Θανάσης Ζελιαναίος

  • Γράφει ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ, ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΕΤΟΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ αναφωνούσε μπαϊλντισμένος ο Μπάμπης Αργυρίου μέσα απ’τις σελίδες του Rollin Under κάπου στις αρχές του 1986 με αφορμή ένα απ’τα πρώτα live των Mushrooms! Τελικά πριν βγει καν ο χρόνος το πρώτο LP του γκρουπ βρισκόταν στα δισκοπωλεία. Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή. Κάποιες απ’τις πρωτόλειες ηχογραφήσεις της μπάντας σε μια κασέτα της Lazy Dog έφτασαν στα αυτιά του Χρήστου Δασκαλόπουλου, αυτός τις έσπρωξε στον Κουτσούμπα και το Taste Of Mushrooms αποτέλεσε το δεύτερο μόλις νούμερο της νεοσύστατης Pegasus Records μετά το ντεμπούτο των The Anti Troppau Council!

  • του ΘΑΝΑΣΗ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΥ

    Ένα όπλο, μια γυναίκα και μερικά δολάρια ήταν αρκετά για να ορίσουν ένα σημαντικό μέρος της αμερικανικής (αλλά και γιατί όχι της παγκόσμιας) κουλτούρας της εποχής μας και όλων των εποχών τόσο στη μουσική όσο και στον κινηματογράφο.
    Ακολουθεί μια περίπου ντουζίνα φονικά ηλεκτρικά μπλουζ ανάκατα με μερικές απ’ τις πιο εμβληματικές ατάκες των μεγαλύτερων φιλμ νουάρ όλων των εποχών σε μια λίστα που θα μπορούσε να είναι και μια μεταμεσονύχτια ραδιοφωνική εκπομπή.

    ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ

  • Κράτησαν μόνο για ένα χρόνο. Δεν μπήκαν ποτέ σε στούντιο παρά μόνο κατάφεραν με το ζόρι να γράψουν καμιά δεκαριά τραγούδια σε μια σοφίτα για ένα demo που είναι ο καλύτερος πανκ δίσκος που ΔΕΝ ηχογραφήθηκε ποτέ. Στις λιγότερες από καμιά δεκαριά φορές που έπαιξαν ζωντανά, μόνο δυο φορές μάζεψαν κάμποσο κόσμο κι αυτό επειδή κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να τους βάλει support στους UFO και τους Iron Butterfly όταν είχαν έρθει να παίξουν στην περιοχή τους. Κι όμως μέσα σ’αυτόν τον ένα χρόνο έγραψαν μερικά από τα πιο κλασσικά κομμάτια του αμερικάνικου πανκ των 70ς και απ’τις στάχτες τους ξεπήδησαν δυο απ’τα πιο σημαντικά γκρουπ του είδους. Παράξενο; Ίσως. Αλλά το πανκ έτσι οφείλει να είναι. Ταχύκαυστο, αυτοκαταστροφικό και θνησιγενές. Φίλες και φίλοι στις επόμενες γραμμές οι Rocket from the Tombs απ’το Cleveland του Ohio!

  • Γράφει ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ
    Η κωδεΐνη δεν είναι δα και κανένα χιλιοτραγουδισμένο ναρκωτικό μιας και σπανίως ενέπνευσε κάποιον μουσικό να γράψει κάτι για αυτήν, σε αντίθεση με κάποιους άλλους δημοφιλείς συγγενείς της. Υπάρχει όμως μια περίπτωση στην ιστορία της ροκ μουσικής όπου κάποιο τραγούδι που την αφορά, και μάλιστα όχι στην πρώτη εκτέλεσή του, υπήρξε η αιτία για μια από τις μεγαλύτερες αδικίες στην μουσική ιστορία των sixties. Σε μια περίοδο όπου όλοι δικαιούνταν το μερτικό τους στην επιτυχία και ακόμα και τα πιο μέτρια απομεινάρια εκείνης της εποχής μας παρουσιάζονται πλέον στις αντίστοιχες επανεκδόσεις τους ως τα «χαμένα ψυχεδελικά αριστουργήματα», το «Codine» των Charlatans δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της συνολικής πορείας του συγκροτήματος. Τραγούδι και συγκρότημα, ενώ είχαν όλα τα φόντα για να γίνουν κορυφές στην περιβόητη σκηνή του Σαν Φρανσίσκο των sixties, τελικά κατάφεραν ελάχιστα. Το τραγούδι δεν κυκλοφόρησε καν και το συγκρότημα μισοδιαλύθηκε, με το ήδη ηχογραφημένο πρώτο του άλμπουμ να μένει τελικά κι αυτό στα συρτάρια.

  • ΓΡΑΦΕΙ Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    Aυτό το φθινόπωρο νομίζω ότι ανήκει δικαιωματικά στους Dream Syndicate καθώς σε λίγες μέρες κυκλοφορεί το καινούργιο τους άλμπουμ, το πρώτο με καινούργιο υλικό μετά από κοντά 30 χρόνια όταν και μας αποχαιρέτησαν με το εκπληκτικό κύκνειο άσμα τους Ghost Stories, ενώ στις 4 Νοεμβρίου η μπάντα θα εμφανιστεί στην Αθήνα. Υπάρχει όμως ένας ακόμα λόγος. Αν γυρίσουμε το χρόνο πίσω ακριβώς 35 χρόνια, θα βρεθούμε σε μια ακόμα σημαδιακή στιγμή για το γκρουπ. Ο Σεπτέμβριος του 1982 τους βρίσκει στο στούντιο να ηχογραφούν το πρώτο τους άλμπουμ. Το The Days of Wine and Roses σηματοδοτεί την έναρξη μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές της εποχής και ταυτόχρονα είναι ένα από τα κλασσικότερα albums του αμερικανικού underground των 80s. Η ιστορία του στις επόμενες γραμμές...

  • γράφει ο Θανάσης Ζελιαναίος

    φωτο: Τηλέμαχος Παπαδόπουλος (qoq)

    Τα πάντα γύρω απ’τους καβαλιώτες Dead Ends καταχωρούνται κάτω απ’το λήμμα "ψυχεδέλεια". Το μαρτυρούν τα εξώφυλλα των δίσκων τους, η αισθητική τους, τα πόστερ των συναυλιών τους και πάνω απ’όλα η μουσική και οι στίχοι τους. Βαθύς ήχος στο όργανο, κιθάρες πότε φαζαριστές και πότε καμπανιστές στην παράδοση των Byrds, διπλά φωνητικά, στίχοι γεμάτοι από εσωτερικότητα που δανείζονται στοιχεία απ’τη φιλοσοφία, τη μυθολογία αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις. Ένας ήχος που δε φαίνεται να έχει και πολύ πέραση στην εποχή μας αλλά που όταν εκπροσωπείται από τέτοια γκρουπ αξίζει να προσεχθεί. Βέβαια οι Dead Ends είναι παλιοί γνώριμοι του Merlin's Music Box. Στις αρχές του 2018 είχαν παρουσιάσει το πρώτο τους άλμπουμ στο ΙΛΙΟΝ plus μαζί με τους Omega Ray σε μια βραδιά που το Merlin's Music Box ήταν συνδιοργανωτής, ενώ τώρα στην περιοδεία της παρουσίασης του δευτέρου LP τους τους είδαμε στον Τρυποκάρυδο στη Λαμία.

  •  γράφει ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    Λίγες είναι οι περιπτώσεις όπου μπόρεσε κάποιος μέσα σε μισή ώρα κινηματογραφικού χρόνου να συμπυκνώσει την ουσία του ρατσισμού, της μισαλλοδοξίας, του μίσους για το διαφορετικό. Και αυτό, όχι στην αναμενόμενη περίπτωση μιας κοινωνικής-δραμματικής ταινίας, αλλά σε μια σειρά επιστημονικής φαντασίας. Στο αριστουργηματικό The Eye of the Beholder (το καλύτερο ίσως επεισόδιο από τα περίπου 150 της πρώτης, κλασικής περιόδου του περιβόητου The Twilight Zone που ξεκίνησε το 1959 και κράτησε μέχρι το 1964) αυτό επιτυγχάνεται μεγαλοπρεπώς. Και αξίζει να το θυμηθούμε.

  • Γράφει ο Θανάσης Ζελιαναίος

     Καθώς τα πρώτα δείγματα από το νέο σχήμα του Adam Glasseye φαίνονται αρκετά ενδιαφέροντα και εν αναμονή της επίσημης κυκλοφορίας τους, ξαναθυμόμαστε τους Reverend Glasseye, μιας και αυτά που άφησαν πίσω τους αποτελούν μερικά από τα πιο εκπληκτικά δείγματα της αμερικάνικης ροκ σκηνής για την προηγούμενη δεκαετία. Μοιρασμένη σε δυο εποχές και δυο τόπους, η πορεία των Reverend Glasseye αποτελείται επισήμως από δυο ολοκληρωμένα άλμπουμ και ένα mini LP, ενώ συμπληρώνεται με τη βοήθεια του bandcamp από άλλες τρεις κυκλοφορίες με υλικό της δεύτερης περιόδου τους που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε κάποιο υλικό format. 

  • Γράφει ο Θανάσης Ζελιαναίος


    Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 οι μουσικές αναζητήσεις του John Zorn τον οδηγούν στη δημιουργία ενός νέου σχήματος με το όνομα Naked City. Οι παλιοί του γνώριμοι Joey Baron και Wayne Horvitz τον πλαισιώνουν και η προσθήκη των εκπληκτικών Bill Frisell και Fred Frith τους καθιστούν κάτι σαν σούπερ γκρουπ. Το 1990 κυκλοφορεί το πρώτο, ομώνυμο άλμπουμ του σχήματος, από την Nonesuch φυσικά που τον στέγαζε δισκογραφικά εκείνη την εποχή. Στα 55 λεπτά του παρελαύνουν καμιά εικοσαριά, ως επί το πλείστον μικροσκοπικά από άποψη χρονικής διάρκειας, δικά του θέματα που συνδυάζουν το αρτίστικο πανκ και την noir-τζαζ, ενώ ανάμεσά τους παρεμβάλλονται γνωστά θέματα των Morricone, Mancini, Ornette Coleman, Jerry Goldsmith και John Barry σε διασκευές όμως που μόνο ένας αθεόφοβος σαν τον Zorn θα μπορούσε να επιφυλάξει στον ακροατή. Ωστόσο, το μουσικό του μέρος δεν μας απασχολεί εδώ, καθώς η πρώτη οπτική επαφή με το άλμπουμ γίνεται με το εμβληματικό εξώφυλλο, τη σχεδόν πενηντάχρονη ιστορία του οποίου αξίζει να δούμε. Και υπεύθυνος για αυτό είναι ο μεγάλος Weegee (αληθινό όνομα Arthur Fellig), ο σημαντικότερος φωτορεπόρτερ αστυνομικού ρεπορτάζ στη Νέα Υόρκη εκείνη την εποχή.

  • Γράφει ο Θανάσης Ζελιαναίος

    Τι χρονιά κι αυτή! Δεν πρέπει να υπήρξε, τουλάχιστον μεταπολεμικά, άλλη χρονιά τόσο πυκνή σε γεγονότα για τον δυτικό κόσμο όπως το 1968! Ο πόλεμος του Βιετνάμ (που αν και φαινομενικά αμερικανική υπόθεση συγκλονίζει όλο το δυτικό κόσμο και έχει ήδη αρχίσει να δείχνει ότι θα αποτελέσει μια ανεπούλωτη πληγή για τις ΗΠΑ), τα ανθρώπινα δικαιώματα, η σεξουαλική επανάσταση με τη νεολαία να ανακαλύπτει τον φυλακισμένο για το έργο του και από δεκαετίας νεκρό μέσα στο κελί του Βίλχελμ Ράιχ, όλα αυτά και πολλά άλλα ήταν κομμάτια ενός παζλ που σηματοδότησε την εξέγερση κάθε ελεύθερου μυαλού απέναντι σε κάθε μορφής καταπίεση και ανελευθερία που στα χρόνια του ’60 όλο και αυξανόταν.

  •  Γράφει ο Θανάσης Ζελιαναίος

    Υπάρχουν δίσκοιπου σε κερδίζουν με το μουσικό τους μέρος και άλλοι που θαυμάζεις το artwork τους. Αυτός εδώ, ο πρώτος των Savage Republic, συνδυάζει και τα δυο. Και μολονότι το μουσικό του μέρος Tragic Figures (IP004, 1982) δεν θα μας απασχολήσει στη προκειμένη περίπτωση (αν και είναι ένα από τα αριστουργήματα της δεκαετίας του ’80), το εκπληκτικό όσο και αινιγματικό του εξώφυλλο αποτελεί κυριολεκτικά έργο τέχνης. Δε θα μπορούσε άλλωστε να συμβαίνει διαφορετικά, μιας και είναι δημιούργημα του Bruce Licher και της Independent Project Records.

  • Γράφει ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    Δεύτερη φουρνιά επανεκδόσεων για τους Legendary Pink Dots από την Metropolis Records με δύο ακόμα άλμπουμ από την καλύτερη εποχή τους στην Play It Again Sam. Είχαν προηγηθεί το προηγούμενο καλοκαίρι το Any Day Now του 1988 και το Shadow Weaver του 1992. Αυτή τη φορά έρχονται το The Golden Age του 1989 (το αμέσως επόμενο από το Any Day Now στην κανονική τους δισκογραφία) και το Malachai που είναι η συνέχεια και το δεύτερο μέρος του Shadow Weaver. Σε γενικές γραμμές πρόκειται μάλλον για τις καλύτερες επανεκδόσεις των Legendary Pink Dots που έχουμε δει μέχρι στιγμής μιας και κάποιες σποραδικές περιπτώσεις πριν από 20 περίπου χρόνια και δύσκολες πλέον είναι αλλά και ακριβές. Στην περίπτωση της Metropolis όμως οι επανεκδόσεις αυτές έρχονται πάντα με έξτρα υλικό και κυκλοφορούν τόσο σε CD όσο και σε βινύλιο. Την ίδια στιγμή δεν έχουμε εντοπίσει κάποια πρόθεση της εταιρείας να επανακυκλοφορήσει και τα υπόλοιπα albums τον LePiDots στην Play It Again Sam αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί. Και μιας και αυτές οι δύο φουρνιές των επανεκδόσεων έρχονται τόσο κοντά η μία με την άλλη μπορούμε να ρίξουμε μία ματιά σε όλες μαζί.

  • Γράφει ο Θανάσης Ζελιαναίος

    Στο χώρο της δισκογραφίας υπάρχουν πράγματα με τα οποία είναι να απορεί κανείς μερικές φορές. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 μέχρι τις αρχές αυτής εδώ που διανύουμε βιώσαμε την παντοκρατορία του CD που ουσιαστικά εκτόπισε το βινύλιο. Με αυτή την αφορμή είδαμε ένα σωρό πράγματα του παρελθόντος να επανεκδίδονται σχεδόν μαζικά, από ξεχασμένα private pressings που κυριολεκτικά θα τα έτρωγε το μαύρο το σκοτάδι, μέχρι επιβεβλημένες επανακυκλοφορίες σημαντικών στιγμών της ροκ ιστορίας. Κακά τα ψέματα, το CD αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να μπαλώσουμε αρκετά κενά στη δισκοθήκη μας που υπό άλλες συνθήκες ή δε θα τα βρίσκαμε ή θα χρειαζόμασταν ένα σκασμό φράγκα για να τα αποκτήσουμε. Με την έλευση αυτής εδώ της δεκαετίας όπου το άυλο format (flac, streaming κλπ.) καθώς και η επάνοδος, έστω και μερική, του βινυλίου μπαίνουν για τα καλά στο παιχνίδι, συνεχίζονται οι αφορμές για να βουτάμε σε ξεχασμένες στιγμές του παρελθόντος. Παρόλα αυτά ακόμη και σήμερα υπάρχουν βασικά κομμάτια της ροκ ιστορίας που παραμένουν εγκληματικά αγνοημένα από τον μαγικό κόσμο των επανεκδόσεων. Μία τέτοια περίπτωση είναι και οι Green River.

  • (στη φωτογραφία οι Savage Republic)

    ΓΡΑΦΕΙ Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΛΙΑΝΑΙΟΣ

    Περισσότερο μια ομάδα από μπάντες και labels, αισθητικά, γεωγραφικά και χρονολογικά καθορισμένη παρά σαν μια κυρίως ειπείν σκηνή με μια μουσική και ηχητική ομοιομορφία, το post punk του Los Angeles κατάφερε όχι μόνο να δώσει μερικά σπουδαία μουσικά δείγματα αλλά και να αφήσει μια παρακαταθήκη πολύ σημαντική για τον underground χώρο εκείνης της εποχής. 

    Με βασικό πυρήνα τους Savage Republic και την Independent Project και με μια ματιά γεννημένη στα υπόγεια τούνελ του UCLA, η παρέα αυτή απομακρύνθηκε τόσο από το hardcore punk όσο και από το paisley underground (τις δυο κυριότερες τάσεις που επικρατούσαν στο underground ροκ των αρχών των 80s στην California) και χρωστάει πολύ περισσότερα στην αντίστοιχη κίνηση της Μεγάλης Βρετανίας, με αρκετές δόσεις όμως industrial μουσικής, space νεοψυχεδέλειας και tribal ήχων που παρέπεμπαν στην μητέρα Αφρική. Ταυτόχρονα, θα μείνει ιστορική η γραφιστική δουλειά της εταιρίας στα εξώφυλλα με εκπληκτικές letterpress ανάγλυφες εκτυπώσεις (κληρονομιά του δημιουργού της Bruce Licher απ’ τις σπουδές του στη σχολή Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες), εσώκλειστες κάρτες, φυλλάδια και γραμματόσημα. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Τάσος Σακκάς στο άρθρο του «Η Τελετή των Οραμάτων» (ΗΧΟΣ & Hi-Fi, τεύχος 192, Σεπτέμβριος 1986) «συνιστούμε, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, να περιεργαστείτε εξονυχιστικά κάποιες από τις συσκευασίες των πρώτων κυρίως κυκλοφοριών της Ι.Ρ. Records και να τις συγκρίνετε με κάποιου άλλου δίσκου μιας άλλης εταιρίας. Η διαφορά είναι όση ανάμεσα σε ένα χειρόγραφο πάπυρο και σε μια δήλωση του νόμου 105».

  • Ο ήχος του Ντένβερ ακολούθησε πιστά τις τύχες της λεγόμενης gothic americana και αποτελεί "υποσύνολό" της. Συγκρότησε τα βασικά του χαρακτηριστικά στο πρώτο μισό των 90s, ενηλικιώθηκε στο δεύτερο μισό και στα 00s και με όπλο τις βαθιές ρίζες του στην αμερικανική παράδοση αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πλήθος Ευρωπαίων καλλιτεχνών, όπου συνεχίζει να εδραιώνεται και να ακούγεται. Όταν οι βασικοί συντελεστές αυτής της σκηνής γεννούσαν εκείνη την εποχή αυτό το τόσο εμπνευσμένο και άκρως αμερικάνικο μουσικό ιδίωμα, δεν θα πίστευαν ότι δυο δεκαετίες αργότερα τα πνευματικά τους παιδιά θα εξαπλώνονταν από την καταθλιπτική και σκοτεινή Σκανδιναβία ως την ηλιόλουστη Ελλάδα, με συχνά αξιοπρόσεκτα αποτελέσματα. Και ειδικά εμείς οι Έλληνες που τόσο την αγαπάμε, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε αυτή την παρέα από την πρωτεύουσα του Colorado και στα δημιουργήματά της.

  • Γράφει ο Θανάσης Ζελιαναίος

    Β. Τρία αμερικάνικα άλμπουμ

    Όπως επισημάνθηκε στο Πρώτο Μέρος, οι Αμερικανοί δεν ακολουθούσαν τον βρετανικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα σινγκλ έμεναν έξω από τα άλμπουμ. Οι αμερικανικές εκδόσεις συνήθως τα συμπεριλάμβαναν στη θέση άλλων που υπήρχαν μόνο στο βρετανικό και έμεναν προς στιγμή ανέκδοτα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αυτά, μαζί με κάποια άλλα που υπήρχαν μόνο σε αγγλικά επτάιντσα, κατά καιρούς οι Αμερικάνοι τα συγκέντρωναν σε κάποια άλμπουμ τα οποία, φυσικά, δεν ήταν ούτε best of αλλά ούτε και κανονικά στούντιο LP. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται τρία τέτοια άλμπουμ που έχουν αρκετό ενδιαφέρον μιας και περιλαμβάνουν μερικά τραγούδια εντελώς ανέκδοτα στην αγγλική δισκογραφία τους. Γι’ αυτό αξίζει να εξεταστούν πιο αναλυτικά.

  • Mια σχεδόν επική προσπάθεια από τον Θανάση Ζελιαναίο

    Το να συμμαζέψει κανείς το δισκογραφικό χάος των Rolling Stones της δεκαετίας του ‘60 είναι μια πολύ καλή σπαζοκεφαλιά. Πόσο μάλλον όταν ο γράφων επιχείρησε να το κάνει αυτό πριν από καμιά εικοσιπενταριά χρόνια και σε μια εποχή που μοναδικά του εφόδια ήταν τα διάφορα μουσικά έντυπα της εποχής και κάποια βιβλία που ναι μεν παρείχαν αρκετά στοιχεία όχι όμως και όλα. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα ήταν αρκετά ικανοποιητικό και με βοήθησε να συμπληρώσω την δισκογραφία τους για τη συγκεκριμένη περίοδο, έπρεπε όμως να έρθει το ίντερνετ για να μου προσθέσει καινούργιους πονοκεφάλους περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τα ήδη περιπεπλεγμένα πράγματα, πάνω που νόμιζα κι εγώ ο αδαής ότι τα ήξερα όλα. Ωστόσο με λίγη ακόμα έρευνα τελικά πιστεύω ότι τώρα πια έχω ξεκαθαρίσει το τι ακριβώς συμβαίνει.

  • Γράφει ο Θανάσης Ζελιαναίος

    Μιας και ο μπαχτσές του κινηματογραφικού πανιού όλα τα έχει δε θα μπορούσε να μην αποδώσει τιμές και στην πιο αγαπημένη φιγούρα στη ζωή του ανθρώπου. Τη μάνα! Και τι δεν μπορεί να θυμηθεί κανείς. Απ΄την μάνα του ενσαρκωμένου Θεού Olivia Hussey στον Ιησού από την Ναζαρέτ ως τη μάνα που ίδιου του Διαόλου Lee Remick στην Προφητεία που το ’φαγε το κεφάλι της απ ’το ίδιο της το βλαστάρι! Την Catherine Scorsese, κλασσική μεσογειακή μάνα, που στο Goodfellas του γιου της Μάρτιν φροντίζει τον κινηματογραφικό της γιο-τζουτζούκο Joe Pesci σαν να είναι δεκάχρονο ακόμα κι αν ο τελευταίος έχει γίνει πια καραμαφιόζος του κερατά. Αλλά και στα καθ’ ημάς κινηματογραφικά πράγματα ποιος μπορεί να ξεχάσει την Ελένη Ζαφειρίου αλλά και την μάλλον πιο αντιπροσωπευτική Μαίρη Μεταξά που αγωνιά για το ποια έχει τυλίξει το γιο της, Κώστα Βουτσά! Όλες αυτές και ακόμα περισσότερες αποτέλεσαν λαμπρά δείγματα της μορφής της μάνας. Όμως τα πράγματα και στο σινεμά, όπως και στην ίδια τη ζωή, δεν είναι πάντα έτσι. Υπήρξαν και μανάδες που όχι μόνο δεν τίμησαν το ρόλο τους αλλά οδήγησαν τα παιδιά τους στον όλεθρο και την καταστροφή. Και μιας και αυτές κανείς δεν τις μνημονεύει, το Merlin’s, πάντα πιστό σε κάτι τέτοια, θυμάται δέκα, σε χρονολογική σειρά, σήμερα μέρα που είναι. Με κάτι τέτοιες μανάδες εύχεσαι να είσαι ορφανό.

FEATURED VIDEOS

  • 1