Δύναμη και πάθος: Πενήντα (και κάτι) χρόνια Eloy...

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Οι πληροφορίες και οι συνεντεύξεις των Eloy στο διαδίκτυο είναι πολύ λίγες για ένα συγκρότημα που πέρασε τον μισό αιώνα ζωής. Από τη σύνθεσή τους πέρασαν πολλοί ταλαντούχοι μουσικοί, οι οποίοι όμως δυστυχώς παρέμειναν άγνωστοι, πέρα από δυo τρεις από αυτούς και δεν κατάφερα να βρω κάποια περαιτέρω δισκογραφία τους. Οι Eloy όμως είναι από εκείνες τις εξαιρέσεις συγκροτημάτων που δεν ήταν αγγλικά ή αμερικάνικα (σημαντική προϋπόθεση για να γίνει κανείς αποδεκτός από το rock ακροατήριο τόσο την εποχή εκείνη όσο και σήμερα σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου), τα οποία χάρη στο πείσμα και το ταλέντο τους πέτυχαν το σκοπό τους.

1971

Οι Eloy σχηματίστηκαν το 1969 στο Ανόβερο της Γερμανίας από τον κιθαρίστα Frank Bornemann, αλλά δεν θεωρούνται απόλυτα ένα krautrock συγκρότημα, μιας και ο ήχος τους έχει περισσότερα κοινά στοιχεία με αγγλικές μπάντες του progressive και του symphonic rock όπως οι Pink Floyd, οι King Crimson, οι Yes, και οι Camel.
«Απέκτησα το πρώτο μου πικάπ την ημέρα των δέκατων τρίτων γενεθλίων μου», δήλωσε ο Bornemann σε μια συνέντευξη που παραχώρησε το 2011 στο περιοδικό It’s Psychedelic Baby Magazine. «Ήταν δώρο της μητέρας μου και ο πρώτος μου δίσκος ήταν το ‘Jailhouse Rock’ του Elvis Presley. Αυτό το είδος μουσικής με είχε συνεπάρει κυριολεκτικά», προσθέτει και συνεχίζει: «Όπως όλοι οι Γερμανοί μουσικοί της ηλικίας μου εκείνη την εποχή, έτσι κι εγώ ξεκίνησα να παίζω σε μπάντες που διασκεύαζαν γνωστά τραγούδια και επιτυχίες των Beatles, των Rolling Stones, των Cream, των Led Zeppelin, των Moody Blues, αλλά και πολλών διάσημων Αμερικανών μουσικών του rock and roll, όπως ο Chuck Berry, ο Little Richard, ο Buddy Holly και άλλοι. Οι διασκευές ήταν μεγάλο σχολείο για μένα».
Όταν όμως σχηματίστηκαν οι Eloy, άρχισαν να παίζουν δικές τους συνθέσεις, κάτι αρκετά τολμηρό για την Γερμανία εκείνης της εποχής, ενώ δανείστηκαν το όνομά τους από τους ανθρώπους που αναφέρει ο H.G. Wells στο βιβλίο του Η Μηχανή του Χρόνου.
«Θεώρησα την ιστορία της Μηχανής του Χρόνου ως τον τέλειο συμβολισμό που εκείνες τις μέρες αντικατόπτριζε την κατάσταση ενός γερμανικού συγκροτήματος, το οποίο τολμούσε να παίξει δικά του τραγούδια με αγγλικό στίχο. Ήταν ένα τεράστιο και θαρραλέο βήμα. Κανείς εδώ δεν ενδιαφερόταν να ακούσει μουσική από γερμανικές rock μπάντες. Οι οπαδοί της rock και της pop ήθελαν να ακούν μόνο επιτυχίες διάσημων ξένων συγκροτημάτων και καλλιτεχνών – τίποτα άλλο!»

1973

Εκείνη την εποχή το συγκρότημα, εκτός από τον Bornemann, αποτελούσαν ο τραγουδιστής και πιανίστας Erich Schriever, ο κιθαρίστας Manfred Wieczorke, και με μπασίστα και ντράμερ τους Wolfgang Stöcker και Helmut Draht. Αφού κέρδισαν το πρώτο βραβείο σε έναν τοπικό διαγωνισμό συγκροτημάτων, τους δόθηκε η ευκαιρία να ηχογραφήσουν τα πρώτα τους τραγούδια σε στούντιο με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν το πρώτο τους σινγκλ το 1970, με τα τραγούδια «Walk Alone» και «Daybreak».
Την επόμενη χρονιά υπέγραψαν συμβόλαιο με την Philips, η οποία έστειλε τους Eloy στο Αμβούργο για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο άλμπουμ τους με μηχανικό ήχου τον σπουδαίο Conny Plank (ο οποίος την ίδια εποχή συνεργαζόταν με τους Kraftwerk, τους Scorpions και τους Jane).
«Σε εκείνο το πρώτο μας άλμπουμ», σχολίαζε ο Bornemann σε μια συνέντευξη, «δεν ήμασταν ακόμα η prog-rock μπάντα των επόμενων δίσκων μας. Ήμασταν άπειροι, αρχάριοι και με ασαφή εικόνα σχετικά με το ποια μουσική κατεύθυνση θέλαμε να πάρουμε. Ο καθένας στην μπάντα εμπνεόταν σε διαφορετικό βαθμό από όλες εκείνες τις νέες εντυπωσιακές μουσικές δημιουργίες που όχι μόνο είχαν έρθει εν είδη εισβολής από την Αγγλία, αλλά κυριαρχούσαν και στη διεθνή μουσική. Υπό το πρίσμα αυτής της πληρότητας και του πλούτου των διαφορετικών επιρροών, μας ήταν δύσκολο να καταλήξουμε σε ένα είδος και ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε τη δική μας ταυτότητα. Για εμένα, αυτό το άλμπουμ είναι krautrock αλλά δεν έκανε εντυπωσιακές πωλήσεις».
Πράγματι, το άλμπουμ Eloy που κυκλοφόρησε το 1971 ήταν ένα hard rock άλμπουμ αλλά στην συνέχεια ο Helmut Draht αποσύρθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας ενός σοβαρού αυτοκινητιστικού ατυχήματος και αντικαταστάθηκε από τον Fritz Randow. Την έξοδο αυτή ακολούθησε ο Erich Schriever, ο οποίος δεν ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει όλες τις άλλες δραστηριότητές του για να αφοσιωθεί στην μουσική κι έτσι εγκατέλειψε το συγκρότημα. Ο Frank Bornemann ανέλαβε τα φωνητικά, ενώ ο Manfred Wieczorke άρχισε να παίζει Hammond, πράγμα που έδωσε ένα διαφορετικό εύρος στον ήχο του συγκροτήματος και ταίριαζε περισσότερο με αυτό που ήθελαν να κάνουν. Με αυτή τη σύνθεση ηχογράφησαν το άλμπουμ Inside που κυκλοφόρησε το 1973 στην περίφημη εταιρία Harvest της EMI, στο δυναμικό της οποίας βρίσκονταν μεταξύ άλλων οι Pink Floyd και οι Deep Purple. Αυτές οι αλλαγές αποδείχτηκαν εύστοχες και βοήθησαν το συγκρότημα να καταλήξει στην κατεύθυνση που επιθυμούσε να ακολουθήσει. Έτσι γεννήθηκε ο γνώριμος ήχος των Eloy, μια σύνθεση από σφαιρικούς ήχους, παλλόμενους ρυθμούς, δυνατές κιθάρες και πολύπλοκες συνθέσεις. Χάρη σε αυτόν τον ήχο, οι Eloy άρχισαν να προσελκύουν έναν αριθμό θαυμαστών που μεγάλωνε συνεχώς.

Frank Bornemann

Οι πωλήσεις του Inside ήταν ικανοποιητικές. Tο άλμπουμ συμπεριλάμβανε το «Future City», το πρώτο τους χιτάκι, και η μπάντα άρχισε να παίζει όπου έβρισκε πρίζα, πράγμα που βοήθησε τους μουσικούς να δεθούν μεταξύ τους.
Το σιγκλάκι «Daybreak» που κυκλοφόρησαν στη συνέχεια πάτωσε, αλλά οι Eloy μπήκαν στο στούντιο με νέο μπασίστα τον Luitjen Jansen, για να ηχογραφήσουν το άλμπουμ Floating το οποίο, παρόλο που είχε πολλούς αυτοσχεδιασμούς, πήγε καλά εμπορικά σταθεροποιώντας έτσι την ανοδική πορεία τους.
«Να εξηγήσω τον λόγο όλων αυτών των αυτοσχεδιασμών», είχε δηλώσει ο Bornemann στο It’s Psychedelic Baby Magazine. «Το 1973 το συγκρότημα έδινε τόσες πολλές συναυλίες που κάθε βράδυ αυτοσχεδιάζαμε. Το ίδιο κάναμε όταν ήρθε η ώρα να μπούμε στο στούντιο. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχουν πολλές στιγμές αυθορμητισμού στο άλμπουμ».
Το Floating περιστρέφεται γύρω από το 14λπετο «The Light From Deep Darkness», αν και το μικρότερο σε διάρκεια «Castle In The Air» είναι μια πιο ολοκληρωμένη σύνθεση.
Μετά την κυκλοφορία του δίσκου το συγκρότημα ξαναβγήκε σε περιοδεία, αλλά όντας ανήσυχα πνεύματα, τα μέλη αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μια ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση και να ηχογραφήσουν ένα θεματικό (concept) άλμπουμ με τίτλο Power and the Passion.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1975 και περιείχε κάποιους νεοτερισμούς που βοήθησαν στην εξέλιξη του ήχου των Eloy, όπως η χρήση νέων συνθεσάιζερ, μαζί με το γεγονός ότι ο δίσκος αφορούσε στην αφήγηση μιας συγκεκριμένης ιστορίας. Καθώς οι απαιτήσεις για τη βέλτιστη απόδοση των τραγουδιών αυξάνονταν, χρειάστηκε να προσθέσουν τον Detlef Schwaar στην σύνθεση τους σαν δεύτερο κιθαρίστα.
Σύμφωνα με την ιστορία που περιέγραφαν οι στίχοι του άλμπουμ, ο Jamie, ο γιoς ενός επιστήμονα, παίρνει ένα ναρκωτικό που αλλοιώνει τον χρόνο και έτσι βρίσκεται στο Παρίσι, του 1358. Εκεί γνωρίζει τη Jeanne, την οποία μυεί στη χρήση της μαριχουάνας. Αφού εκτίει κάποια ποινή φυλάκισης όταν συλλαμβάνεται για την συμμετοχή του στην εξέγερση των χωρικών εναντίον ενός γαιοκτήμονα, ο Jamie συναντά έναν εκκεντρικό μάγο, ο οποίος τελικά καταφέρνει να τον ξαναστείλει στη δική του εποχή.

1977

Δυστυχώς όμως ο Jay Partridge, o μάνατζερ των Eloy που έπαιζε καταλυτικό ρόλο στις σχέσεις των μελών του συγκροτήματος προκαλούσε εντάσεις μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν, εκείνη την εποχή και ενώ οι Pink Floyd δικαίως αποκτούσαν την πρωτοκαθεδρία στο πάνθεον του prog-rock, οι Eloy διαλύονταν.
Η ΕΜΙ βοήθησε τελικά τον Bornemann να βρει άλλους μουσικούς για να τον πλαισιώσουν (Detlev Schmidtchen στα πλήκτρα, Klaus-Peter Matziol στο μπάσο και Juergen Rosenthal στα ντραμς) και το 1976 αρχίζει η χρυσή εποχή των Eloy με την κυκλοφορία του Dawn, του πέμπτου στούντιο άλμπουμ τους, το οποίο στιχουργικά ήταν εμπνευσμένο από μια παρόμοια ιστορία με το προηγούμενο. Εδώ οι στίχοι είχαν να κάνουν με την ιστορία ενός άνδρα που πεθαίνει ξαφνικά αλλά επιστρέφει σαν φάντασμα, προσπαθώντας να μεταδώσει στην αγαπημένη του τις νέες του εμπειρίες. Το άλμπουμ τελείωνε με τη διάλυση του φαντάσματος στο φως, κλείνοντας με την φράση, «Nous sommes du soleil» («Προερχόμαστε από ήλιο»).
Bornemann: «Το Dawn ήταν το πρώτο άλμπουμ στο οποίο έκανα εγώ την παραγωγή και μου δόθηκε η δυνατότητα να συνεργαστώ με μια συμφωνική ορχήστρα. Ήταν η μεγάλη ευκαιρία να πραγματοποιήσω όλα τα όνειρα και τις επιθυμίες μου. Ήταν ένα πετυχημένο άλμπουμ για τη γερμανική αγορά. Μπορεί να ήταν η συνέχεια του Power and the Passion, αλλά αυτή τη φορά μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου χωρίς συμβιβασμούς. Το Dawn εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο αγαπημένα άλμπουμ του συγκροτήματος».
Ακολούθησε ακόμα ένα θεματικό άλμπουμ με τίτλο Ocean, μια οικολογική αλληγορία, σχετικά με την μυθική πόλη της Ατλαντίδας, την καταστροφή και τον καταποντισμό της. Αυτό νομίζω πως είναι και το γνωστότερο των Eloy στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε το 1977 και πολλοί τo θεωρούν ως την καλύτερη δουλειά τους. Είναι ένα κλασικό δείγμα του prog-rock όπως το έπαιζαν στη Γερμανία. Ο δίσκος πούλησε 200.000 αντίτυπα και εκείνη την εποχή πήγε καλύτερα από τους Genesis και τους Queen στα γερμανικά τσαρτ.
«Μέχρι σήμερα έχει φτάσει τα 300.000 αντίτυπα μόνο στην Γερμανία», σχολίασε περήφανα ο Bornemann. «Το Ocean έδωσε σε όλα τα μέλη του συγκροτήματος ένα κίνητρο (κυρίως λόγω της επιτυχίας του Dawn) να κάνουν κάτι απολύτως ξεχωριστό και, τελικά, εξαιρετικό. Η ιστορία και οι στίχοι ήταν γραμμένοι από τον ντράμερ Jürgen Rosenthal (θα τον βρείτε να παίζει στο άλμπουμ Fly to the Rainbow που κυκλοφόρησαν οι Scorpions το 1974). Ήταν και πάλι μια πρωτότυπη δουλειά και πειραματιστήκαμε με πολλούς ήχους, εφέ και ατμόσφαιρες. Αυτό είναι το άλμπουμ που εκτιμάται περισσότερο από όλα τα άλλα της μπάντας και είναι η μεγαλύτερη επιτυχία που έκανε ποτέ γερμανικό prog-rock συγκρότημα».

1978

Το Silent Cries and Mighty Echoes ήταν το τρίτο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ των Eloy με την σύνθεση που είχαν μετά την διάλυση του 1975, δηλαδή, Frank Bornemann, Detlev Schmidtchen, Klaus-Peter Matziol και Jürgen Rosenthal (αργότερα έκανε δίσκους με τους Ego on the Rocks και τους Echo Park).
«Το Silent Cries and Mighty Echoes επίσης γνώρισε μεγάλη επιτυχία αλλά για μια ακόμα φορά το συγκρότημα έχασε δύο μέλη. Τελικά, με τον μπασίστα Klaus Peter Matziol βρήκαμε τρεις υπέροχους νέους μουσικούς, τον ντράμερ Jim McGillivray, τον Hannes Folberth στα πλήκτρα και τον κιθαρίστα και επίσης πληκτρά Hannes Arkona – κι έτσι συνεχίσαμε».
Και συνέχισαν ασταμάτητα στη δεκαετία του ’80 με άλμπουμ όπως το Colours, για το οποίο ο Bornemann έχει δηλώσει πως «είναι η πρώτη κυκλοφορία του συγκροτήματος έπειτα από χρόνια που δεν είναι concept άλμπουμ. Αντί για τη μεγάλη θεματική κυκλοφορία που όλοι περίμεναν, εμείς ξεκινήσαμε τη δεκαετία με ένα δίσκο-συλλογή τραγουδιών και ήχων που είχαμε συνθέσει και ενορχηστρώσει στο προβάδικό μας».
Μπορεί το Colours να γνώρισε επιτυχία αλλά κάποιοι από τους οπαδούς των Eloy απογοητεύτηκαν ενώ σε άλλους άρεσε. Έτσι γίνεται – δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους.

Όταν το συγκρότημα επέστρεψε, η νέα δουλειά του ήταν ακόμα ένα θεματικό άλμπουμ με στίχους που παρέπεμπαν στην επιστημονική φαντασία, θέλοντας να καταγράψουν με αυτό τον τρόπο την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο κόσμος και η κοινωνία. Έτσι, το 1981 κυκλοφόρησαν το Planets (το πρώτο άλμπουμ των Eloy που κυκλοφόρησε από διαφορετική αγγλική εταιρία) που μαζί με την συνέχειά του, το Time to Turn (στο οποίο είχε επιστρέψει ο ντράμερ του Power and the Passion, Fritz Randow) συσπείρωσαν ξανά τους οπαδούς τους.
Όμως εκείνη την εποχή τα μουσικά ρεύματα είχαν πλέον αλλάξει. Η εμφάνιση του punk έβαλε για ύπνο τα συγκροτήματα με τις μακροσκελείς μουσικές συνθέσεις και τις περφεξιονιστικές απαιτήσεις. Η μουσική έγινε πιο απλή και άμεση, πράγμα που έβαλε τρικλοποδιά στο prog-rock.
Από την άλλη μεριά, στη Γερμανία εμφανίστηκε το Neue Deutsche Welle (Νέο Γερμανικό Κύμα), ένα μουσικό είδος επηρεασμένο από το post punk και το new wave, με αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία και με βάσεις στο το Δυτικό Βερολίνο, το Ντίσελντορφ και το Αμβούργο. Σε αυτό το είδος, τα τραγούδια ήταν κυρίως στα γερμανικά, είχαν ως θέμα τον Ψυχρό Πόλεμο των Δυτικογερμανών (Nena και Ideal) ή χρησιμοποιούσαν σουρεαλιστικούς στίχους (όπως οι Spliff, η πρώην μπάντα της Nina Hagen, οι Trio ή ο Joachim Witt).
Το Neue Deutsche Welle μπορεί να κράτησε μέχρι το 1983 αλλά, όπως ήταν φυσικό, αιφνιδίασε και πανικόβαλε τους μουσικούς άλλων ειδών. Και τα πράγματα δεν έλεγαν να ησυχάσουν, επειδή από τα μέσα των 80ς και μετά αυτό το κύμα μεταλλάχθηκε σε Neue Deutsche Härte (Νέα Γερμανική Καρδιά), παράγοντας θαυμάσιες μπάντες όπως οι Oomph!, οι Rammstein και άλλοι, και προς τα τέλη των 80ς σε Neue Deutsche Todeskunst (Νέα Γερμανική Τέχνη του Θανάτου) με καλλιτέχνες όπως οι Xmal Deutschland, οι Malaria!, και αργότερα οι Die Krupps και άλλοι.
Αν αναλογιστούμε πώς διαμορφώθηκε η παγκόσμια μουσική σκηνή και ειδικότερα η γερμανική, είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί από εκεί και πέρα οι Eloy ακολούθησαν πτωτική πορεία.

Frank Bornemann

Αρχικά όλα αυτά έκαναν τα μέλη του συγκροτήματος να ζητούν αλλαγή μουσικού ύφους και image στην μπάντα. Αυτή ήταν η άποψη που τελικά επικράτησε και το 1983 οι Eloy κυκλοφόρησαν το Performance, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά ηχογράφησαν το τελευταίο άλμπουμ τους με την ΕΜΙ με τίτλο Metromania. Δεν μπορώ να πω αν η αλλαγή κατεύθυνσης της μουσικής βιομηχανίας ήταν ο λόγος που αυτός ο δίσκος δεν πήγε καθόλου ή αν δεν ήταν καλή η δουλειά, πάντως το συγκρότημα διαλύθηκε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Bornemann: «Πραγματοποιήσαμε μερικές συναυλίες στην Ευρώπη και ακόμη και στην Αγγλία – κάναμε δύο sold out εμφανίσεις στο Marquee μετά από πρόσκληση του BBC - και παρόλο που παίξαμε υπέροχα στη σκηνή, αυτές οι συναυλίες ήταν οι τελευταίες του συγκροτήματος. Όλοι έφυγαν και ήθελαν να τραβήξουν τον δρόμο τους. Ήταν το τέλος των Eloy μέχρι το 1986, όταν συνάντησα τον Michael Gerlach στο Βερολίνο. Ξεκινήσαμε να παίζουμε μουσική και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τους Eloy ως ντουέτο. Το πρώτο μας άλμπουμ κυκλοφόρησε με τον τίτλο Ra το 1988 και μπήκε στα γερμανικά τσαρτ». Ήταν φανερό ότι τα πράγματα είχαν πλέον αλλάξει.
Bornemann: «Με εξέπληξε πολύ αυτή η απρόσμενη επιτυχία μετά την διακοπή των τεσσάρων ετών. Εκείνη την εποχή έκανα παραγωγή σε αρκετές μπάντες στο στούντιό μου στο Ανόβερο (οι περισσότερες ήταν heavy metal) και λόγω φόρτου εργασίας δεν είχα αρκετό χρόνο για να συνεχίσω τους Eloy με τον Michael. Μου πήρε άλλα τέσσερα χρόνια να κυκλοφορήσω το Destination, το οποίο ήταν επηρεασμένο από τη δουλειά που έκανα με τις heavy metal μπάντες. Νομίζω ότι πολλοί οπαδοί του Eloy ενοχλήθηκαν από αυτό το παράξενο μείγμα ήχων και στυλ αυτού του άλμπουμ. Όπως όμως το βλέπω εγώ σήμερα, στο Destination υπήρχαν πάρα πολλά διαφορετικά πράγματα (κάποια ήταν καλά και κάποια πολύ μακριά από τον ήχο των Eloy) και είχα πάρα πολλούς καλεσμένους μουσικούς. Στο The Tides Return Forever προσπάθησα να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Ο Klaus Peter Matziol επέστρεψε στο συγκρότημα και έπαιξε έναν υπέροχο ρόλο σε εκείνο το άλμπουμ του 1994. Έπειτα από ένα διάλειμμα δέκα ετών δώσαμε μερικές συναυλίες με αφορμή την 25η επέτειο μας. Ο ντράμερ μας στην περιοδεία εκείνη ήταν ο Bodo Schopf, με δεύτερο κιθαρίστα τον Steve Mann. Εκείνη η περιοδεία μας το φθινόπωρο του 1994 είχε μεγάλη ανταπόκριση και την άνοιξη του 1995 δώσαμε κι άλλες συναυλίες. Κατόπιν πολλών απαιτήσεων, τρία χρόνια αργότερα, το 1998, ηχογράφησα το άλμπουμ που περίμεναν όλοι οι οπαδοί μας, το Ocean 2: The Answer, με την ίδια σύνθεση που είχε βγει σε περιοδεία τέσσερα χρόνια νωρίτερα».

Το συγκρότημα εμφανίστηκε σε γερμανικά και ελβετικά φεστιβάλ τον Ιούλιο του 2011 με την σύνθεση της περιοδείας του 1994-1995. Τον Ιούνιο του 2012 επρόκειτο να εμφανιστούν στο φεστιβάλ North Rock Art Rock –για πρώτη φορά στη Βόρεια Αμερική– αλλά το ακύρωσαν μετά τον τραυματισμό του Bornemann σε τροχαίο ατύχημα τον Μάρτιο.
Μέχρι το 2019 οι Eloy και ο 74χρονος πλέον Bornemann κυκλοφόρησαν άλλα τρία άλμπουμ: το Visionary του 2009, το The Vision, the Sword and the Pyre – Part I το 2017 και το The Vision, the Sword and the Pyre – Part II το 2019. Τα δύο τελευταία είχαν ως θέμα τους τον θρύλο της Jeanne d’ Arc.
Όπως και με πολλά μεγάλα συγκροτήματα της δεκαετίας του ‘70, οι Eloy χρειάστηκαν μερικά άλμπουμ για να αποκρυσταλλώσουν τη μουσική τους ιδέα. Είναι κάτι που ομολογούν ότι έπαθαν και οι Pink Floyd σε ένα ντοκιμαντέρ όταν δεν υπήρχε πλέον στην σύνθεσή τους ο Syd Barrett. Η οικονομική ευμάρεια των δισκογραφικών εταιριών εκείνης της εποχής επέτρεπε σε μια μπάντα κάποια ελαστικότητα και την πολυτέλεια να ηχογραφεί κι άλλους δίσκους αν μια δυο κυκλοφορίες αποτύγχαναν εμπορικά. Ακόμη και ο σούπερ σταρ David Bowie, αντιμετώπισε αρκετά εμπόδια μέχρι να περάσει από το Space Oddity στο Ziggy Stardust και μέχρι να υιοθετήσει το image του Ziggy τον θεωρούσαν ως επί το πλείστον μια cult φιγούρα που τελικά έγινε σούπερ σταρ. Αυτή η ανοχή από την πλευρά των εταιριών επέτρεπε στα συγκροτήματα να εξελίξουν τις ιδέες τους μέχρι τα άκρα, χωρίς να πέσουν πάνω σε κάποιον χαρτογιακά που θα τους καθόταν στον σβέρκο. Οι περιοδείες έκαναν τους μουσικούς καλύτερους και η συνεχώς εξελισσόμενη τεχνολογία μετέτρεψε τα στούντιο τους σε έναν μουσικό καμβά.
Και όπως ο Ρενουάρ, ο Ντεγκά, και ο Βαν Γκογκ πριν από αυτούς, οι Eloy πήραν το ακατέργαστο υλικό τους και το μετέτρεψαν σε κάτι μαγικό...

BLOG και ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ MIΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ:

https://tribe4mian.wordpress.com/

https://newzerogod.com/home

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ στο Blackout Radio Show...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.