Το Αγρίμι...

Γράφει ο Σωτήρης Θεοχάρης

Ο γέρος μίλησε τρανταχτά και η βραχνάδα της φωνής του μαρτυρούσε το πάχος της στιβάδας από την τσιγαρόπισσα που είχε καλύψει τις πνευμονικές κυψελίδες σαν κατακάθι τούρκικου καφέ στον πάτο του φλιτζανιού. Το φλιτζάνι του θα έδειχνε «στεφάνι σύντομα», αν μπορούσε να πιει καφέ εκείνο το πρωινό και να το γυρίσει ανάποδα στο πιατάκι. Όμως, ούτε το τσιγάρο ούτε ο καφές που τόσο λαχταρούσε περιλαμβάνονται στην παροχή των νοσοκομείων.

«Δε χρειάζεται αυτή η μαλακία πια, άσε με για λίγο να νιώσω ελεύθερος», φώναξε έντονα. Έκαμε νευρικός μα με άνευρες και αδύναμες κινήσεις να βγάλει τον ορό απ το χέρι του, μα εκείνος του έπιασε το μπράτσο στοργικά και του είπε «ησύχασε γέρο μου». Ο γέρος ψέλλισε, «Δεν χρειάζεται πια αυτό το μαραφέτι, νιώθω πως ήρθε η ώρα. Άκου με», συνέχισε, «θέλω να με ακούσεις προσεκτικά, όχι σαν πατέρα, μα σαν έναν άγνωστο που γνώρισες τυχαία σε ένα μπαρ, κάποιον που δεν γνωρίζεις και δεν μπορείς να κρίνεις, κάποιον που δεν αγαπάς, δεν μισείς και δεν θα ξαναδείς. Άκουσέ με προσεκτικά». Ο τόνος του ήταν αδιαπραγμάτευτος. «Το ξέρω πως πίσω απ την πλάτη μου οι φίλοι, οι γνωστοί και οι συγγενείς μουρμουρίζουν πως ήμουν ένα ρεμάλι που σκόρπισε τη ζωή του άσκοπα. Το ξέρω πως κι εσύ αυτό μπορεί να πιστεύεις για μένα». Πήγε κάτι να πει, μα πριν καν αρθρώσει την πρώτη λέξη, ο γέρος τον διέκοψε με στόμφο. «Δε θέλω να μου κάνεις την καρδιά αγόρι μου, ξέρω τι νομίζεις για μένα, άστο, μην πεις τίποτα, είναι ώρα για αλήθειες και δεν έχω άλλο χρόνο». Έκανε μια μικρή παύση. Το βλέμμα του ήταν διαυγές σαν την πρωινή θάλασσα σε μια παραλία με μεγάλα γαλάζια βότσαλα. Τρομακτικά διαυγές και καθάριο για έναν ταλαιπωρημένο γέρο που ήταν πάνω από ένα μήνα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ξαπλωμένος σε ένα κρύο μεταλλικό κρεβάτι νοσοκομείου. Όσοι άνθρωποι έχουν δει ανθρώπους να φεύγουν, αναγνωρίζουν στα μάτια τους αυτή την ύστατη διαύγεια που πολλές φορές συνδέεται με μια έλλειψη απίθανης, ήρεμης καθάριας σκέψης. «Η ζωή μου ήταν πολύχρωμη αγόρι μου», συνέχισε ο γέρος με σταθερή φωνή. Πήρε μια ανάσα σαν να ρουφούσε τσιγάρο. «Παρδαλή ήταν η ζωή μου», είπε χασκογελώντας. «Δίκιο έχουν όσοι λένε πως δε λογάριασα ποτέ κανένα, πως δε στέριωσα πουθενά, πως κλώτσησα ευκαιρίες, πως σκόρπισα περιουσίες, πως ράγισα καρδιές, πως δε γνώρισα προκοπή, πως είχα τόσες δυνατότητες να γίνω μεγάλος και τρανός και πλούσιος μα εγώ δε νοιαζόμουν παρά μόνο για τη στιγμή και τα πρόσκαιρα. Δίκιο έχουν να λένε πως ήμουν δύσκολος και πως δε σήκωνα πολλά πολλά και μύγα στο σπαθί μου. Μα αυτό είναι δικός μου λογαριασμός γιατί δεν έβλαψα ποτέ κανέναν που δεν προσπάθησε να με βλάψει και κανενός δε πέφτει λόγος!» Τον κοιτούσε κατευθείαν στα μάτια καθώς του μιλούσε. Ταυτόχρονα και με πολύ λεπτές κινήσεις, ξεκόλλησε τα τσιρότα που συγκρατούσαν τον ορό στο χέρι του και έβγαλε την βελόνα. Ελάχιστο αίμα κύλισε από την πληγή. Όμως εκείνος δεν το πήρε χαμπάρι γιατί το έντονο βλέμμα του γέρου τον είχε σχεδόν υπνωτίσει. Αυτό το βλέμμα που στα νιάτα του γέρου είχε γοητεύσει, αγοράσει και πουλήσει, τρομάξει, πείσει, τσακίσει και μαγνητίσει πολλούς ανθρώπους. Το βλέμμα που είχε αγαπηθεί παράφορα και μισηθεί θανάσιμα σε όλο του τον βίο. Το βλέμμα που ερωτεύτηκαν εκατοντάδες κοριτσόπουλα και γυναίκες, το βλέμμα που αγάπησαν φίλοι και μίσησαν δάσκαλοι, αντίζηλοι, μπάτσοι, αφεντικά, κουτσαβάκια και δικαστές. «Άκου αγόρι μου, όσο κι αν μοιάζει να ήμουν όπου φυσά ο άνεμος, δεν είναι έτσι – εγώ φυσούσα τον δικό μου άνεμο, δεν φυσούσε εκείνος εμένα», συμπλήρωσε περήφανα. «Δεν έχω να ζητήσω συγνώμη από κανέναν και για τίποτα, ούτε κι από σένα που ξέρω ότι έχεις παράπονο μέσα σου επειδή θα ήθελες να κληρονομήσεις την περιουσία που σπατάλησα».  «Σώπα γέρο μου, δεν έχω κανένα παράπονο», του απάντησε στοργικά μα ο γέρος τον διέκοψε. «Ξέρω ότι έχεις, επειδή οι φίλοι σου, τα ξαδέρφια σου και οι περισσότεροι γνωστοί γύρω σου είχαν γονείς που ζούσαν μόνο για να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους και τα μεγάλωσαν μέσα στην άνεση. Όλους αυτούς που καμάρωναν να ρημάζουν μέσα στη μιζέρια τους για να είναι τα μούλικά τους πρίγκιπες και πριγκιπέσσες στα πούπουλα. Αυτούς που θέλανε να προβάλουν την αξιοσύνη τους επιδεικτικά μέσα από την εικόνα των παιδιών τους. Από την πλευρά σου, είναι λογικό να έκανες τις συγκρίσεις και να αναθεμάτισες την ώρα και τη στιγμή που είχες εμένα για πατέρα – μπορώ να καταλάβω το γιατί». Έκανε να τραυλίσει, «Πατέρα όχι, μα τι είναι αυτά που λες;» μα ο γέρος είχε ορμή στο λόγο του και συνέχισε. «Ποτέ μου δεν απολογήθηκα σε κανένα και για τίποτα, ούτε σ’ ανθρώπους, ούτε σε θεούς και δαίμονες, αγόρι μου και, το ξέρω πως ακούγομαι άκαρδος και σκληρός, μα ούτε σε σένα απολογούμαι αυτή την ώρα. Ποτέ μου δεν απολογήθηκα γιατί ποτέ μου δεν άκουσα δεύτερη φωνή μέσα στη γκλάβα μου, ποτέ μου δεν είχα ενοχή γιατί ποτέ δεν είχα πρόθεση να βλάψω, μονάχα την αλήθεια μου και τα θέλω μου ακολουθούσα. Όσοι και όσες στραπατσαρίστηκαν προσπαθώντας να με ακολουθήσουν στη ζωή δεν προδόθηκαν από τη δική μου αγάπη, από τη δική τους προδόθηκαν. Εγώ ήμουν καθάριος ουρανός, γεννημένος λεύτερος, δε χώραγα στα κλουβιά τους». Η ανάσα του δεν ήταν πλέον βαριά σαν να είχε ξαφνικά θεραπευτεί, σαν να είχε ξανανιώσει. «Οι περισσότεροι δεν αγαπούν, νομίζουν πως αγαπούν, αλλά στην πραγματικότητα εξαρτώνται από την αγάπη των άλλων και για να μην τη χάσουν θέλουν να την κάνουν κτήμα τους», συνέχισε ακάθεκτος. «Μπορείς, μωρέ, να αγαπήσεις ένα αγρίμι ακριβώς επειδή είναι λεύτερο και ατίθασο και από αγάπη να το κλείσεις σε ένα κλουβί; Τι σόι αγάπη είναι τα κλουβιά; Θα σου πω εγώ αγόρι μου – δεν είναι αγάπη είναι ανεπάρκεια αγάπης, είναι φυλάκιση της αγάπης του αγριμιού και όταν γδύσεις το αγρίμι από την αγάπη του το θανατώνεις, το μετατρέπεις σε ένα κινούμενο δέρας δίχως ψυχή. Κι εγώ δε ένοιωσα ποτέ την ανάγκη να φτιάξω κλουβιά, ούτε να γίνω υποταγμένο αγρίμι, ούτε χαλί-τομάρι-τρόπαιο σε κανενός το σαλόνι, όσο βολικό κι αν ήταν». Είχε μια έπαρση ο λόγος του και μια σιγουριά. «Κι αν πιστεύεις πως δεν αγάπησα τίποτα και κανέναν, κάνεις μεγάλο λάθος, αγάπησα! Από μικρός κι από πολύ νωρίς αγάπησα πρώτα εμένα και για αυτό μπόρεσα να αγαπήσω πολύ στη ζωή μου». «Αγάπησα όσους και ό,τι αγάπησα αληθινά και δυνατά, και φυσικά κι εσένα». Εκείνος ένιωθε πολύ άβολα, τα συναισθήματα του ήταν σαν πρώιμο πένθος, είχε την αίσθηση πως κάθε κουβέντα του γέρου ίσως ήταν η τελευταία και δεν ήθελε να πληγώσει το γέρο εκστομίζοντας κάποια παρεξηγήσιμη λέξη. Εξάλλου, αυτή ακριβώς είναι η έννοια της συγχώρεσης μπροστά στον θάνατο που ένιωθε να τον πλησιάζει γοργά. Μπορεί να είχε πολλά να χρεώσει στον γέρο, αλλά εκείνη την ώρα ένιωθε μονάχα πόνο και αγωνία. Έψαξε μέσα του τα πιο ουδέτερα λόγια, μάζεψε το κουράγιο του να μην δείξει λυπημένος, χάραξε στο πρόσωπό του ένα μικρό χαμόγελο και είπε: «Γέρο μου, ησύχασε, δεν έχω κανένα παράπονο, τι σ’ έπιασε τώρα; Είσαι δυνατός, πάντα ήσουν, θα ζήσεις πολύ ακόμα, οι γιατροί λένε πως τα πας μια χαρά κι όταν θα βγεις από δω μέσα έχουμε καιρό για αυτές τις κουβέντες». Ο γέρος τον κοίταξε με μια σοβαρή έκφραση. «Αγόρι μου, δεν έχω πολύ έχω χρόνο ακόμα, άκουσε με προσεκτικά. Στα νιάτα μου με λέγαν τρελό, άφοβο και ριψοκίνδυνο και είναι αλήθεια πως τον αψηφούσα τον θάνατο και πως δεν τον φοβόμουν. Τον περιφρονούσα γιατί μολονότι μας μαθαίνουν να τον αγαπάμε σαν λύτρωση από τη ζωή, εγώ αγαπώ τη ζωή άπληστα. Ούτε τώρα τον φοβάμαι. Όμως, για κάποια χρόνια στη ζωή μου τον φοβόμουν και τον έτρεμα … Ξέρεις πότε και γιατί;» Έκπληκτος, εκείνος ψέλλισε ένα «όχι». «Θυμάσαι τη μέρα που ξεπρόβαλαν οι πρώτες τρίχες στο μουστάκι σου και πήρες κρυφά το ξουράφι μου και κατακόπηκες προσπαθώντας να ξυριστείς;» συνέχισε ο γέρος. «Τότε που παρίστανες πως έπεσες και χτύπησες με το ποδήλατο για να δικαιολογήσεις τις χαρακιές στο μουτράκι σου;». Εκείνος απορημένος ανέσυρε με δυσκολία από τη μνήμη του εκείνη τη μέρα. Σκέφτηκε πως οι άνθρωποι στα τελευταία τους θυμούνται άσχετα πράγματα και χάνουν τα λογικά τους. «Ναι, γέρο μου, το θυμάμαι», απάντησε αμήχανα, «φοβόμουν πως θα με μάλωνες και ήθελα να τα μπαλώσω κάπως, είχα κατασφαχτεί, αυτή είναι η αλήθεια…» Ένα χαμόγελο έσκασε στο πρόσωπο του γέρου. «Σε μάλωσα ρε ποτέ άδικα ή θυμωμένα ;» είπε ο γέρος. «Σε χτύπησα ποτέ;» Εκείνη τη στιγμή εκείνος συνειδητοποίησε, γιατί δε το είχε σκεφτεί ποτέ πριν, πως ο γέρος δεν τον είχε μαλώσει ποτέ με θυμό και πως τον μάλωνε μόνο με παραινέσεις και συμβουλές. Ούτε μια φορά δεν του είχε ρίξει μια «πατρική σφαλιάρα», ούτε μια φορά δεν τον είχε τιμωρήσει σοβαρά και παρότι – μάλλον ζήτημα γονιδίων – ήταν ένα πολύ ζωηρό παιδί. «Όχι, γέρο μου», του είπε με σίγουρη φωνή, «όχι, ποτέ δε ένιωσα πως με τιμώρησες, ό,τι μαλακία κι αν έκανα…. Τώρα το χαμόγελο του γέρου φανέρωνε κάτι σαν αγαλλίαση. «Λοιπόν», συνέχισε ο γέρος, «εγώ δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη μέρα, τη θυμάμαι σαν να ήταν τώρα. Σε πήρα και πήγαμε να αγοράσουμε ένα γαμάτο ξυραφάκι, από κείνα τα μοντέρνα με τις πολλές λεπίδες, αφρό και αφτερ σέιβ κι έπειτα σε έμαθα να ξυρίζεσαι Ήσουν περήφανος κείνη τη μέρα, έλαμπες κι ας είχες κάνα δυο τσιρότα στα μούτρα σου. Νομίζω, ήσουν περήφανος ακόμα και για τα τσιρότα, ένιωθες… μεγάλος… Ξέρεις τι έκανα εκείνο το βράδυ μετά από αυτό;» ρώτησε ο γέρος. Εκείνος ήταν περίεργος να δει που θα το πήγαινε ο γέρος. «Ναι, βγήκες έξω. Αλλά πάντα έβγαινες…» Ο γέρος έδειχνε όλο και πιο ξαλαφρωμένος. Το χαμόγελό του άνοιξε λίγο περισσότερο, το βλέμμα του γλύκανε κι έμοιαζε πια ανακουφισμένο και ταυτόχρονα αθώο. «Εκείνο το βράδυ λοιπόν», είπε ο γέρος, «πήρα το αμάξι και βόλταρα σαν παλαβός στους δρόμους της Αθήνας, δεν μπορούσα να καταλάβω τι μου συνέβαινε, ήταν σαν κάτι να έλειπε από μέσα μου, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι». Κοντοστάθηκε για να περιεργαστεί την έκφραση απορίας στο πρόσωπο του γιου του και συνέχισε. «Κάποια στιγμή τα ξημερώματα, καθώς έστριβα σε μια λεωφόρο κάτι κυρίευσε το μυαλό και χωρίς να μπορώ να το ελέγξω μπήκα με τις πάντες στο αντίθετο ρεύμα και πάτησα τέρμα το γκάζι. Πανικόβλητοι οι οδηγοί μου κόρναραν και με έβριζαν πίσω από το παρμπρίζ καθώς με έβλεπαν να κινούμαι αντίθετα με διαβολεμένη ταχύτητα και, στο ορκίζομαι, δεν είχα βάλει σταγόνα στο στόμα μου ούτε είχα πάρει τίποτα εκείνο το βράδυ. Μετά από κάνα χιλιόμετρο κατάλαβα τι μου έλειπε. Βγήκα από τη λεωφόρο στην πρώτη έξοδο, σταμάτησα και άναψα ένα τσιγάρο. Μου έλειπε ο φόβος του θανάτου. Αυτό μου έλειπε. Ο φόβος και ο τρόμος του θανάτου που είχαν ριζώσει μέσα μου από την στιγμή που σε κράτησα για πρώτη φορά αγκαλιά στο μαιευτήριο σαν εύθραυστο και αδύναμο κουταβάκι, μέχρι τη μέρα εκείνη που ένιωσα πως δεν με χρειάζεσαι πια, πως έφτασες στην ηλικία που θα τα κατάφερνες χωρίς εμένα, πως μπορούσα να πεθάνω ξέγνοιαστος». Για λίγο έπεσε σιωπή και μόνο οι μηχανικοί ήχοι από συσκευή που υποστήριζε τη ζωή του ασθενούς στο δίπλα κρεβάτι ακούγονταν σαν βιομηχανική πρέσα που έκοβε λαμαρίνες ρυθμικά κάπου πολύ μακριά. «Μόνο για το διάστημα αυτό στη ζωή μου φοβήθηκα τον θάνατο, αγόρι μου» είπε χαμογελώντας αγέρωχα, «ποτέ πριν, ούτε μετά». Του έγνεψε να έρθει κοντά του και εκείνος πλησίασε. Του έγνεψε να έρθει ακόμα πιο κοντά σαν να σκόπευε να του ψιθυρίσει το μεγαλύτερο μυστικό του αιώνα για κάποια παγκόσμια συνωμοσία με εξωγήινους ή για κάποια μυστηριώδη, μυστική τοποθεσία ενός αμύθητου θησαυρού. Η βραχνή φωνή του γέρου ακούστηκε καταπραϋντική και ώριμη κοντά στο αυτί του, χωρίς τον παραμικρό στόμφο, καθώς είχε σκύψει δίπλα στο πρόσωπο του γέρου. «Να φοβάσαι μονάχα από αγάπη και να αποφεύγεις τα κλουβιά, αγρίμι μου…»


image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...
 
 
 
image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...
 
 
 
image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...