Μια νύχτα στη βιομηχανική ζώνη...

Γράφει ο Σωτήρης Θεοχάρης

«Είσαι άπληστος, τα θέλεις όλα», είπε νευριασμένος. Έσκυψε, σήκωσε μια μεγάλη πέτρα και την πέταξε με όση δύναμη είχε προς το σπασμένο παράθυρο ενός τσιμεντένιου κουφαριού που κάποτε ήταν ένα βιομηχανικό κτήριο παραγωγής χημικών και δηλητηρίαζε την περιοχή με τα απόβλητα του. Ακόμα δηλητηρίαζε το τοπίο με την γκριζωπή ασχήμια του και τα ξεφτισμένα ποδοσφαιρικά συνθήματα στους τοίχους του. Η πέτρα έσπασε με θόρυβο ένα από τα κομμάτια τζαμιού που είχε απομείνει στο σκουριασμένο μεταλλικό σκελετό του παράθυρου και έπεσε με γδούπο για να κυλήσει αντηχώντας στο δάπεδο. Ο μικρός λεκές από το αίμα που είχε αποτυπωθεί πάνω της με ένα κόκκινο δακτυλικό αποτύπωμα, αναμίχθηκε με την σκόνη και ταίριαξε απόλυτα με τη σκουριά στις μπετόβεργες που έχασκαν στο υπό κατάρρευση δάπεδο του ξεκοιλιασμένου κτιρίου. Η νεκρή, εδώ και δεκαετίες, βιομηχανική ζώνη, έμοιαζε σαν απόκοσμο τοπίο μέσα στη νύχτα. Μέσα στη νύχτα όμως σίγουρα ήταν πιο υποφερτή απ’ ό,τι στο φως της μέρας. Τουλάχιστον η νύχτα έκανε την παρακμή να μοιάζει πιο υποφερτή.

«Ναι ρε τα θέλω όλα, έχουμε δικαίωμα να τα θέλουμε όλα, έχουμε δικαίωμα να κάνουμε όνειρα ολόκληρα, όχι μισά», του απάντησε. Έκανε μια μικρή παύση καθώς ένας βήχας πολύ βαθύς και άσχημος ανέβηκε στο λαρύγγι του και κατόπιν συνέχισε με δυνατή φωνή. «Δεν γίνεται να ονειρεύεσαι, αν δε τα θες όλα. Τι σκατά όνειρα θα κάνεις αν επιθυμείς λιγότερα απ, όσα σου επιτρέπουν να έχεις;». Ανάσανε βαριά πνίγοντας την ανάγκη να ξαναβήξει και κατέληξε πιο ήρεμα. «Κακό είναι να μιζεριάζεις επειδή δεν τα έχεις όλα, αλλά η επιθυμία είναι η ουσία της ζωής ρε, από αυτή την επιθυμία ζούμε, ρε!» Με την πλάτη στηριγμένη στον ξεφτισμένο συρμάτινο φράκτη άφησε το σώμα του να καθίσει άτσαλα στο έδαφος που ήταν γεμάτο μπάζα και αγριόχορτα. Έπιασε στα τυφλά ένα κομμάτι από μια σπασμένη λεκάνη τουαλέτας και το εκσφενδόνισε νωχελικά προς το παράθυρο. Η βολή του δεν έφτασε μέχρι εκεί και το υλικό προσγειώθηκε άδοξα στο προαύλιο του κτιρίου για να θρυμματιστεί πάνω σε μια σειρά από σάπια βαρέλια με μια επισήμανση από κίτρινες νεκροκεφαλές και τη φράση «Προσοχή Τοξικά Απόβλητα».

Ο άλλος ξεφύσηξε, έφτυσε, μα το σάλιο του δε είχε δύναμη και σχεδόν έπεσε μπροστά από τα παπούτσια του. Έβγαλε από την δεξιά τσέπη του πουκαμίσου του ένα πακέτο Καρέλια με το αριστερό του χέρι που πριν λίγο είχε χρησιμοποιήσει για να πετάξει την πέτρα. Άφησε το βάρος του να τον καθίσει και αυτόν στο έδαφος γλιστρώντας με την πλάτη στο φράκτη. Σχεδόν σωριάστηκε. «Η ταπεινότητα», αναφώνησε με στόμφο, «η ταπεινότητα είναι αρετή. Η απληστία μας είναι που μας τιμωρεί τώρα, ρε μαλάκα, ούτε τώρα το καταλαβαίνεις; Τα θέλαμε όλα; Πάρε τα αρχίδια μου τώρα …» Ακούμπησε την κασετίνα με τα τσιγάρα στο χώμα ανάμεσά τους, την άνοιξε, και με πολύ προσπάθεια διάλεξε δύο τσιγάρα που ήταν ολόκληρα και δεν είχαν μουλιάσει. Τα έφερε και τα δυο στο στόμα του και στράφηκε προς τον άλλο. Ο άλλος άναψε ένα Ζίπο και αφού του έδωσε φωτιά, έκλεισε τον αναπτήρα με τον χαρακτηριστικό μεταλλικό ήχο και τον άφησε να πέσει ανάμεσα στα χόρτα. Του πήρε το ένα τσιγάρο από το στόμα και τράβηξε μια βαθιά τζούρα. Η κασετίνα έχασκε ανοιχτή, κατακόκκινη από το αίμα. «Η ταπεινότητα είναι αυτό που μας μαθαίνουν από τα γεννοφάσκια μας για να μην ζητάμε πίσω όσα μας παίρνουν, ρε βλάκα», απάντησε ασθμαίνοντας. «Μας θέλουν σεμνούς και ταπεινούς να υπομένουμε, να ζούμε με δανεικά όνειρα γιατί μας κλέβουν την ουσία των ονείρων, ρε». Ο βήχας επέστρεψε ορμητικός. Έφτυσε αίμα και συνέχισε. «Πώς να ονειρευτούμε αν δε θέλουμε το απίθανο, το εξωπραγματικό, το παν, τη ζωή;» Με το αριστερό του χέρι πίεσε δυνατά λίγο πάνω από τον αφαλό του μα το αίμα και ο πόνος δεν σταματούσαν. «Η ζωή δεν έχει όρια ρε, δεν ζεις αν δεν ονειρευτείς το παρακάτω, το παραπάνω, το απίθανο, την αγάπη, την ανεμελιά, τον έρωτα, την ηδονή, όλα… Όλα αυτά που εκείνοι μας τα μοστράρουνε στη μούρη αλλά τα στερούν από εμάς». Πιο χλιαρά, σαν το ζεστό αίμα που ανάβλυζε από τουλάχιστον έξη σημεία στον κορμό του, ψιθύρισε: «Όχι, δε είναι κακό να τα θες όλα, κακό και άδικο είναι να παραπονιέσαι επειδή δεν τα έχεις όλα, κακό και άδικο να μην προσπαθήσεις να πάρεις ό,τι σου ανήκει και το χειρότερο είναι να καμώνεσαι πως δεν τα θέλεις και πως δε σε νοιάζει για να σ’ αγαπούν, τάχα μου, και να σε αποδέχονται εκείνοι που σου κλέβουν τη θέληση να ζήσεις».

Ο άλλος έσφιξε το τσιγάρο στα χείλη του και μίλησε μες από τα δόντια. Η φωνή του είχε πόνο, πόνο φυσικό από τις πληγές του επίσης διάτρητου κορμιού του. «Και τι καταλάβαμε τώρα, ρε μαλάκα ;» Η φωνή έμοιαζε να βγαίνει μέσα από την τρύπα στον δεξί του πνεύμονα, μέσα από την τσέπη του ματωμένου πουκάμισου εκεί που ήταν η τρύπια, μουλιασμένη κασετίνα με τα Καρέλια. «Τι ονειρεύεσαι τώρα, ρε ψωνισμένε; Σε λίγο θα ξεψυχήσουμε εδώ, πάνω στα μπάζα, δίπλα σε μια σπασμένη χέστρα, πρωτάρηδες ληστές της συμφοράς, γελοίοι, κατατρυπημένοι και ξαντεριασμένοι. Θα φάνε τα σκυλιά τα πτώματα μας, ρε μαλάκα, γαμώ την απληστία μας. Ούτε που θα χαρούμε για λίγα δευτερόλεπτα τα φράγκα, ρε μαλάκα. Τουλάχιστον να σκουπίζαμε τα αίματα με τα πεντακοσάρικα, έτσι για τη χαρά της μαλακίας μας πριν τα κακαρώσουμε. Ούτε που θα δούμε σε δεσμίδες πως είναι στ’ αλήθεια τα εκατομμύρια, ρε γαμώτο!» Έγειρε το κεφάλι του προς τον διπλανό του – δεν είχε τη δύναμη να το κρατά όρθιο. Άφησε το τσιγάρο να πέσει απ'ο τα χείλη του και συνέχισε χαμηλόφωνα. «Μπορείς να μου πεις τι σκατά σου ήρθε και πέταξες το σάκο στο προαύλιο του σχολείου, ρε μαλάκα; Πεθαίνουμε γι’ αυτά κι εσύ πήγες και πέταξες το σάκο, ρε μαλάκα. Ας τα χαιρόμασταν έστω μια στιγμή… Γιατί, ρε μαλάκα, το έκανες αυτό, τι σκατά μου τσαμπουνάς για όνειρα τώρα; Εσύ τα πέταξες τα όνειρα, ρε μαλάκα, πριν καν τα ακουμπήσουμε, έστω για λίγο. Γίναμε κόσκινο, ξεφύγαμε από τα μπλόκα και συ σταμάτησες το αμάξι για να πετάξεις το σάκο και τώρα, λίγο πριν τα τινάξουμε, μου πουλάς φιλοσοφία, ρε μαλάκα;» Σταμάτησε για μια στιγμή και συνέχισε με μεγάλη προσπάθεια. «Τι ονειρεύεσαι τώρα, ρε μαλάκα, για πες μου, τι; Τροπικά νησιά και όργια; Φεράρι, πανάκριβα ρούχα και πούρα; Τεμπελιά για πάντα; Ε; Τέλος το για πάντα, ρε, και το για λίγο που έμεινε δεν έχει ούτε καλό τέλος ούτε όνειρα, ρε μαλάκα. Τέλος, χωρίς όνειρα παρ’ το χαμπάρι, λόγια του αέρα, μαλάκα». Συνέχισε όσο πιο έντονα μπορούσε μέσα στον πόνο του. «Μίλα, ρε μαλάκα, ποια όνειρα θα κάνουμε τώρα; Πες μου ένα όνειρο που προλαβαίνεις να κάνεις τώρα, ένα όνειρο που να είναι αυτά τα όλα που λες πως δικαιούμαστε να θέλουμε; Όχι, πες, ρε μαλάκα…»

Ο άλλος έγειρε κι αυτός προς τον διπλανό του. Τα κεφάλια τους και οι ώμοι τους ακούμπησαν, καθώς τώρα το ένα κορμί στήριζε το άλλο. Μάζεψε όσο κουράγιο είχε για να μπορέσει να κουνήσει το στόμα του, έγειρε λίγο μπροστά ώστε να αδειάσουν τα αίματα που κολλούσαν πάνω στη γλώσσα του και ψιθύρισε σαν να νανούριζε ένα μωρό. «Ονειρεύομαι πως το πρωί θα βρει το σάκο μια παρέα πιτσιρικάδων που θα ονειρευτούν πως είναι λεύτεροι να τα θέλουν όλα, έστω και για λίγο μέχρι να τους τα πάρουν…» Ο άλλος έκλεισε τα μάτια και μετά από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής απάντησε ήρεμα: «Ας είναι έτσι… Άντε, καληνύχτα μας τώρα, και όνειρα γλυκά». Αποκοιμήθηκαν...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ Σ. ΘΕΟΧΑΡΗ ΣΤΟ MERLIN'S ΕΔΩ


image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...
 
 
 
image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...
 
 
 
image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...