προβάλλεται τελικά. 

ΜΜΒ:  Στην Αμερική όμως δεν υπάρχει τόση ιστορικότητα όση έχουμε εμείς…

Λεωνίδας: Όχι. Εκεί ήθελαν πιο πολύ να εκφράσουν τα σκατά που ζούσαν, πράγματα της καθημερινότητας. Και τα μηνύματά τους είναι λίγο κρυφά, δεν είναι άμεσα. 

ΜΜΒ:  Δεν ξέρω αν στην Αμερική υπάρχουν σήμερα ποιητές που να εκφράζουν πιο σύνθετα πράγματα… Παλιότερα υπήρχε ο Gill Scott Heron με καθαρά πολιτικό στίχο και κοινωνικό. Το κατά κάποιον τρόπο εμβληματικό του κομμάτι, «Η επανάσταση δε θα μεταδοθεί τηλεοπτικά» βγήκε το 1970 και θεωρείται ότι έχει βάλει κάποιες βάσεις και ίσως ήταν ο πρώτος ράπερ παίζοντας φανκ.

Λεωνίδας: Εδώ υπάρχει η πολιτιστική επιρροή των γραφιάδων και των ποιητών. Ένας Αμερικάνος αν μπορούσε να καταλάβει τι λέμε στη γλώσσα μας μάλλον δεν θα το αντιλαμβανόταν. Όπως εγώ θεωρώ πολύ ρηχό το αμερικάνικο χιπ χοπ, ακόμα και στην πολιτική του έκφανση. Εκείνοι όμως το θεωρούν ριζοσπαστικό. Το λατινοαμερικάνικο είναι πολύ πιο βαθύ. Ίσως και το γαλλικό με τους Βορειοαφρικάνους. Μάλιστα με το Hip Hop της Μεσογείου, ένας συνάδελφος που ασχολείται με το αλγερινό ραπ άκουσε το δίσκο μας, το μετέφρασε στα αραβικά, το είδαν κάτι ράπερ από την Αλγερία και μας κάλεσαν να παίξουμε στην Ταγγέρη. Τη μουσική μας τη λέμε hip hop αντάρτικο κι αυτόνομο και έγινε μια επαφή προκειμένου να γίνει μια μεσογειακή συνάντηση ράπερ να συζητήσουμε πώς βλέπουμε τη φάση και πώς κρατάμε την αυτονομία μας απέναντι σε κόμματα, εταιρείες κλπ. Είναι στα σκαριά κι έχει πάρει το δρόμο του.

ΜΜΒ:  Η ελληνική ραπ στο ξεκίνημά της είχε έντονο τον πολιτικό στίχο, αλλά τα τελευταία 10 χρόνια υπάρχει μια σχετική μίμηση, λευκά αγοράκια από την Ελλάδα που νομίζουν ότι είναι μαύροι στο Κόμπτον του Λος Άντζελες. Όπως και στην Αμερική όπου λευκοί προσπαθούν να μιμηθούν τους μαύρους στα πάντα. Πώς το βλέπετε;

Λεωνίδας: Υπάρχουν στην Αμερική ράπερ που βγάζουν βίντεο με πανάκριβα αμάξια που τα έχουν νοικιάσει ενώ δουλεύουν στη… λαϊκή. Κι όταν τον κράζουν λέει εμένα αυτά μου αρέσουν, τέτοια θέλω. Δε νομίζω ότι αντιλαμβάνονται τι κάνουν.

Γιώργης: Το r ’n’ b είναι το τσιφτετέλι των μαύρων. Και εδώ ο κόσμος δε θέλει να ακούσει ένα παλιό τσιφτετέλι, αν θέλει θα πάει να το ακούσει στο κλαμπ. Θέλει ένα κομμάτι να μπιστάει. Οι πρώτοι που είχαν πολιτικό στίχο ίσως ήταν ιδεολόγοι, ίσως να το εξιδανίκευσαν κιόλας. Είναι μουσική που εκφράζει μια κατάσταση που βιώνουν οι φτωχότεροι και έτσι οι πρώτοι Έλληνες ράπερ είχαν τέτοιες αναφορές. Οι καινούργιοι θέλουν να δουν απλά τον κόσμο να κουνιέται.

Λεωνίδας: Είναι ό,τι πρέπει για το σύστημα αυτό γιατί σαν αξία προβάλλει τον υπερκαταναλωτισμό, τον σεξισμό, το όνειρο της αγοράς ακριβού αυτοκινήτου, τη ναρκωκουλτούρα. Γι’ αυτό και το προωθούν, γιατί είναι εντελώς ακίνδυνο και συστημικό. Εμάς δεν μας παίζουν ούτε στο ραδιόφωνο.

ΜΜΒ:  Πέρα του ότι ο στίχος σας είναι πολιτικός, ακουμπάει τραυματικές και αμφισβητούμενες ιστορικές περιόδους και αυτό είναι ακόμα πιο ζόρικο. Απευθύνεται σε πιο καλλιεργημένους ανθρώπους. Ακουμπάει πληγές που χαίνουν ακόμα. Μιλά για ιστορίες που στην Ελλάδα δεν έχουν ακόμα συζητηθεί ούτε καν εκεί που θα ’πρεπε.

Λεωνίδας: Για να πω την αλήθεια στην αρχή δεν είχαμε αντίληψη του τι κάναμε. Όταν γράφαμε το τραγούδι του Άρη δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε το κόστος και το βάρος που θα μπορούσε να έχει. Στο τραγούδι για τον Μίσσιο είχαμε. Αυτό είναι ένα μεγάλο βάρος γιατί πρέπει να ξέρεις τι θα πεις και να μπορείς να το υποστηρίξεις. Πολύ εύκολα μπορείς να πεις μια μεγάλη μαλακία. Και αυτό είναι το δύσκολο. Και με τον Γιάγκο Χαιρέτη που κάναμε κομμάτι, στο μουσικό και όχι στο πολιτικό του μέρος, το να βάλουμε το λαούτο ήταν ρίσκο. Μας έλεγε ο Γιάγκος ότι είναι πολύ λεπτή η γραμμή του να κάνουμε κάτι ωραίο και του να κάνουμε μια μεγάλη μαλακία. Τώρα το προσέχουμε πολύ περισσότερο. Το τραγούδι του Άρη το είχαμε γράψει το 2002, ήμαστε είκοσι χρονών, και μετά από 15 χρόνια τραγουδιέται και γίνεται χαμός. Τότε, ούτε που μπορούσαμε να το φανταστούμε. Αντίθετα το «Ποτοσί» το κάναμε στοχευμένα. Είπαμε ότι θα κάνουμε ένα τραγούδι γι’ αυτή την κατάσταση αλλά χωρίς να είναι ένα σύνθημα του τοίχου. Θα είναι ένα τραγούδι που θα μιλάει για τις Σκουριές χωρίς να μιλάει για τις Σκουριές αλλά για το Ποτοσί στη Βολιβία. Και στο τέλος λέει, «κοιμήθηκα στο Ποτοσί και ξύπνησα Χαλκιδική». Το Ποτοσί, για όσους δεν ξέρουν, είναι μια πόλη της Βολιβίας που στην εποχή της ακμής της ήταν από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, είχε πληθυσμό σχεδόν όσο το Λονδίνο, είχε ένα ορυχείο μεγάλο που έβγαζε ασήμι το Σέρο Ρίκο, δηλαδή ο πλούσιος λόφος. Το ασήμι το εκμεταλλεύονταν οι Ισπανοί, το έστελναν στο Κούσκο, από εκεί στη Λίμα και από εκεί στην Ευρώπη. Και λένε ότι βγήκε τόσο πολύ ασήμι που, όπως λέει ο Γκαλεάνο, θα μπορούσε να φτιαχτεί μια γέφυρα που να ενώνει το Ποτοσί με τη Μαδρίτη! Αλλά αυτοί που το έβγαζαν πέθαιναν σε ένα χρόνο. Ακόμα βγάζουν ψήγματα και οι εργάτες πεθαίνουν στα σαράντα πέντε. Και η πόλη είναι παρηκμασμένη και οι περισσότεροι κάτοικοι έφυγαν και μόνο κάποιοι ζουν από τον τουρισμό. Οπότε κάναμε ένα παραλληλισμό με τις Σκουριές λέγοντας στον ακροατή δες τι έχει γίνει στο Ποτοσί και κάνε μόνος σου τη συσχέτιση. Το σκεφτήκαμε λίγο σαν παιχνίδι.

ΜΜΒ:  Τελικά αν υπάρχει ένας καλός στίχος που δίνει κάποια ερεθίσματα, μπορεί να σε μορφώσει, να σε βάλει σε μια αναζήτηση, να μάθεις τι ακριβώς συμβαίνει. Ακόμα κι η αναφορά σας στον Γκαλεάνο…

Λεωνίδας: Πολύς κόσμος τον διάβασε ακούγοντας το στίχο. Και μας το λένε. Ο Χρήστος δουλεύει στο Καμπεθόν στο Μεταξουργείο κι έτσι έχει επαφή με πολύ κόσμο. Μας λέει ότι περνούν από κει πολλοί δεκαεξάχρονοι και δεκαεπτάχρονοι και του λένε ότι αγόρασαν το τάδε ή βιβλίο ή τον ρωτούν ποιο βιβλίο του Γκαλεάνο να διαβάσουν. Ή ότι διάβασαν Μίσσιο. Ή μας λένε, παιδιά διαβάσαμε αυτό, διαβάστε το κι εσείς. Στο στίχο μας το διάβασμα παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. 

ΜΜΒ:  Ας έρθουμε τώρα στο κομμάτι «μουσική». Τι είναι τελικά όλο αυτό το πάντρεμα του παραδοσιακού με το χιπ χοπ; Πώς σας βγήκε;

Γιάννης: Αυτό είχε ξεκινήσει να γίνεται από την Ουτοπία. Μπήκε μια μικρή πινελιά και μετά είπαμε να το ανεβάσουμε. 

Γιώργος: Στην αρχή που δεν ξέραμε να παίζουμε, είχαμε το σαμπλάρισμα.

Γιώργης: Τα Αντίποινα έπαιζαν έτσι από παλιά. Εγώ μέχρι τα είκοσι τρία άκουγα μόνο ραπ και τίποτε άλλο. Ούτε μουσική ήξερα. Κάποια στιγμή στρόφαρε ο εγκέφαλος κι ήθελα να μάθω μπαγλαμά. Αγόρασα έναν μπαγλαμά, έπειτα έπιασα μπουζούκι, λαούτο, ταμπουρά κι άρχισα να μπαίνω και σε άλλα ακούσματα. Σμυρνέικο… Και από τη Σμύρνη πίσω στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα. Μετά ασχολήθηκα και με την κατασκευή οργάνων. Κι επειδή φτιάχνω και κάποια αρχαία όργανα, είδα ότι τελικά είναι μια ζωντανή κατάσταση από τότε. Ακόμα και το ραπ όπου υπάρχει η μετρική φορά του λόγου παραπέμπει στον Όμηρο. Τα κείμενα του Ομήρου είναι έξι όγδοα, ζωναράδικα αν δεν κάνω λάθος. Με τα Αντίποινα αυτό κάναμε. Βάζαμε μέσα παραδοσιακά όργανα. ‘Όταν ο Λεωνίδας μου διάβασε τους στίχους για τον Μπερκίν Ελβάν εγώ μεταφέρθηκα νοερά στην Κωνσταντινούπολη. Ήθελα Ανατολή. Βάλαμε τη λάφτα με τα μόρια που έχει, για μένα ήταν φυσιολογικό, αφού παίζεις το όργανο γιατί να το σαμπλάρεις; Θα μπορούσαμε να βρούμε ένα σαμπλ από τούρκικη μουσική και να τελειώνουμε. Αλλά προτιμήσαμε να το ζωντανέψουμε. Με βοήθησε το ότι κάποτε άκουγα μόνο ραπ γιατί δουλεύουμε αυτά τα όργανα με τη λογική της λούπας. Απλά γίνεται με τα συγκεκριμένα όργανα.

Γιώργος: Αυτό βοήθησε γενικά και τον Γιάννη και τον Γιώργη. Τα παιδιά ξεκίνησαν ακούγοντας ραπ κι είχαν τη λογική αυτής της μουσικής. Μας έχουν τύχει μουσικοί που δεν προέρχονται από αυτό κι έπαιζαν άλλα πράγματα και πιο ελεύθερα να μην μπορούν να μπουν στο καλούπι που έχουμε εμείς και να δυσκολεύονται να καταλάβουν το ρυθμό και τη λειτουργία. Ενώ ο Γιάννης και ο Γιώργης ήξεραν πρώτα τη λειτουργία και μετά έπιασαν τα όργανα. 

Γιώργης: Αυτό που θα έχει ενδιαφέρον είναι να μπορέσουμε να σπάσουμε το ρυθμό. Εγώ έχω ασχοληθεί βασικά με την γκάιντα και μπήκα στα επτά όγδοα, ένα μαντηλάτο, και δεν μπορούσε ο εγκέφαλός μου να καταλάβει πού γίνεται η λούπα. Ένιωθα σαν καθυστερημένος. Είχα κολλήσει στη λούπα, τόσο είχα περιοριστεί ρυθμικά. Το να μπορέσεις σε επόμενο επίπεδο να ραπάρεις και σε άλλους ρυθμούς λόγω Βαλκανίων αλλά και πιο νότια έχει φοβερό ενδιαφέρον.

Γιάννης: Πριν κάποια χρόνια είχαμε παίξει στη Νορβηγία, σε ένα νησί στο βορρά τέρμα, σε ένα φεστιβάλ. Και κάθε βράδυ μαζευόμαστε στη φωτιά και παίζαμε Ιταλοί, Ισπανοί, Νορβηγοί. Είχα το μαντολίνο και στην παρέα περνούσε η μουσική απ’ τον ένα στον άλλο. Ο Ιταλός έπαιζε ιταλικά και κρατούσαμε όλοι το ρυθμό. Μετά ο Ισπανός τα δικά του και κάναμε κύκλο. Όλοι έπαιζαν τέσσερα τέταρτα κι έρχεται κι η σειρά μου και στην πρώτη γύρα παίζω κρητικά που είναι δυο δεύτερα, απλά πράγματα. Στη δεύτερη το γύρισα σε ένα ανατολίτικο κι άκουγες τους άλλους να παίζουν τα τύμπανα και κάπου σκόνταφταν. Και με κοιτούσαν. Στην αρχή είχαν την εντύπωση ότι έπαιζα λάθος. Και μετά κατάλαβα ότι οι περισσότεροι ήξεραν μόνο τέσσερα τέταρτα και τίποτε άλλο. Όχι πως είναι κακό, αλλά υπάρχει φοβερός πολιτισμός σε μας, ανατολίτικος, ηπειρώτικος, κρητικός και δεν πρέπει να χαθεί. Οπότε γιατί εκεί που σαμπλάρεις να μην βάλεις κι άλλα πράγματα να το ανοίξεις.

Γιώργης: Εμένα μου φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό που μπήκαν μέσα αυτά τα όργανα. Με τα Αντίποινα είχαμε ένα κοινό και ραπάραμε. Μόλις βάλαμε τα όργανα πάνω από τους μισούς εξαφανίστηκαν! Και μας ρωτούσαν σε συνεντεύξεις πώς σκεφτήκαμε να βάλουμε όργανα; Κι απαντούσαμε, μα έτσι φτιάχνεται η μουσική. 

Γιάννης: Η Ουτοπία ως επί το πλείστον είναι λούπα. Αυτή τη στιγμή αν το συγκεκριμένο κομμάτι  που είναι δυνατό, το παίζαμε ακουστικά ίσως να μην είχαμε πρόβλημα με τον κόσμο, αυτό που λέει ο Γιώργης ότι έχασαν το μισό κοινό. Ίσως μαζεύαμε κόσμο. Οι S.W. δεν αντιμετωπίσαμε τέτοιο πρόβλημα ίσως επειδή είχαμε άλλο κόσμο. 

Γιώργος: Ο μέσος όρος ηλικίας σε μας είναι πολύ υψηλός. Πάνω από τα είκοσι πέντε, ενώ σε ένα κλασικό χιπ χοπ live ο μέσος όρος είναι δεκαεφτά. Για μας είναι μεγάλη επιτυχία, έρχονται άνθρωποι πενήντα εξήντα χρονών που μας ακούν, μας παίρνουν τηλέφωνο, κάθονται πίσω πίσω στα live. Σαν να βλέπεις ασφαλίτες να σε παρακολουθούν! Και μετά σε πιάνουν και σου λένε σε παρακολουθούμε (όχι αφαλίτικα!) και μπράβο γι’ αυτό που είπατε εκεί και τέτοια πράγματα. Έχουμε ένα ευρύ κοινό ηλικιακά που μας παρακολουθεί.

Γιάννης: Αν έχεις συγκεκριμένο κοινό, είναι κλειστή κατάσταση. Το χιπ χοπ κοινό μας άντε να είναι το 20 τοις εκατό.

ΜΜΒ:  Υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή με τον παραδοσιακό ήχο όπου μπορείς να γίνεις γραφικός. Εσείς πώς τοποθετείστε σε σχέση με αυτό, δηλαδή με το να γίνεις ελληνολεβέντης ή γραφικός;

Γιώργης: Το πρώτο εμπόδιο που σπάσαμε είναι ότι δεν παίξαμε παραδοσιακή μουσική με σύγχρονα όργανα ούτε ξαναδιασκευάσαμε κάποιο παραδοσιακό κομμάτι. Κάναμε σύγχρονη μουσική με παραδοσιακά όργανα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καν δίπλωμα παραδοσιακής μουσικής από το υπουργείο Πολιτισμού. Εγώ δεν μπορώ να διδάξω γκάιντα επίσημα. Δεν μπορώ χωρίς δίπλωμα, είμαι εμπειροτέχνης. Το κρητικό μαντολίνο δεν διδάσκεται. 

ΜΜΒ:  Μήπως όμως στην περίπτωση που η παραδοσιακή μουσική αποκτούσε παραδοσιακό χαρακτήρα, έχανε τελικά την αμεσότητά της;

Γιάννης: Αυτό σίγουρα ισχύει.

Γιώργης: Και το ραπ λαϊκή μουσική είναι, λαϊκό αστικό ρεύμα.

ΜΜΒ:  Ναι αλλά εσείς κάνετε μια μουσική που είναι πάρα πολύ αστική με όργανα που δεν είναι αστικά…

Γιώργης: Η λάφτα είναι αστικό όργανο, ήταν λόγιο όργανο της Κωνσταντινούπολης, την είχαν στις ορχήστρες. Από την άλλη, η γκάιντα δεν είναι. Το βλέπουμε ενιαία, όλα παίζουν μέσα και το αστικό όργανο και το αρχαίο και το χωριάτικο.

Γιώργος: Ο Γιώργης έχει κάνει έρευνα πάνω σε όλα αυτά. Άρχισε με την γκάιντα των Πιερίων και πέρα από το ότι τις φτιάχνει, πάει και βρίσκει κάτι γκαϊτατζήδες γέρους και τους καταγράφει σε βίντεο, ό,τι ρυθμούς θυμούνται για να μείνουν στην ιστορική μνήμη.

Γιώργης: Είναι λίγο είδος προς εξαφάνιση. Στη Θράκη έχει αναβιώσει λίγο. Στα Πιέρια έχουν μια πολύ ιδιαίτερη τεχνοτροπία στο παίξιμο. Υπάρχουν κάποιοι αλλά είναι λίγοι. Για παράδειγμα, ένας μουσικολόγος βρήκε στη Μεσσηνία κάπου βρήκε μια γριά που είχε κασέτες με σκοπούς γκάιντας από την Καλαμάτα. Το κλαρίνο τα εκτόπισε όλα, αλλά κάποτε παιζόταν και γκάιντα.

ΜΜΒ:  Την Κρήτη ο κόσμος την ξέρει συνήθως σαν τουριστικό μέρος συν τα κακώς κείμενα της Κρήτης. Αυτό που δεν ξέρουν πολλοί είναι ότι η Κρήτη έχει πληθώρα μουσικής και μουσικών. Στην Ελλάδα είναι το μέρος όπου υπάρχουν οι πιο πολλοί μουσικοί. Όλος ο κόσμος ασχολείται, ακόμα κι αυτοί που λένε μαντινάδες…

Γιάννης: Θυμάμαι που μιλούσα με ένα παιδί που ασχολείται με την ηπειρώτικη μουσική. Και του λέω, έχετε τόση μουσική, γιατί δεν ασχολείστε με την παραδοσιακή σας μουσική για να την αναπτύξετε. Στην Κρήτη τώρα που μιλάμε παίζουν χιλιάδες παιδιά σπίτι τους μαντολίνο, λαούτο ή λύρα. Γιατί εσείς δεν παίζετε ζουρνάδες, νταούλια ή κλαρίνα αλλά παίζετε μόνο με ηλεκτρικά όργανα; Έχετε ένα φοβερό πολιτισμό μουσικά κι αντί να τον κρατήσετε, τον έχετε σε ένα μουσειακό επίπεδο που αργά ή γρήγορα θα εξαφανιστεί. ένας φοβερός πολιτισμός που έχετε πάει να χαθεί. Μου απάντησε «δεν τα αγγίζεις εύκολα αυτά τα πράγματα». Δεν αγγίζεις το μουσείο!

ΜΜΒ:  Δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και το ότι η Ήπειρος αδειάζει, τα νιάτα της δεν μένουν στην Ήπειρο. Η Κρήτη όχι μόνο κρατάει τα νιάτα της αλλά κάνει και εισαγωγή.

Γιώργης: Σωστό. Η Κρήτη κρατάει τις παραδόσεις με όλα τα καλά και τα κακά. 

Γιάννης: Συνήθως είναι γνωστή για τα κακά της.

Γιώργος: Υπάρχει κι άλλο ένα στοιχείο. Υπάρχει το κοινωνικό στίγμα του αν θα παίζεις ας πούμε γκάιντα. Όταν επισκέφθηκα την Κέρκυρα με πήγαν να μου δείξουν την κατάσταση στα μουσικά και μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Έπαιζαν μουσική δωματίου, κλασική μουσική στο κλαρίνο και στο βιολί, αλλά παραδοσιακή μουσική αυτοί οι ίδιοι δεν έπαιζαν γιατί τη θεωρούν χωριάτικη, γύφτικη, είναι στιγματισμένη. Στην Κρήτη δεν ισχύει αυτό. Έχουμε και το μουσειακό της παράδοσης, βέβαια, με την έννοια του να ξαναπαίξεις το ίδιο πράγμα λίγο καλύτερα και ρεμιξαρισμένο. Δημιουργία δεν έχουν τόσο πολύ. Θα μπορούσαμε να είμαστε περισσότερο δημιουργικοί. 

ΜΜΒ:  Είναι και η κυριαρχία της λύρας…

Γιάννης: Αυτό αρχίζει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια. Το λαούτο έχει βγει πάρα πολύ μπροστά. 

Γιώργος: Οι περισσότεροι παίζουν τα ίδια τραγούδια, ίσως με ένα ρεμίξ. Οι δημιουργικοί είναι λίγοι. Οι Χαΐνηδες είναι δημιουργικοί…

Γιάννης: Ναι, αλλά και αυτοί πατάνε σε γνωστούς σκοπούς….

Γιώργος: Φτιάχνουνε όμως τραγούδια με καινούργια θεματική. Ο Ψαρογιώργης είναι μουσικά δημιουργικός. Ο Αποστολάκης γράφει μουσική.

Γιάννης: Έχουν πατήματα και σκοπούς πολύ παλιούς και γνωστούς από τους πρωτομάστορες. Σε σχέση με τον κόσμο που ασχολείται η δημιουργία είναι μικρή, ωστόσο υπάρχει. Και τα τελευταία χρόνια έχει πέσει πολύς κόσμος με τα μούτρα στη δημιουργία. Μα Μανωλάκης λέγεται, μα Ψαρογιώργης, μα Παξιμαδάκης. Είναι αρκετοί που βλέπεις ότι έχουν σκοπό να δημιουργήσουν κι όχι απλά να παίξουνε σ’ ένα μαγαζί. 

ΜΜΒ:  Οι Villagers of Ioannina City έχουν κάνει ένα τέτοιο πάντρεμα ηπειρώτικο, όμως ο στίχος είναι κυρίως παραδοσιακός.

Γιώργης: Είναι και λίγο αλλαγμένος αλλά δεν έχουν γράψει ένα αυτοτελές τραγούδι, αλλάζουν τη μουσική, βάζουν άλλα όργανα.

ΜΜΒ:  Στην Κρήτη όμως υπάρχει αυτή η έννοια της μεσογειακής μουσικής. Για μένα ο Γιώργης ο Μανωλάκης είναι από τους καλύτερους λαουτιέρηδες και αυτό που έκανε με τους Couleur Locale ξεφεύγει από τα όρια της παραδοσιακής μουσικής και δείχνει ότι δεν είναι και τόσο στενά τα πράγματα. Αγκαλιάζει ένα ευρύτερο κόσμο και αυτό μπορεί να ακουστεί πολύ άνετα και στη Λατινική Αμερική.

Γιάννης: Το θέμα είναι αυτό που κάνεις να το ’χεις. Ο Μανωλάκης για μένα είναι ο πιο μελετημένος μουσικός της Κρήτης σε αυτή την ηλικία. Εννοείται ότι θέλει να κάνει πράγματα για να ξεχωρίσει αλλά το κάνει στεκόμενος στα πόδια του. Ο Ψαρογιώργης επίσης κάνει κάτι ανάλογο με τον Jim White και για μένα είναι ο καλύτερος γνώστης του λαούτου στην Κρήτη. 

Γιώργος: Ο Ψαρογιώργης επαναστάτησε ενάντια στον πατέρα του, στην οικογένειά του, στην τοπική κοινωνία, ενάντια και στην Κρήτη την ίδια γιατί σηκώθηκε κι έφυγε. Γιατί έπαιζε με τον Ψαραντώνη, είναι από τους Ξυλούρηδες, και κάποια στιγμή εξαφανίζεται πάει στην Αυστραλία, παντρεύεται, έχει άλλα ακούσματα και επιστρέφει και με βάση όλη αυτή την εμπειρία κάνει άλλα πράγματα.

Γιάννης: Αν δεν το έκανε αυτό, ίσως να έπαιζε στα πανηγύρια. Ενώ τώρα είναι ένας παγκόσμιος μουσικός που το αξίζει, δεν είναι τυχαία. Επειδή βέβαια είναι Ξυλούρης, ό,τι και να κάνει είναι αποδεκτό. Αν το έκανα εγώ αυτό, θα μου δίνανε… πούλους! 

ΜΜΒ:  Ο Ross Daly δεν έχει παίξει ρόλο σε αυτή την ιστορία;

Γιώργος: Πολύ μεγάλο ρόλο. 

Γιάννης: Μας άνοιξε τα μάτια γιατί εμείς δεν ήμαστε ικανοί να το κάνουμε. 

Γιώργος: Πήγαινε με το γάιδαρο στα χωριά και κατέγραφε ό,τι άκουγε. 

Γιάννης: Όλοι αυτοί, και ο Μανωλάκης και ο Στέλιος ο Πετράκης που είναι λυράρης, είναι σχολή Ross Daly. Κι εμείς σαν μπάντα είμαστε πολύ κοντά με όλους αυτούς που ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική. Η Κρήτη είναι μια γειτονιά, όλοι γνωριζόμαστε. Και υπάρχει αποδοχή. 

Γιώργος: Παρόλο που εμείς δεν είμαστε καθαυτό μουσικοί, ούτε έχουμε βγει από τα δίκτυα ή τα γλέντια. 

Γιάννης: Ούτε είμαστε από οικογένεια μουσικών που κατά κανόνα συμβαίνει.

ΜΜΒ:  Όταν ήσασταν πιτσιρίκια, ακούγατε λύρες και λαούτα και τέτοια;

Γιάννης: Θέλαμε δε θέλαμε! Δεν έχει επιλογή, είναι τα βιώματά σου άσχετα αν σ’ αρέσει η κρητική μουσική. Εγώ ξεκίνησα να τη μελετάω όταν έπιασα το λαούτο και ήδη μέσα μου υπήρχαν οι ρυθμοί, οι μαντινάδες. Στα κρητικά και πριν να πιάσω το λαούτο, αν έπιανα ένα καλαμάκι έπιανα τη βούρτσα του λαούτου. Γιατί το έχεις από παιδί. Κοιμάσαι στα πανηγύρια και παίζει η μουσική. Είναι αναπόφευκτο. Εμείς σαν μουσικοί δε θέλουμε να επιβάλλουμε αυτή τη μουσική. Έχουμε αυτές τις βάσεις, υπάρχει η Κρήτη, αλλά θέλουμε να βάλουμε και τη βόρεια Ήπειρο ή νησιώτικα. Ακόμα και η προφορά… δεν πρέπει να χαθεί, ούτε η προφορά ούτε η μουσική. 

Λεωνίδας: Εγώ δεν ακούω βορειοαμερικάνικο ραπ. Ακούω τις γλώσσες που μιλάω, λατινοαμερικάνικο, ιταλικό… Υπάρχουν μπάντες που ραπάρουνε στα σάρντο, από τη Σαρδηνία, μπάντες που ραπάρουνε στα κέτσουα των ιθαγενών των Άνδεων που βάζουν και παραδοσιακή μουσική δική τους. Ασχολούμαι λίγο ερευνητικά και ακαδημαϊκά με το ραπ και σαν στίχο και σαν μουσική και διαβάζω μελέτες που λένε ότι σε πολλές κοινότητες έχει βοηθήσει ώστε να διατηρηθεί η γλώσσα, η διάλεκτος.

Γιάννης: Γιατί ιστορικά η γλώσσα δεν μπορεί να διατηρηθεί σε ένα γραπτό κείμενο. Και στη ραπ η μουσική είναι κυρίως ένα χαλί για να βγαίνει ο λόγος. Είναι πιο σημαντικός ο ρυθμός και μετά η μελωδία. Εμείς προσπαθούμε να βάλουμε τη μελωδία ψηλά, αλλά και πάλι όλα είναι με βάση το ρυθμό. Γιατί ο στίχος εκεί βασίζεται.

ΜΜΒ:  Τελικά τι είναι για σας το χιπ χοπ της Μεσογείου;

Λεωνίδας: Στην ουσία εμείς κάνουμε το ραπ της Μεσογείου. Το χιπ χοπ είναι η κουλτούρα που εμπεριέχει και άλλα πέρα από το ραπ, ενώ εμείς κάνουμε το ραπ. Είναι η προσπάθεια να γίνει ένα τραγούδι βασισμένο στο λόγο, στη ρυθμική απαγγελία στίχων, οι οποίοι έχουν αναφορά τοπική και παγκόσμια, κάτι που δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε, και είναι ντυμένο μουσικά με όργανα που έχουν αναφορές στη λεκάνη της Μεσογείου. Χωρίς να το διαχωρίζουμε με βάση το έθνος-κράτος. Μιλάμε για τη Μεσόγειο σαν μια λεκάνη και σαν μέσο επικοινωνίας. Σήμερα η Μεσόγειος θεωρείται το σύνορο της Ευρώπης. Ενώ δεν ήταν ποτέ έτσι, δεν διαχώριζε αλλά ήταν το μέσο επικοινωνίας. Ένωνε.

Γιάννης: Όλα τα παράλια της Μεσογείου έχουν άπειρα κοινά πολιτισμικά στοιχεία και μουσικά και στη γλώσσα και στον τρόπο ζωής.

ΜΜΒ:  Το γεγονός πάντως ότι το προσδιορίζετε στη Μεσόγειο υποδηλώνει ότι κοιτάζει προς τη θάλασσα… Θα μπορούσατε να πείτε το χιπ χοπ των Βαλκανίων, για παράδειγμα. Να κοιτάζει προς το βουνό…

Γιάννης: Νομίζω πως όλες μας οι δουλειές κοιτάζουν προς τη θάλασσα. 

Γιώργης: Η θάλασσα είναι το ταξίδι, ενώ στο βουνό ταμπουρώνεσαι… Πρέπει να πέσει όλο το βουνό για να βγεις από μέσα…

Γιώργος: Είμαστε του ανοιχτού και όχι του κλειστού ορίζοντα…

Γιάννης: Δες πόσο ξένο νιώθεις έναν, ας πούμε, Βορειοευρωπαίο και πόσο ξένο νιώθεις έναν Αιγύπτιο που είναι από άλλη ήπειρο. Με τον τελευταίο έχεις τόσα κοινά. Όταν είχα πάει στην Τουρκία, ιδίως στα παράλια, δεν βρήκα καμία διαφορά, ίδια νοοτροπία, παρόμοια γλώσσα. Και με ένα Γερμανό που θεωρείσαι ίδιο κράτος, ευρωπαϊκό, είσαι τόσο διαφορετικός στη νοοτροπία, στον τρόπο που μιλάς.

Λεωνίδας: Για τον Βορειοευρωπαίο ίσως η Μεσόγειος είναι το σύνορο. Για μας όχι. Για εμάς είναι το μέσο.

Γιάννης: Μαντολίνο, λάφτα, λαούτο είναι η Ελλάδα, η Τουρκία, η Ιταλία, η Μέση Ανατολή…

ΜΜΒ:  Τη  πρώτη φορά ανεβήκατε στη σκηνή σε ένα φεστιβάλ στο Καρτερό όπου έπαιζαν οι Σαρκα, τα Ξύλινα Σπαθιά, οι Micro και οι Active Member. Καλοκαίρι του 2000. Κάποια στιγμή λέει ο Μιχάλης των Active, «Θα ανεβάσω κάτι παιδιά» και ανεβήκατε και παίξατε ένα κομμάτι. Μπορούσατε τότε να φανταστείτε αυτή την πορεία;

Λεωνίδας: Για μας τότε αυτή ήταν η κορυφαία μας στιγμή. Εμείς θέλαμε να παίξουμε με τους Active Member. Αυτός ήταν ο στόχος και η μόνη μας φιλοδοξία.

ΜΜΒ:  Η σχέση σας με τους Active Member και γενικά με το low bap;

Λεωνίδας: Από αυτή τη σχολή προερχόμαστε. Κάποια στιγμή απογαλακτιστήκαμε και αυτονομηθήκαμε μετά το 2004 περίπου και από κει και πέρα δεν είχαμε και πολλές επαφές, αλλά χωρίς να τσακωθούμε μαζί τους. Παρότι τους έχουμε κάνει κριτική και διαφωνούμε σε διάφορα και τα έχουμε πει και μεταξύ μας, δεν κόψαμε ποτέ την καλημέρα, όπως έγινε με άλλες μπάντες. Εγώ σέβομαι πολύ τον Μιχάλη. Μπορεί να διαφωνώ με χίλια πράγματα που έχει κάνει, αλλά σαν συνολικό έργο τον σέβομαι γιατί έκανε και πολιτικό στίχο. Έχει γράψει φοβερά τραγούδια. Από εκείνον έμαθα να γράφω στίχους, όπως είπα στην αρχή. Μας επηρέασε. Αν ακούγαμε κάτι άλλο, μπορεί να μην κάναμε αυτό που κάνουμε σήμερα. 

Γιώργης: Εμείς σαν Αντίποινα δεν είχαμε σχέση μαζί τους. Ωραίοι οι στίχοι, αλλά κάτι άλλο δε μας άρεσε. Σίγουρα παραδέχομαι τον Μιχάλη σαν στιχουργό και παραμυθά, δημιούργησε ολόκληρο κίνημα, μια δική του σχολή φτιάχνοντας μύθους. Ότι πάντα, σε ό,τι ακούς, υπάρχει κάτι από πίσω. Απλά δεν μας άρεσε το μουσικό κομμάτι.

Λεωνίδας: Εμείς το τιμούμε, γιατί αυτό θέλαμε να κάνουμε – να παίξουμε με τους Active Member. Ήμασταν στην Κρήτη, δεν είχαμε επαφή με συγκροτήματα της Αθήνας κι έπρεπε να μάθουμε μόνοι μας. Αυτό που μάθαμε από αυτούς είναι η μεγάλη σκηνή: τι γίνεται σε μια συναυλία, πώς στήνεται, πώς αντιμετωπίζεις το κοινό. Τώρα πια, είτε πέντε άτομα είναι από κάτω είτε πέντε χιλιάδες θα παίξουμε το ίδιο. Αυτό το χρωστάμε και λίγο στους Active Member που είδαν κάτι σ’ εμάς. Μας έδωσαν ένα βήμα.

Γιάννης: Από κει και πέρα εξαρτάται από το πόσο ανοιχτούς έχεις του δέκτες σου για να μάθεις να συμπεριφέρεσαι πάνω στη σκηνή. Δεν μας είπε κανείς πώς να στηθούμε, απλά παρατηρούσαμε τον Μιχάλη και λέγαμε ότι για να κάθεται έτσι κάποιος λόγος θα υπάρχει. Εμείς δεν είχαμε μπει ποτέ σε στούντιο, ό,τι φτιάχναμε το φτιάχναμε σπίτι με ένα μικρόφωνο που το έδινε ο ένας στον άλλο και βάζαμε και μια κάλτσα! Για να στείλουμε ένα demo σε κάποιον ραπάραμε όλοι. Μπαίνοντας τελικά σε ένα στούντιο, είδαμε  για παράδειγμα γιατί ηχογραφεί κάποιος έτσι; Γιατί μπαίνει σε ένα δωμάτιο και τα λέει κι οι άλλοι κάθονται απέξω; Όχι ότι μας το εξηγούσανε αλλά παρατηρούσαμε πώς το κάνουν οι άλλοι. Γνωρίζεις ταυτόχρονα άλλα παιδιά στο ίδιο φάσμα, όπως ο Χρήστος που ήρθε αργότερα στους Social, και ανταλλάσσεις απόψεις και έτσι δημιουργείται ένας πυρήνας. Αυτός ο πυρήνας σε βοηθάει να πας παρακάτω και μουσικά και στιχουργικά. Θα μπορούσαμε να έχουμε απαρνηθεί το low bap, κάποιοι έφυγαν από κει και σταμάτησαν τη μουσική, άλλοι πήγανε αλλού μουσικά και κάποιοι επέλεξαν να πάνε κόντρα. Πρέπει να δέχεσαι το παρελθόν σου και να ξέρεις ότι με αυτό προχωράς και το τιμάς χωρίς να δεσμεύει. 

Λεωνίδας: Αυτό θα θέλαμε κι εμείς για άλλες μπάντες. Να τους δώσουμε κάτι για να πάνε παρακάτω.

Γιάννης: Μακάρι να επηρεάσουμε κάποια παιδιά που τελικά θα μας ξεπεράσουν, θα μας αφήσουν πίσω. 

Λεωνίδας: Εμένα θα με ευχαριστούσε να με ξεπεράσει κάποιος που ξεκίνησε ακούγοντας Social Waste. Ειδάλλως δεν έχει νόημα. Γι’ αυτό εμείς θέλουμε να το πάμε λίγο παραπέρα, για να το πάρουν άλλοι και να το πάνε ακόμα πιο πέρα.

ΜΜΒ:  Τι υπάρχει στο άμεσο μέλλον, έπειτα από την κυκλοφορία του άλμπουμ;

Λεωνίδας: Θέλουμε να ταξιδέψει αυτό το πράγμα. Έχουμε δυο χρόνια που το δουλεύουμε, που το ακούμε εμείς στο σπίτι μας, στο στούντιο. Τώρα το βγάλαμε, τι ταξίδι θα κάνει δεν ξέρουμε. Μας έχουν στείλει μηνύματα πως έχει πάει ήδη και έχει ακουστεί σε απίθανα μέρη, πράγμα που ούτε καν είχαμε φανταστεί. Μέχρι και σε ζαπατίστικο καρακόλ υπάρχουν παραγωγές δικές μας και ραπάρουν στα τσοτσίλ, τη γλώσσα των ιθαγενών. Κι αυτό είναι πολύ ωραίο. 

Γιάννης: Θέλουμε να το ταξιδέψουμε, να πάει όπου είναι να πάει κι έπειτα να ξεκουραστούμε και να ετοιμάσουμε το επόμενο. Ξεκούραση σημαίνει επικοινωνία με τον κόσμο. 

ΜΜΒ:  Πολιτικά πού βρίσκεστε, ποια είναι η κοινή συνισταμένη σας;

Λεωνίδας: Είμαστε έξι άνθρωποι οι οποίοι σε γενικές γραμμές συμφωνούν, αλλά καθένας έχει την προσωπική του αυτονομία. Προσωπικά συστρατεύομαι και αποστρατεύομαι κατά συνείδηση. Γενικά ανήκουμε στο χώρο της αυτονομίας και της αντιεξουσίας, χωρίς να είμαστε περιχαρακωμένοι ιδεολογικά.

Γιάννης: Γίνονται συνελεύσεις μεταξύ μας και κατεβαίνουν τέσσερις πέντε προτάσεις. Έχουμε βέτο, λειτουργούμε όπως θα θέλαμε να λειτουργεί ένα μικρό, φανταστικό χωριό, μια μικρή κοινωνία. 

Γιώργος: Δίνουμε και ομηρικές μάχες που καταλήγουν σεντόνια στα mail μας… Από το πού θα πάμε να παίξουμε μέχρι του τι όργανο θα μπει στο τάδε σημείο, αν θα μπει σε κάποιο κομμάτι τρίτο ρεφρέν, αν θα στηρίξουμε πολιτικά την τάδε συναυλία και γιατί, αν θα ζητήσουμε χρήματα για τα τσιγάρα μας, για τα εισιτήριά μας, αν θα παίξουμε δωρεάν - γίνεται πολύ κουβέντα.

Γιάννης: Ψηφοφορία από τα κάτω.

Λεωνίδας: Υπάρχει και το δικαίωμα βέτο, αλλά μέχρι στιγμής το έχουμε χρησιμοποιήσει μόνο μια φορά!

ΜΜΒ:  Γιατί διαθέτετε δωρεάν τη μουσική σας;

Γιώργος: Πιστεύουμε ότι η πληροφορία σε κάθε μορφή της πρέπει να είναι δωρεάν και προσβάσιμη από όλους. Να μπορείς να βρεις αυτό που θέλεις χωρίς να κοπιάζεις. Το πώς το φιλτράρεις εσύ είναι άλλο θέμα.

Λεωνίδας: Ουσιαστικά κάνουμε ένα είδος που βασίζεται σε αυτό. Το sample έκοβε κι έραβε. Εμείς δεν έχουμε ούτε εταιρεία, ούτε ζητάμε δικαιώματα, θέλουμε τα τραγούδια μας να ταξιδεύουν και όσο περισσότερο ακούγονται τόσο το καλύτερο.

Γιάννης: Βγαίνουν και CD, τα βγάζουμε μόνοι μας μέσω μιας εταιρείας που τα τυπώνει, πληρώνουμε και τα παίρνουμε. Τα πουλάμε φθηνά κυρίως να μας συνδράμει κάποιος, αλλά και για τους μερακλήδες που θέλουν να έχουν κάτι χειροπιαστό. Έχουμε σκεφτεί και το βινύλιο αλλά δεν ξέρουμε αν θα ανταποκριθεί το κοινό. Είναι και πολλά τα έξοδα. Το οικονομικό βάρος κάθε παραγωγής είναι δικό μας. Σαν γκρουπ δεν έχουμε οικονομικό όφελος, απλά αυτή την περίοδο έχουμε καταφέρει να μην μπαίνουμε μέσα. Κι αυτό εξαρτάται από φίλους. Ας πούμε, το στούντιο μας έκανε εξαιρετικά φιλική τιμή. Όλα βασίζονται σε φιλίες, αλληλεγγύη και σε κινηματικές φάσεις. Ο ένας βοηθάει τον άλλο.

Λεωνίδας: Στηρίζουμε αλλά έχουμε λάβει και μεγάλη στήριξη από τα κινήματα. Όταν παίξαμε στο Θέατρο Ρεματιάς σε ένα live στήριξης στη ΒΙΟΜΕ που είχαν διοργανώσει διάφορα αλληλέγγυα κινήματα, στην αρχή δεν είχε πολύ κόσμο. Κάποια στιγμή πριν παίξουμε ο χώρος γέμισε. Τι είχε συμβεί. Πιο πάνω είχε live η βίλα Πραπόπουλου, η κατάληψη και σταμάτησαν ό,τι έκαναν, κατέβηκαν για να ακούσουν μόνο εμάς και μετά έφυγαν. Για μας ήταν από τα σημαντικότερα που μας έχουν συμβεί. Και μετά τη συναυλία, εμείς και ο κόσμος που ήταν στη Ρεματιά ανεβήκαμε στη βίλα. Όλα αυτά βγαίνουν πολύ αυθόρμητα.

ΜΜΒ:  Κάνατε κι ένα βίντεο στη ΒΙΟΜΕ…

Λεωνίδας: Το συγκεκριμένο τραγούδι, «Στη γιορτή της Ουτοπίας», που διαλέξουμε δεν κάνει καμία αναφορά στη ΒΙΟΜΕ. Σκεφτήκαμε ότι πέρα από το μήνυμα του κομματιού υπάρχει και το μήνυμα της εικόνας. Το είπαμε στην Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης και στη συνέλευση των εργαζομένων, και δέχτηκαν. Η φάση είναι ότι δεν μας ήξεραν, ήξεραν κάποιους από μας, αλλά σίγουρα το χιπ χοπ δεν ήταν κάτι οικείο για τους εργάτες. Κάποια στιγμή ήθελαν να κάνουν μια συναυλία στήριξης και μας είχαν καλέσει. έχουν καλέσει κι έναν άλλο καλλιτέχνη του χιπ χοπ που δέχτηκε να εμφανιστεί με τον όρο να μην παίξουμε εμείς. Ήταν από τους «ορθόδοξους» αναρχικούς και δεν ήθελε να παίξει μαζί μας επειδή «αυτοί παίζουν και σε μαγαζιά». Η απάντηση της συνέλευσης των εργαζομένων ήταν η εξής: «Μη σώσεις κι έρθεις! Οι Social Waste θα παίξουν γιατί μας έχουν στηρίξει». Ενώ εμείς και στα μαγαζιά που παίζουμε ουσιαστικά νοικιάζουμε μόνοι μας το χώρο και τις αφίσες μόνοι μας τις κολλάμε. 

official site όπου μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το Χιπ Χοπ της Μεσογείου

facebook

bandcamp


image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

H Abies S. a.k.a. Γεωργία έχει μάθει να ζωγραφίζει, να γράφει μουσική και να διδάσκει κάτι από τα δύο. Τραβάει πολλές φωτογραφίες με φτηνές φωτογραφικές μηχανές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μέρη που μετά έγιναν τα πιο βρώμικα και έρημα αυτής τη πολης. Ακόμα ζει στο κέντρο της.
 
 
 
image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

H Abies S. a.k.a. Γεωργία έχει μάθει να ζωγραφίζει, να γράφει μουσική και να διδάσκει κάτι από τα δύο. Τραβάει πολλές φωτογραφίες με φτηνές φωτογραφικές μηχανές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μέρη που μετά έγιναν τα πιο βρώμικα και έρημα αυτής τη πολης. Ακόμα ζει στο κέντρο της.
 
 
 


image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 


image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 


image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Συνεκδότης, βιντεοσκόπος και παιδί για όλες τις δουλειές.
 
 
 
image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Συνεκδότης, βιντεοσκόπος και παιδί για όλες τις δουλειές.
 
 
 


image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Γεννήθηκα σε πολύ νεαρή ηλικία με μία έμφυτη τάση προς τα παχυντικά, τα ανήθικα και τα θορυβώδη. Έκτοτε προσπαθώ, με μέτρια επιτυχία, να τελειοποιήσω το ταλέντο μου αυτό.
Που και που πατάω κουμπιά φωτογραφικών μηχανών. Σπανιότερα μπορεί να πω και 2-3 πράγματα που γνωρίζω για κάποια πράγματα, πάντα με πραγματιστική άποψη και πραγματικά καλές προθέσεις, φιλοδοξώντας κάποια στιγμή να στρώσω με αυτές το δρόμο προς την κόλαση.
 
 
 
image

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Γεννήθηκα σε πολύ νεαρή ηλικία με μία έμφυτη τάση προς τα παχυντικά, τα ανήθικα και τα θορυβώδη. Έκτοτε προσπαθώ, με μέτρια επιτυχία, να τελειοποιήσω το ταλέντο μου αυτό.
Που και που πατάω κουμπιά φωτογραφικών μηχανών. Σπανιότερα μπορεί να πω και 2-3 πράγματα που γνωρίζω για κάποια πράγματα, πάντα με πραγματιστική άποψη και πραγματικά καλές προθέσεις, φιλοδοξώντας κάποια στιγμή να στρώσω με αυτές το δρόμο προς την κόλαση.
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1