Κρίστοφερ Λι: Ούρλιαξε και ούρλιαξε ξανά!

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Με μια καριέρα που κάλυψε σχεδόν επτά δεκαετίες, ο Κρίστοφερ Λι ήταν γνωστός στο πλατύ κοινό για τους χαρακτήρες κακοποιών τους οποίους υποδύθηκε, αλλά έγινε διάσημος για τον ρόλο του Κόμη Δράκουλα σε μια σειρά ταινιών της βρετανικής κινηματογραφικής εταιρείας Hammer – ένας ρόλος για τον οποίον ανέκαθεν παραπονιόταν. Κατάφερε να γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο και στην παρέα μου ήταν τόσο οικείος θαρρείς και ήταν «δικός μας»: Ο Χρήστος Φερλής...

Πάντως παραμένει ο μοναδικός ηθοποιός στην ιστορία του κινηματογράφου που υποδύθηκε και τα δύο αδέρφια Χολμς, τόσο τον ρόλο του Sherlock όσο και του αδερφού του Mycroft και είναι ο μόνος ο οποίος εκτέλεσε τον Βασιλιά Κάρολο τον πρώτο της Αγγλίας αλλά και τον Λουδοβίκο τον δέκατο έκτο της Γαλλίας.

 Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Ο Σερ Κρίστοφερ Φρανκ Καραντίνι Λι (Christopher Frank Carandini Lee), όπως ήταν το πλήρες του όνομα, ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, έζησε μια περιπετειώδη ζωή και γνώρισε αρκετά ιδιαίτερες προσωπικότητες της παρατεταμένης εποχής του. Ως ηθοποιός, χρίστηκε ιππότης της Βρετανικής αυτοκρατορίας (CBE), και ιππότης του Τάγματος του Αγ. Ιωάννη (CStJ) για την προσφορά του στις τέχνες, ενώ ήταν επίσης τραγουδιστής και συγγραφέας, ενώ κατάφερε να τρομοκρατήσει αρκετές γενιές κινηματογραφόφιλων υποδυόμενος τον δημοφιλέστερο κινηματογραφικό Κόμη Δράκουλα. Λέγεται μάλιστα ότι εμφανίστηκε σε περισσότερες ταινίες από οποιονδήποτε άλλον ηθοποιό και μολονότι μερικές φορές η καριέρα του «θάφτηκε», εκείνος έβρισκε πάντα τον δρόμο της προς το φως, όπως μερικοί από τους χαρακτήρες τους οποίους υποδύθηκε.

Ο Κρίστοφερ (ας τον αναφέρω έτσι για να μη γράφω και τα τέσσερα ονόματά του) γεννήθηκε το 1922 στο Λονδίνο της Αγγλίας. Ήταν γιος της κοντέσας Estelle Marie (Carandini di Sarzano), οι ρίζες της οποίας κρατούσαν από τον Καρλομάγνο, και του αντισυνταγματάρχη Geoffrey Trollope Lee, ο οποίος είχε πολεμήσει στον Πόλεμο των Μπόερ αλλά και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Κρίστοφερ μεγάλωσε στην πρωτεύουσα της Αγγλίας μαζί με την αδερφή του, Σάντρα, μέχρι τον χωρισμό των γονιών του το 1926. Αργότερα, και ενώ ήταν ακόμα μικρός, η μητέρα του παντρεύτηκε (και ύστερα χώρισε) τον τραπεζίτη Harcourt George St.-Croix που είχε το παρατσούκλι Ingle και ήταν θείος του Ιαν Φλέμιγκ, του συγγραφέα του Τζέιμς Μποντ. Ο παππούς του από τη μεριά της μητέρας του ήταν Ιταλός πολιτικός πρόσφυγας και η γιαγιά του ήταν η Αγγλίδα τραγουδίστρια της όπερας Marie (Burgess) Carandini. Μάλιστα, κάποια βραδιά τον σύστησαν στον πρίγκιπα Yusupov και τον Μέγα Δούκα Dmitri Pavlovich, τους δολοφόνους του σατανικού Ρώσου καλόγερου Ρασπούτιν, το ρόλο του οποίου ο Κρίστοφερ θα υποδυόταν μερικά χρόνια αργότερα.

Φυσικά, ο πρώτος ρόλος που υποδύθηκε στην ζωή του ήταν επίσης «περίεργος» για την θεατρική παράσταση του παραμυθιού των αδερφών Γκριμ Ρουμπελστίλτσκιν που είχαν ανεβάσει οι μαθητές στο σχολείο του. (Ρουμπελστίλτσκιν είναι το όνομα του δαιμονίου που πρωταγωνιστεί στο παραμύθι). Ο νεαρός Κρίστοφερ συνέχισε να συμμετέχει σε παραστάσεις στα κολέγια όπου φοίτησε αργότερα μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Patrick Macnee (γνωστό στην δεκαετία του ’60 από την τηλεοπτική σειρά The Avengers (Οι Εκδικητές), αλλά ένα χρόνο πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του ο πατριός του κήρυξε πτώχευση και η μητέρα του τον χώρισε. Έτσι ο Κρίστοφερ άρχισε να εργάζεται σαν παιδί για τα θελήματα σε μια ναυτιλιακή εταιρεία.

Εκείνη την εποχή φιλοξενήθηκε στο Παρίσι από τον Αμερικανό δημοσιογράφο Webb Miller, ο οποίος είχε καλύψει δημοσιογραφικά τη δράση του αμερικανικού εκστρατευτικού σώματος εναντίον του Μεξικανού επαναστάτη Πάντσο Βίλα, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Ισπανικό Εμφύλιο, την ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία και τον Ρωσο-Φινλανδικό πόλεμο του 1939. Οι ανταποκρίσεις του για την ειρηνική επανάσταση του Γκάντι το 1930 συνέβαλαν σημαντικά στην μεταβολή της κοινής γνώμης απέναντι στη βρετανική αποικιοκρατική πολιτική στην Ινδία.

Τον Ιούνιο του 1939, ο Κρίστοφερ Λι υπήρξε μάρτυρας της τελευταίας δημόσιας εκτέλεσης με λαιμητόμο που πραγματοποιήθηκε στην Γαλλία (του Γερμανού δολοφόνου κατά συρροή Eugen Weidmann) και την ίδια χρονιά κατατάχθηκε εθελοντικά μαζί με άλλους Βρετανούς για να πολεμήσει στις γραμμές των Φιλανδών εναντίον των Σοβιετικών που είχαν εισβάλει στη χώρα. Ωστόσο, οι Φινλανδοί, αν και εξόπλισαν τους Βρετανούς, τους κράτησαν σε απόσταση ασφαλείας από την πρώτη γραμμή και έπειτα από δύο εβδομάδες επέστρεψαν στην πατρίδα τους όπου ο Κρίστοφερ άρχισε να ψάχνει δουλειά.

Με τον θάνατο του πατέρα του το 1941, ο νεαρός κατατάχθηκε εθελοντικά στη RAF, τη Βασιλική Πολεμική Αεροπορία της Βρετανίας, για να πάρει μέρος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχικά τον τοποθέτησαν στην Νότια Αφρική, έπειτα τον μετέθεσαν στην Ινδονησία και τέλος στη Ροδεσία, μέχρι που κάποιος στρατιωτικός γιατρός διέγνωσε μια πάθηση στο οπτικό νεύρο, η οποία δεν του επέτρεψε να ξαναπετάξει.

Καθώς η αεροπορία δεν του πρόσφερε πλέον δράση ο Κρίστοφερ έκανε αίτηση για τη μυστική υπηρεσία πληροφοριών. Οι ανώτεροί του τον διόρισαν δεσμοφύλακα σε μια τοπική φυλακή της Ροδεσίας και στη συνέχεια τον μετέθεσαν πάλι στη Νότια Αφρική και κατόπιν στην Αίγυπτο, λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του σε ένα γερμανικό βομβαρδισμό κάπου στην έρημο Βόρειας Αφρικής. Είδε ξανά δράση όταν η μονάδα του πέρασε στην Ιταλία για τη μάχη του Mόντε Κασίνο και γλύτωσε ξανά από του χάρου τα δόντια όταν ένα από τα αεροπλάνα έπεσε κατά την απογείωσή του και εκείνος σκόνταψε σε μία από τις βόμβες του.
Μετά τον πόλεμο βοήθησε στο κυνήγι εγκληματιών πολέμου αφού ήδη μιλούσε απταίστως πέντε γλώσσες.

 ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΦΩΣ…

Τον βρήκα σε ένα ντοκιμαντέρ του BBC από το 1995 να αφηγείται πώς μια ημέρα του 1946 ο εξάδελφός του και πρέσβης της Ιταλίας στο Λονδίνο, Nicolò Carandini, τον κοίταξε την ώρα που έτρωγαν και του ψιθύρισε, «Κρις, ίσως θα έπρεπε να δοκιμάσεις την υποκριτική». Ήταν κάτι που δεν είχε περάσει από το μυαλό του αλλά η μητέρα του αντέδρασε αμέσως λέγοντάς ότι παραήταν ψηλός, φαινόταν αρκετά ξένος και ότι η υποκριτική ήταν ένα πολύ ανταγωνιστικό επάγγελμα. Όσο όμως κι αν οι δικοί του προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν, όσο κι αν οι θίασοι του έλεγαν ότι δεν μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν λόγω της απειρίας του, τόσο ο Κρίστοφερ πείσμωνε θέλοντας να αποδείξει σε όλους ότι έκαναν λάθος.

Έτσι, από το 1947 ως το 1957 άρχισε να δουλεύει σε θέατρα σκουπίζοντας την σκηνή και συμμετέχοντας σαν κομπάρσος. Κρατούσε έναν αναμμένο δαυλό στο πίσω μέρος της σκηνής ή υποδυόταν μικρούς ρόλους, μέχρι που τελικά κατάφερε να πάρει τον πρώτο μεγάλο του ρόλο ως Μαρκήσιος Εβρεμόν στο A Tale of Two Cities (Ιστορία δύο Πόλεων), μια μεταφορά του διάσημου βιβλίου του Καρόλου Ντίκενς.

Από εκεί και πέρα άρχισαν να παρουσιάζονται νέες ευκαιρίες. Το 1948 έκανε ένα μικρό θεατρικό πέρασμα από τον Άμλετ με πρωταγωνιστή τον Σερ Λόρενς Ολίβιε και εκεί συνάντησε για πρώτη φορά τον Peter Cushing.

Στην δεκαετία του ’50 πάλεψε σκληρά για να καθιερωθεί σε ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές, αλλά το ύψος του που έφτανε το 1,96 δημιουργούσε πρόβλημα σε σχέση με τους πιο κοντούς πρωταγωνιστές της εποχής, ενώ τα χαρακτηριστικά του ήταν πράγματι ξενικά.

Την πρώτη του εμφάνιση στην οθόνη την έκανε το 1952 όταν ο Douglas Fairbanks Jr. άρχισε να γυρίζει ταινίες στα British National Studios. Του έδωσαν διάφορους ρόλους σε δεκαέξι από αυτές, ενώ έπαιξε ακόμα και με τον μεγάλο κωμικό Buster Keaton.

Το 1955 συνεργάστηκε με τον Όρσον Γουέλς για το τηλεοπτικό δράμα Moby Dick Rehearsed. Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος: «Δεν δουλεύαμε πάρα πολύ. Στα γυρίσματα ο Γουέλς μας έλεγε κυρίως ιστορίες για τον John Barrymore. Ήταν έκτακτος. Και ενώ η ταινία ήταν αναμφίβολα έργο μιας ιδιοφυΐας, κανείς δεν την έχει δει. Το έργο ήταν βασισμένο στη θεατρική παραγωγή του Moby Dick – Rehearsed που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Duke of York του Λονδίνου το 1955. Το θέμα ήταν ένα θεατρικό έργο μέσα σε ένα θεατρικό έργο, στο οποίο μια ομάδα ηθοποιών λειτουργεί εκτός αλλά και κατά την διάρκεια των ρόλων στο μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ, Moby Dick. Ο Γουέλς έκανε τα γυρίσματα σε τρία θέατρα του Λονδίνου, κυρίως στο Hackney Empire και στο Scarlet Theatre, από όπου τα βράδια έπρεπε να φεύγουμε για να γίνονται οι προγραμματισμένες παραστάσεις. Ο Γουέλς βρήκε σπίτι κοντά στο δικό μου και επειδή ήθελε να τον πηγαίνουν παντού αναγκάστηκα να του κάνω τον οδηγό με το κεφάλι μου να αγγίζει την οροφή ενός μικρού οχήματος, ενώ εκείνος κουβαλούσε μια ντάνα από σενάρια. Μας αποκαλούσε, όπως μάλλον αποκαλούσε και κάθε άλλη εταιρεία με την οποία είχε συνεργαστεί, ‘τον πιο ταλαντούχο θίασο που συνεργάστηκα ποτέ’. Στην πραγματικότητα, ο θίασος περιελάμβανε αρκετά ταλαντούχους πρωτοεμφανιζόμενους όπως η Joan Plowright και ο Kenneth Williams σε μικρούς ρόλους. Ο Patrick McGoohan υποδυόταν τον λοστρόμο, εγώ τον Flask, τον πλοηγό, και ο ίδιος ο Γουέλς υποδύθηκε τον καπετάν Ahab – στη Ρώμη, εντελώς μόνος και κυρίως με κοντινά πλάνα. Παριστάναμε ότι πίναμε από ανύπαρκτα κύπελλα, πετούσαμε ανύπαρκτα καμάκια και κουνιόμασταν πάνω στην σκηνή σαν να βρισκόμαστε σε πλοίο, ενώ εκείνος έγερνε την κάμερα. Ήταν μεγάλη η πρόκληση».

Γεγονός είναι ότι στην δεκαετία του ’50 ο Κρίστοφερ Λη δούλεψε σε ταινίες και άλλων μεγάλων σκηνοθετών εκτός του Γουέλς. Σε μικρούς ρόλους βέβαια, αλλά έκανε ένα πέρασμα από το Bitter Victory του Nicholas Ray με πρωταγωνιστές τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και τον Κούρτ Γιούργκενς και στο Moulin Rouge του Τζον Χιούστον, με τον Χοσέ Φερέρ και την Ζαζά Γκαμπόρ. Όμως το όνομά του δεν αναφερόταν πουθενά.

Η επιτυχία ήρθε τελικά το 1957 με την ταινία The Curse of Frankenstein (Η Μάσκα του Φράνκενσταϊν) που τον βοήθησε να υπογράψει συμβόλαιο με την κινηματογραφική εταιρεία Hammer.

Η φιλία του με τον Peter Cushing ξεκίνησε όταν ο Κρίστοφερ Λι εισέβαλε στο καμαρίνι του Cushing διαμαρτυρόμενος ότι δεν του είχαν γράψει ούτε μια κουβέντα σε ολόκληρη την ταινία. «Είσαι τυχερός», του είχε απαντήσει ευγενικά ο Cushing. «Έχω διαβάσει το σενάριο...»

Οι δυο τους περνούσαν την ώρα τους στα παρασκήνια ανταλλάσσοντας ατάκες από ταινίες κινουμένων σχεδίων και τελικά συνεργάστηκαν σε πάνω από είκοσι ταινίες παραμένοντας καλοί φίλοι μέχρι τον θάνατο του Cushing το 1994, υποδυόμενοι συνήθως ρόλους αντιπάλων, όπως στο Dracula (Δράκουλας, ο Βρικόλακας των Καρπαθίων) του 1958, όπου οι ατάκες του Κρίστοφερ στη συγκεκριμένη ταινία ήταν πλέον δεκαέξι ή στο The Mummy (Ο Βρικόλακας των Πυραμίδων) του 1959.
Αρχικά ο Κρίστοφερ αισθανόταν ικανοποιημένος που είχε καταφέρει να δώσει «ζωή» στον Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ, αλλά έπειτα από δέκα ταινίες στον ίδιο ρόλο κατάλαβε ότι η σκιά του βρικόλακα σκέπαζε όλη του την καριέρα και αυτό δεν του άρεσε. Η αλήθεια είναι ότι για τον πρώτο Δράκουλα η αμοιβή του ήταν μόλις 750 λίρες Αγγλίας ενώ οι εισπράξεις της ταινίας άγγιξαν τα 25 εκατομμύρια δολάρια. Με την βαριά φωνή του και την αριστοκρατική του εμφάνιση, ο Κρίστοφερ Λι ήταν αναπόφευκτα ο αντιπροσωπευτικός Κόμης Δράκουλας, κάνοντας τους θαυμαστές του να αναρωτιούνται μήπως έκρυβε κάτι πραγματικά μεταφυσικό και σκοτεινό. Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, αυτή η πρώτη ταινία ήταν αρκετά πιστή στο βιβλίο του Στόκερ. Οκτώ χρόνια αργότερα γύρισε τη δεύτερη ταινία με τον Κόμη Δράκουλα για να ακολουθήσουν οι υπόλοιπες για τη Hammer μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια.

«Μετά τον δεύτερο Δράκουλα μου τηλεφωνούσαν συνεχώς από τη Hammer συνεχώς σε στυλ πρέπει να κάνεις τον επόμενο, οφείλεις να γυρίσεις τον επόμενο Δράκουλα και εγώ τους απαντούσα ότι δεν ήθελα να το κάνω επειδή ο χαρακτήρας απομακρύνεται όλο και περισσότερο από αυτό που είχε ο Μπραμ Στόκερ στο μυαλό του όταν έγραψε το βιβλίο. Πρέπει να το κάνεις, πρέπει να το κάνεις οπωσδήποτε, επέμεναν και κάποια στιγμή τους ρώτησα: γιατί πρέπει να το κάνω; Και η απάντηση τους ήταν η ίδια τέσσερις ή πέντε φορές: Πρέπει να το κάνεις επειδή πουλήσαμε την ταινία σε Αμερικάνο διανομέα με εσένα στον πρωταγωνιστικό ρόλο και σκέψου ότι αν δεν το κάνεις θα το μάθουν οι άνθρωποι της δουλειάς. Έτσι το έθεσαν και αυτός είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο συνέχισα με ταινίες του Δράκουλα μετά τη δεύτερη. Έτσι τους είπα ότι θα γυρίζω ταινίες και με άλλους. Η τελευταία ταινία που έκανα με την Hammer ήταν το To Τhe Devil a Daughter (Μια Παρθένα για τον Διάβολο), η οποία ήταν καλή μέχρι τα τελευταία πέντε λεπτά που την κατέστρεψαν εντελώς».

 ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΗΘΟΠΟΙΟ

Διάβαζα ένα άρθρο στο οποίο ο σκηνοθέτης του Άρχοντα των Δακτυλιδιών Πίτερ Τζάκσον αφηγείται μια ιστορία σχετικά με τον Κρίστοφερ Λι. O Τζάκσον ήταν φανατικός θαυμαστής της κινηματογραφικής εταιρείας Hammer Films μέσα από τις ταινίες τρόμου της οποίας έγιναν αρκετά γνωστοί οι ηθοποιοί Boris Karloff, Peter Cushing, Vincent Price και, φυσικά, ο Κρίστοφερ Λι.

«Ο Κρίστοφερ ταξίδεψε στη Νέα Ζηλανδία τρεις ή τέσσερις φορές κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Άρχοντα και κάπου διάβασα ότι δεν ήθελε να μιλάει για τις ταινίες που είχε κάνει για την Hammer. Έτσι αποφάσισα ότι το καλύτερο θα ήταν να κρατήσω το στόμα μου κλειστό», λέει ο Τζάκσον και συνεχίζει: «Ωστόσο, την ημέρα που τελειώσαμε το τελευταίο πλάνο του, τον ρώτησα αν θα τον ενοχλούσε να μου υπογράψει μερικά αντικείμενα που είχα. Μου απάντησε ‘φυσικά’ και δοθείσης της ευκαιρίας του πήγα τα παλιά αγαπημένα μου βιβλία τρόμου από την παιδική μου ηλικία καθώς και αφίσες ταινιών της Hammer. Εκείνος συνοφρυώθηκε βλέποντας μπροστά του κάθε λογής εικόνες της Hammer που τον παρουσίαζαν να βρυχάται δείχνοντας τους κυνόδοντες του, να δαγκώνει το λαιμό παρθένων ή τον Peter Cushing να τον καρφώνει στην καρδιά με ένα παλούκι. Μπορούσα να διαπιστώσω ότι εξαντλούσε όλα τα αποθέματα καλής θέλησης που είχε αλλά τελικά τα υπέγραψε όλα. Στο χαρτί της περίληψης του Ο Δράκουλας Βγήκε από τον Τάφο (Dracula Has Risen From the Grave, 1968) έγραψε: ‘Στον Πήτερ, με τις καλύτερες ευχές από μια προηγούμενη ζωή’. Το ενδιαφέρον είναι ότι ακόμη και σήμερα, όταν σκέφτομαι ταινίες όπως το Δράκουλας: Ο Άρχων του Σκότους (Dracula: Prince of Darkness – 1966) ή το Φίλησε το Αίμα του Δράκουλα’(Taste the Blood of Dracula - 1970), είναι εκείνες οι καταραμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που έρχονται αμέσως στο μυαλό μου πολύ πριν από τις ίδιες τις ταινίες».

 ΤΑΙΝΙΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Το 1958 ο Λι (από εδώ και πέρα ας αρχίσω να τον αποκαλώ Λι μιας και… έχει πλέον μεγαλώσει ηλικιακά) συμπρωταγωνίστησε με άλλο ένα «ιερό τέρας», τον Boris Karloff, στην ταινία Corridors of Blood και από εκεί και πέρα ξεκίνησε ένας καταιγισμός ταινιών: επτά το 1958, επτά το 1959, πέντε το 1960 και άλλες τόσες το 1961, από τέσσερις το 1962 και το 1963, πέντε το 1964.

Το 1965 γύρισε την πρώτη από τις πέντε συνολικά ταινίες του Φου Μαντσού, το The Face of Fu Manchu (Η Μάσκα του Φου Μαντσού). Μάλιστα, τις μέρες που η ταινία προβαλλόταν στους κινηματογράφους στη Νέα Υόρκη διεξάγονταν δημοτικές εκλογές και κάποιοι είχαν κολλήσει στους δρόμους αφίσες που πρότειναν για δήμαρχο τον Φου Μαντσού. Ένας δημιουργικός δημοσιογράφος είχε φτιάξει αφίσες και ψηφοδέλτια με το σύνθημα «Fu Manchu for Mayor» (Θέλουμε για Δήμαρχο τον Φου Μαντσού). Ο Φου Μαντσού τελικά συγκέντρωσε αρκετές ψήφους, γραμμένες φυσικά με το χέρι πάνω στα ψηφοδέλτια.
Ο Λι γύρισε άλλες τρεις ταινίες εκείνη την χρονιά, όσες και το 1966, μόνο που τότε κυκλοφόρησε και η ταινία που προανέφερα, Rasputin: The Mad Monk (ή, όπως προβλήθηκε στους ελληνικούς κινηματογράφους, Ρασπούτιν, ο δαίμων της Ρωσίας).

Σε κάποια συνέντευξή του το 1975, τον βρήκα να δηλώνει ότι είχε κάνει και αρκετές κωμωδίες, είχε εμφανιστεί στο Saturday Night Live (τη διάσημη εβδομαδιαία τηλεοπτική κωμική σειρά που στα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχε στο αρχικό της καστ τον John Belushi και τον Dan Aykroyd, ενώ εξακολουθεί να προβάλλεται μέχρι σήμερα με νέους κωμικούς) και ότι «ο ηθοποιός πρέπει να διαθέτει κάποιο επίπεδο ευστροφίας για να μπορεί να υποδύεται τόσο δραματικούς όσο και κωμικούς ρόλους».

Στην ίδια συνέντευξη αφηγείται ένα κωμικό συμβάν: ταξιδεύοντας νύχτα με τη γυναίκα του από την Ιταλία προς την Ελβετία τους έπιασε λάστιχο. Ο Λι της είπε να βάλει το κόκκινο τρίγωνο πίσω από το αυτοκίνητο, ενώ ο ίδιος θα πήγαινε σε κάποια σπίτια που είχαν φως για να τηλεφωνήσει στην οδική βοήθεια. Μέσα στο σκοτάδι όμως, κόβοντας δρόμο μέσα από τα χωράφια, σκόνταψε και έπεσε αρκετές φορές μέσα σε χώματα και λάσπες. Φτάνοντας στο πρώτο σπίτι, χτύπησε την πόρτα και κάποιος ρώτησε στα ιταλικά «chi e la» – ποιος είναι; Ο Λι ρώτησε με τα λίγα ιταλικά του αν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνό τους επειδή είχε χαλάσει το αμάξι του. Οι ένοικοι απάντησαν καταφατικά και άνοιξαν την πόρτα. Μόλις όμως το ζευγάρι που κατοικούσε εκεί αντίκρισε τον Λι καλυμμένο με λάσπη από την κορυφή ως τα νύχια, κάτασπρο και αλλόκοτο, ο Ιταλός φώναξε «Εs lui!» («αυτός είναι!») και λιποθύμησε, ενώ ο σκύλος τους αλυχτούσε…

Ακολούθησαν ενδιαφέρουσες, μέτριες και αδιάφορες ταινίες, ανάμεσά τους οι συνέχειες του Φου Μαντσού. Το 1971 πήρε μέρος στο πρώτο του γουέστερν με τίτλο Hannie Caulder (Η Αγριόγατα του Γουέστ) με πρωταγωνίστρια την Ράκελ Γουέλς και μετά από πέντε χρόνια μετακόμισε στις ΗΠΑ, όταν ο Αμερικανός ηθοποιός Richard Widmark του είπε ότι «με την έλλειψη φαντασίας των παραγωγών και των ανθρώπων που κάνουν το casting, θα υποδύεσαι τους ίδιους και τους ίδιους ρόλους και κάποια στιγμή θα βαρεθείς. Καλύτερα να έρθεις στην Αμερική».
Έχοντας χείριστη άποψη για την βρετανική κινηματογραφική βιομηχανία, ο Λι πέρασε στην άλλη όχθη του Ατλαντικού και άρχισε να υποδύεται πολλούς και διαφορετικούς χαρακτήρες. Έπαιξε σε γουέστερν, σε πολλές κωμωδίες, έκανε τον Αμερικάνο σε τηλεοπτικές σειρές με γνώμονα πάντα ότι «πρέπει να αποδώσεις τον ρόλο με την πρώτη, ειδάλλως δεν θα έχεις δεύτερη ευκαιρία εκτός αν έχεις καλές δημόσιες σχέσεις ή καταπληκτικό ατζέντη». Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να μην γίνει στερεότυπο. Ξέφυγε από τον ρόλο του Δράκουλα και το μόνο που συνέχιζε να τον ταυτίζει με αυτόν τον χαρακτήρα ήταν οι τηλεοπτικές επαναλήψεις των δέκα ταινιών που είχε γυρίσει για την Hammer.

Το 1973 υποδύθηκε αμισθί ένα ρόλο που του άρεσε πάρα πολύ στο παγανιστικό θρίλερ The Wicker Man (Το Καταραμένο Σκιάχτρο), το οποίο είχε προσπαθήσει να μπλοκάρει ο Rod Stewart όταν έμαθε ότι η Μπριτ Εκλαντ, η τότε σύντροφός του, εμφανιζόταν στην ταινία γυμνή (ο μουσικός Gary Carpenter την σκέπαζε με μια κουβέρτα ανάμεσα στα γυρίσματα των γυμνών σκηνών).

Την επόμενη χρονιά ο Λι υποδύθηκε τον πράκτορα και εκτελεστή της KGB, Φρανσίσκο Σκαραμάνγκα, στην πρώτη ταινία του Τζέιμς Μποντ που προβλήθηκε στο Κρεμλίνο. Ήταν το The Man with the Golden Gun (Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007: Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Πιστόλι) με πρωταγωνιστή τον φίλο του, Ροτζερ Μουρ, και (ξανα) την Μπριτ Εκλαντ στο καστ. Στα έξτρα του DVD μάλιστα, ο Μουρ αναφέρει ότι κάποιος Ρώσος αξιωματούχος είχε πει για τον Σκαραμάνγκα: «Φαίνεται πως δεν τον εκπαιδεύσαμε πολύ καλά». Σημειώστε ότι το όνομα «Σκαραμάνγκα» οφείλεται σε κάποιον Έλληνα που φιλοξενούσε τον Ian Fleming στην Ύδρα.

Ο Λι εμφανίστηκε σε τηλεοπτικές διαστημικές σειρές όπως το Διάστημα 1999, σε παιδικές ταινίες όπως το Return from Witch Mountain (Επιστροφή από το Μαγεμένο Βουνό) με την Μπέτι Ντέιβις (1978), υποδύθηκε τον πλοίαρχο Wolfgang von Kleinschmidt στην κωμωδία του Σπίλμπεργκ 1941 (1941: Από που Πάνε για το Χόλιγουντ, Παρακαλώ;), μπήκε στην δεκαετία του ΄80 παίζοντας στο Οι Άγγελοι του Τσάρλι, και συνέχισε να εργάζεται στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, υποδυόμενος τα πάντα, όπως άλλωστε και ο φίλος του, Vincent Price, με τον οποίο είχαν γεννηθεί ίδια ημέρα αλλά με έντεκα χρόνια διαφορά.

Ο Λι έπαιξε σε τρεις ταινίες με θέμα τον δαιμόνιο ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς. Τo 1962 στη γερμανική ταινία Sherlock Holmes und das Halsband des Todes (ενοχλήθηκε επειδή του ντουμπλάρισαν την φωνή), το 1970 υποδύθηκε τον αδερφό του Σέρλοκ, τον Mycroft στην ταινία του Μπίλι Γουάιλντερ (ο καλύτερος σκηνοθέτης με τον οποίο συνεργάστηκε ποτέ, όπως έλεγε) The Private Life of Sherlock Holmes (Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς) και το 1992 στο Sherlock Holmes and the Leading Lady με τον Patrcik Mcnee ως δόκτορα Γουότσον, και την συνέχειά του, Incident at Victoria Falls («Κάποιος εξυπνάκιας σκέφτηκε να κόψει την ταινία σε δύο μέρη με αποτέλεσμα να χαθεί όλη η δράση αφού σε αυτό το επάγγελμα όλοι νομίζουν πως ξέρουν τι τους γίνεται», όπως είχε πει ενοχλημένος ο ίδιος).

Ο Λι συνέχισε να γυρίζει τρεις με τέσσερις ταινίες τον χρόνο ή να δανείζει την φωνή του σε κάποιες που τη χρειάζονταν και το 1999 ο Tim Burton που ήταν θαυμαστής των ταινιών του Mario Bava και της Hammer, τον κάλεσε να παίξει σε μια σκηνή της ταινίας Sleepy Hollow (Ο Μύθος του Ακέφαλου Καβαλάρη). Σε αυτή την ταινία παίζουν τρεις ηθοποιοί, οι οποίοι υποδύθηκαν τους Άρχοντες Sith στα prequels του Πολέμου των Άστρων: o Ray Park (Darth Maul), o Ian McDiarmid (Darth Sidious) και ο Κρίστοφερ Λι ως ο βασικός «κακός» Darth Tyrannus - Star Wars: Episode II - Attack of the Clones (Ο Πόλεμος των Άστρων: Επεισόδιο 2 – Η Επίθεση των Κλώνων) του 2002. Μάλιστα, για να σημειώσουν τα σημεία όπου θα στεκόταν ο Λι στις πρόβες των σκηνών με τα φωτόσπαθα, χρησιμοποίησαν μια κούκλα - τον Yoda με κυνόδοντες σαν του βρικόλακα, ένα αστείο για το οποίο ο Βρετανός ηθοποιός είπε στον Lucas: «Δεν θα το σχολιάσω. Δεν το περίμενα από σένα, George».

Ένα χρόνο νωρίτερα, το 2001, είχε ήδη υποδυθεί τον Σάρουμαν στο The Lord of the Rings: The Fellowship of the Ring (Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού).

Ο Λι διάβαζε τον Άρχοντα των Δακτυλιδιών από τις αρχές της δεκαετίας του ‘50 και για κάθε χρόνο μέχρι το 2015 που πέθανε. Από όλους όσους έπαιξαν στην ομώνυμη ταινία ήταν ο μόνος που είχε γνωρίσει τον J.R.R. Tolkien. Φυσικά, επανέλαβε τον ρόλο του Σάρουμαν και στα υπόλοιπα επεισόδια του κινηματογραφικού κύκλου, συμμετέχοντας έτσι σε άλλη μια σειρά ταινιών με μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Το 2005 έπαιξε μεταξύ άλλων, στο Star Wars: Episode III - Revenge of the Sith (Ο πόλεμος των άστρων: Επεισόδιο 3 - Η εκδίκηση των Σιθ) και συνεργάστηκε ξανά με τον Τιμ Μπάρτον στο Charlie and the Chocolate Factory (Ο Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας), ενώ συμμετείχε αυτή τη φορά μόνο με τη φωνή του στο Corpse Bride (Νεκρή Νύφη) του ίδιου σκηνοθέτη.

Παρά την ηλικία του ο Λι συνέχισε ακάθεκτος να γυρίζει ταινίες υποδυόμενος άλλες δύο φορές τον ρόλο του Saruman για τον Πίτερ Τζάκσον, το 2012 στο The Hobbit: An Unexpected Journey και το 2014 στο The Hobbit: The Battle of the Five Armies (Χόμπιτ: Η μάχη των Πέντε Στρατών), η οποία ήταν η τελευταία ταινία που ολοκλήρωσε και πρόλαβε να παρακολουθήσει την προβολή της.

Ο Λι άφησε την τελευταία του πνοή στο Λονδίνο στις 7 Ιουνίου 2015, έχοντας μεταφερθεί στο νοσοκομείο με αναπνευστικά προβλήματα και καρδιακή ανεπάρκεια, λίγο αφότου είχε γιορτάσει τα ενενηκοστά τρίτα γενέθλιά του…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΣΤΟ MERLIN'S:

Μπέλα Λουγκόζι: ηθοποιός, αρχισυνδικαλιστής και αντιφασίστας...

Vincent Price: Ο Άρχων του Μακάβριου...

Blaxploitation – Οι ταινίες και η μουσική τους...

BLOG και ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ MIΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ:

https://tribe4mian.wordpress.com/

https://newzerogod.com/home

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ στο Blackout Radio Show...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.