Ο κύριος και η κυρία «εγώ κοιτάω τη δουλειά μου»...

Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

Ο κύριος και η κυρία “εγώ κοιτάω τη δουλειά μου”
«…Τώρα κάνεις μαύρη πλάκα κι όλο τρως απ’ την κουτάλα,
τώρα μάγκωσε η φάκα και σε κλείσανε στη γυάλα»...
(Δήμος Μούτσης-Σωτηρία Μπέλου «η Νταλίκα»)


Αν ένας πολιτικός είπε κάποτε σε μια σπάνια στιγμή αυτοκριτικής την αλήθεια, αυτός ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος με την περίφημη φράση του: «Μαζί τα φάγαμε». Τότε είχαν ορμήσει όλοι προσβεβλημένοι να τον φάνε, θιγμένοι τάχα μου, από την «ανείπωτη προσβολή προς τον ένδοξο ελληνικό λαό». Ήξερε όμως τι έλεγε, γιατί ήξερε ποιους εννοούσε και σε ποιους απευθυνόταν, κλείνοντας τους ταυτόχρονα πονηρά το μάτι.

Ας πάμε λιγάκι πίσω στον χρόνο. Για ολόκληρες δεκαετίες, το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας που κάποιοι κάποτε βάφτισαν Ελλάδα ήταν: «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου». Αντιπαροχή και τσιμέντωμα.
Κι αυτό το πρότυπο, η επταετία των Συνταγματαρχών το έκανε εθνικό ιδεώδες. Ο Παττακός έκοβε βόλτες μ’ ένα μυστρί κι ο λαός χόρευε τσάμικα το πρωί και «σέικ» το βράδυ. Όσοι βεβαίως δεν αναπαύονται στις επετειακές πομφόλυγες, γνωρίζουν ότι η πτώση της Χούντας δεν υπήρξε έργο καμιάς καθολικής λαϊκής αντίστασης – το Πολυτεχνείο ήταν η εξαίρεση. Ο κανόνας ήταν οι «νοικοκυραίοι» που κοιτούσαν να κάνουν τη δουλειά τους. Να βάλουν φως, να βάλουν νερό, να βάλουν τηλέφωνο, να βάλουν και το παιδί τους στο άσυλο του Δημοσίου. Η πτώση της Χούντας ήταν αποτέλεσμα άλλων συγκυριών.
Έπειτα, ο «εθνάρχης» ήρθε από το Παρίσι για να κυβερνήσει τους ιθαγενείς, κουβαλώντας μαζί του όλο τον παλαιοκομματικό συρφετό. Επιπλέον, οι ηττημένοι κομμουνιστές του 1949 έμπαιναν και πάλι στο παιχνίδι, αυτή τη φορά όμως όχι ως διεκδικητές της εξουσίας, αλλά ως κολαούζοι της.
Ωστόσο, η Ελλάδα διψούσε και για σοσιαλισμό. Και ο Ανδρέας είχε πολλά αποθέματα σοσιαλιστικής ατάκας για να την ξεδιψάσει. Ήξερε δε πολύ καλά να κλείνει το μάτι που σας είπα και στην αρχή σε όσους λιγουρεύονταν την εξουσία: «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά». Στις 18 Οκτώβρη του 1981, ο λαός ερχόταν –επιτέλους– στην εξουσία και το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα στην κυβέρνηση. Ο αγώνας τώρα διορίζεται. Τέρμα οι ρετσίνες. Άρχισαν τα μακροβούτια στα σπέσιαλ «ουίσκια».
Η ελληνική εκδοχή του σοσιαλισμού υπήρξε εξόχως γενναιόδωρη. Κάθε κρατικός λειτουργός εδικαιούτο να κάνει «ενα δωράκι στον εαυτό του». Χιλιάδες κομματικοί κλακαδόροι που δεν τους γνώριζε ούτε ο γείτονας τους, βρέθηκαν μ’ ένα πούρο στο ένα χέρι και με τα τιμημένα λάβαρα του εγχώριου σοσιαλισμού στο άλλο. Ήταν ζήτημα χρόνου η πρώτη ηχηρή διάψευση, η οποία και δεν άργησε καθόλου, αλλά προέκυψε από εκεί που κανείς δεν την περίμενε με την κατάρρευση των «κομμουνιστικών» χωρών.
Την πτώση του τείχους ακολουθούσε μια γεωπολιτική αμηχανία και η χώρα κατακλύσθηκε από τους απόκληρους του ανύπαρκτου σοσιαλισμού και τους κληρωτούς της υπαρκτής παγκοσμιοποίησης. Από εργαζόμενοι, οι νεοέλληνες έγιναν εν μια νυκτί εργοδότες. Η χώρα γέμισε με αυθαίρετα εξοχικά που οικοδομούσαν οικονομικοί μετανάστες επιβεβαιώνοντας την επίπλαστη προκοπή μας. Ένας πρώην πράκτορας ονόματι Κόκκαλης έγινε ο πλουσιότερος άνθρωπος της χώρας. Και μαζί του έγινε κοινό μυστικό ότι κουμάντο έκαναν διάφοροι μεγαλοεπιχειρηματίες που μας προέκυψαν από το πουθενά και ο πολιτικός κόσμος τούς έκανε τα θελήματα.
Ο χώρος της ενημέρωσης άρχισε να ελέγχεται από τους εργολάβους του δημοσίου. Κι όλοι μαζί –μεγαλοεργολάβοι, μεγαλοδημοσιογράφοι και πολιτικοί- πετούσαν ξεροκόμματα (και μοντέλες με οξυζενέ μαλλί) στο πόπολο. Η διαφθορά, με όλη τη μεταπολιτευτική εκγύμναση, είχε γίνει πλέον κοινωνική κατάκτηση. Και οι Πανέλληνες βαρυστομάχιαζαν, μπουκώνοντας ευρωπαϊκά πακέτα και επιδοτήσεις. Η Ελλάδα κοιταζόταν στον καθρέφτη και έφτυνε τον εαυτό της να μην τον βασκάνει. Ήμασταν οι ισχυροί των Βαλκανίων. Και μπορεί η ισχυρή χώρα μας να μην παράγει τίποτε, αλλά οι Έλληνες –ως γνωστόν– παίδες εσαεί. Και ως παίδες, διαπρέπανε στο παιχνίδι. Ένας ολόκληρος λαός αγόραζε και πουλούσε αέρα στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
Ο «εκσυγχρονισμός» της χώρας όμως σκόνταψε σε παχύδερμους επενδυτές που αίφνης έχασαν τα κλοπιμαία τους. Την ώρα που βούλιαζε το «Σάμινα», οι «απόγονοι» του Περικλή πατούσαν την μπανανόφλουδα της Ολυμπιάδας που έγινε η νέα μεγάλη ιδέα. Όταν τέλειωσε το πλούσιο πάρτι, αλληλοσυγχαίρονταν από καρδιάς με τους εαυτούς τους, ενώ ταυτόχρονα διαπίστωναν έντρομοι ότι μπορεί να είχαμε πλούσιους εργολάβους αλλά οι υποδομές μας ήταν τριτοκοσμικές. Το κράτος χρειαζόταν επανίδρυση, αλλά αυτός που την ευαγγελίστηκε (ο ανιψιός του «εθνάρχη») έμεινε να πουλάει τα νταηλίκια του εναντίον των «εθνικών νταβατζήδων» στα σουβλατζίδικα.
Στα τρωκτικά του «εκσυγχρονισμού» προστέθηκαν οι κουμπάροι της «επανίδρυσης». Ήταν και τα σόγια μεγάλα και το καράβι άρχισε να μπάζει από παντού. Και φτάσαμε στη χρονιά όπου ένας μειωμένης αντίληψης άνθρωπος και κληρονόμος του σοσιαλισμού με γονική παροχή, έγινε πρωθυπουργός της χώρας υποσχόμενος ότι «λεφτά υπάρχουν». Το πόσο γρήγορα διέψευσε τον εαυτό του, υποθέτω ότι όλοι το γνωρίζουμε.
Αυτοί που δημιούργησαν την κρίση κι αφού πρώτα αμνήστευσαν τους εαυτούς τους, έβγαλαν κατόπιν δεκάρικους «δια την σωτηρίαν της πατρίδος». Και ποιοι να τους ακροαστούν; Η κοινωνία που διαδήλωνε το 2011 φωνάζοντας: «να καεί το μπουρδέλο η βουλή» όταν αυτή η ίδια σταβλιζόταν για όλη τη μεταπολίτευση στα κομματικά παραμάγαζα;

Το πρόβλημα της χώρας που βάφτισαν Ελλάδα πριν από οικονομικό είναι πολιτικό και πολιτιστικό. Και δεν υπάρχει μόνο έλλειμμα πολιτικής αλλά και έλλειμμα πολιτών (οι υπήκοοι, φυσικά, μας περισσεύουν). Κι αν αυτή η κοινωνία –η συστηματικά εκπαιδευμένη στην ιδιώτευση– δεν διεκδικήσει και πάλι την αξιοπρέπειά της, τίποτε δεν θα αλλάξει. Δεν έχει νόημα πια να κολακεύουμε το λαό. Δεν μπορούμε να κοροϊδεύουμε κανένα και προπάντων τον εαυτό μας.
Για αυτούς που πάντα βολεύονταν στο «μεσαίο χώρο», αυτούς που πατάνε δηλαδή μόνιμα σε δύο βάρκες και ανάλογα τα μικροσυμφέροντα τους μετατοπίζουν το βάρος πότε στη μία και πότε στην άλλη χωρίς όμως να εγκαταλείπουν τη μία, ανέκαθεν ο μόνος που φταίει για την φτώχεια του είναι αποκλειστικά ο φτωχός.
Στον φτωχό οι άλλοι φτωχοί βλέπουν τον μεγαλύτερο εχθρό, ίσως γιατί η φτώχεια δεν φτάνει για να μοιραστεί ισότιμα σε όλους. Στον πλούσιο όλοι θέλουν να μοιάσουν και δεν τους ενδιαφέρει ότι ο πλούτος προέρχεται από την φτώχεια τη δική τους.
Ο Άιχμαν, αυτός ο τυπολάτρης μικροαστός δημόσιος υπάλληλος των ναζί και υπεύθυνος για την γραφειοκρατική εφαρμογή της «Τελικής Λύσης – δηλαδή της εξόντωσης εκατομμυρίων Εβραίων, τσιγγάνων, ομοφυλόφιλων και κομμουνιστών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης– δεν υπήρξε ειδική ούτε και μοναδική περίπτωση. Εξάλλου το μόνο που έκανε ήταν «να κοιτάζει τη δουλειά του» και να είναι πιστός και τακτικός σε αυτό που του είχαν ορίσει να κάνει.
Οι Άιχμαν αυτού του κόσμου πάντα έκαναν με ζήλο τη δουλειά τους και έδιναν και επιπλέον από όσα τους ζητούσαν να δώσουν. Ο μοναδικός λόγος είναι επειδή πιστεύουν ότι με αυτόν τον τρόπο οι αφεντάδες τους θα τους ανταμείψουν με μία θέση στο τραπέζι τους. Τόσο ανόητοι, τόσο λειψοί στη σκέψη.
Ποτέ τους δεν θα κατανοήσουν ότι ο αφέντης τον σκύλο τον ταΐζει όσο αυτός του φυλάει το σπίτι. Όταν σταματήσει και αρχίζει να κουνά την ουρά του χαρούμενα στον κάθέναν που πλησιάζει τη πόρτα, ή όταν γεράσει και δεν μπορεί πια να δείξει τα δόντια του, καταλήγει στο αμπέλι.
Και θάβεται ιδίοις εξόδοις…

Το κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του Ζακ και πιο πολύ στη μνήμη όλων αυτών των αόρατων «φτωχοδιάβολων» που έπεσαν θύματα της βίας εκείνων που πάντα «κοιτάζουν την δουλειά τους».


image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1