Lester Bangs

  • Οι Kraftwerk ήλθον, έπαιξον και απήλθον, όσοι τους είδαν τους είδαν. Σχεδόν σαράντα πέντε χρόνια πριν, ο Lester Bangs, ίσως ο σημαντικότερος Αμερικανός ροκ δημοσιογράφος (και αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού περιοδικού Creem) τους είχε συναντήσει και τους είχε πάρει μια «ιστορική» συνέντευξη που, χάρις στο χιούμορ του και την οξυδέρκειά του Lester, έχει πραγματικά διαχρονική αξία... 

    Ένας σαχλαμάρας από μια καθημερινή τοπική εφημερίδα ήταν εδώ τις προάλλες για ένα θέμα «ανθρώπινου ενδιαφέροντος» σχετικά με το φαινόμενο που κρατάτε στα χέρια σας, και όπως ήταν αναμενόμενο ο φιλάνθρωπος εκδότης μας με τράβηξε με το ζόρι στο γραφείο του για να απαντήσω στην εκδοχή αυτού του βλάκα για το αιώνιο ερώτημα: «Πού πηγαίνει το ροκ;»

  •  Μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς και Χρήστος Μιχαλάτος

    ToAstral Weeks του Van Morrison κυκλοφόρησε δέκα χρόνια πριν γραφτούν αυτές οι αράδες, σχεδόν με ακρίβεια ημέρας. Υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό για μένα, γιατί το φθινόπωρο του 1968 ήταν μία άθλια περίοδος: Ήμουν σωματικά και ψυχικά ράκος, τα νεύρα μου ήταν σπασμένα και το μυαλό μου είχε πλημμυρίσει με αράχνες και φαντάσματα. Οι κοινωνικές μου επαφές είχαν αραιώσει σε σημείο απομόνωσης, η παρουσία των άλλων με έκανε νευρικό και παρανοϊκό. Περνούσα ατέλειωτα μερόνυχτα βουλιάζοντας σε μια πολυθρόνα στην κρεβατοκάμαρά μου. Διάβαζα περιοδικά, έβλεπα τηλεόραση, άκουγα δίσκους, κοίταζα το κενό. Δεν ήξερα πώς να βελτιώσω την κατάστασή μου και το πιθανότερο ήταν πως ακόμα κι αν ήξερα, δεν θα είχα κάνει τίποτα.

  • Lester Bangs (1948-1982)

    Τις προάλλες μιλούσα στο τηλέφωνο με μια φίλη που κυκλοφορεί πολύ στη σκηνή του CBGB’s. Με διασκέδαζε εξιστορώντας μου όσα απολαμβάνουν οι γυναίκες στον υπόγειο σιδηρόδρομο της Νέας Υόρκης: «…οπότε to τραίνο φρενάρει απότομα και εγώ πέφτω φαρδιά πλατιά στο πάτωμα, και όχι μόνο δεν έσκυψε κανείς να με βοηθήσει, αλλά όλοι αυτοί οι χιμπατζήδες απλώς κάθονταν και με κοιτούσαν γελώντας».

    «Οι χιμπατζήδες;» είπα. «Ποιοι χιμπατζήδες;»

    «Ξέρεις», είπε. «Οι μαύροι».

    «Γιατί τους λες έτσι;» 

    «Δεν ξέρω. Επειδή είναι από τη ζούγκλα, μάλλον».

    Δεν είπα τίποτα. 

  • Της τηλεφώνησα. Στη μέση της κουβέντας, μου είπε, «Τι θα γούσταρες να κάνεις αυτή τη στιγμή;». Με τον ίδιο τόνο φωνής που κάποιος θα έλεγε «Θα ήθελα ένα σάντουιτς με τόνο», της απάντησα, «Θέλω να γαμηθούμε». Μια στιγμή σιωπής. Έπειτα, το ίδιο αδιάφορα, είπε, «Εντάξει. Έλα από δω». Έβγαλα φτερά και πέταξα, και ήμουν εκεί σε χρόνο μηδέν. Μου άνοιξε την πόρτα φορώντας το παλιό, φθαρμένο κιλοτάκι της, με τα μαλλιά της μπερδεμένα, άβαφτη, ξυπόλητη, νυσταγμένη, συναισθηματικά ουδέτερη απέναντι στον κόσμο. Σκέφτηκα ότι ήταν ό,τι πιο σέξι είχα δει στη ζωή μου. Ειδικά με αυτό το σχεδόν κουρελιασμένο, παλιό κιλοτάκι. Μου φαινόταν απίστευτο ότι σε λίγο θα κρατούσα στα χέρια μου κάτι τόσο υπέροχο, μία τέτοια γυναίκα, μία αρχέγονη θηλυκή θεότητα της Μάνας Γης, ένα τέτοιο χυμώδες δημιούργημα του Παντοδύναμου ο οποίος βρίσκεται στον Παράδεισο ή στην Κόλαση -δεν με ένοιαζε πού-, και επιπλέον, ότι αυτό το πλάσμα είχε και μυαλό! Η ζωή δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερη! Όπως τραγούδησε κάποτε ο Σουόμπ Ντογκ: «Αν αύριο πέθαινα, θα είχα ζήσει απόψε!» Δίκιο έχει! Καρφάκι δεν μου καιγόταν  αν ο Δυτικός Πολιτισμός βυθιζόταν στην εντροπία ή γκάζωνε με τα χίλια καταπάνω στον Αρμαγεδδώνα – έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μπόρεσα να ξεδιαλύνω τί απ’ τα δύο συνέβαινε. Όλη η φιλοσοφία που είχα διαβάσει ήταν ένα μάτσο ακαταλαβίστικες μπούρδες, και έτσι κι αλλιώς ο Δυτικός Πολιτισμός ήταν ένας κουβάς γεμάτος σκατά. Και λοιπόν, τι έγινε;

FEATURED VIDEOS

  • 1