Μικρές ιστορίες για μεγάλες σκιές (μουσική από ένα επισκευασμένο πικάπ, μέρος 3ο): Magazine: "Secondhand Daylight"

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Σήμερα έβαλα να ακούσω το άλμπουμ Secondhand Daylight των Magazine. Το εξώφυλλο είναι λίγο ταλαιπωρημένο γιατί ετούτος εδώ ήταν για πολλά χρόνια ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους. Ουσιαστικά, αυτό το συγκρότημα πήρε το punk (μαζί με μερικούς άλλους, φυσικά), το έκανε post-punk, και το πήγε προς μια ιδιαίτερη κατεύθυνση, δικαιολογώντας την περφεξιονιστική χρήση κάποιων οργάνων όπως τα πλήκτρα, και κάποιων διαφοροποιήσεων στην δομή των τραγουδιών (παραπάνω μουσικά μέρη από ένα απλό κουπλέ-ρεφρέν).

Παλιά, η ΥΕΝΕΔ, ένα από τα δύο κανάλια που διέθετε η ελληνική τηλεόραση, έκανε μουσικά διαλείμματα ανάμεσα στις εκπομπές. Ξέρω ότι πολλοί θα ζηλέψουν τώρα, αλλά ένα από αυτά τα διαλείμματα ήταν μια τριπλέτα από τα εξής βίντεο: ένα κομμάτι των Aerosmith (δεν θυμάμαι τον τίτλο του τραγουδιού αλλά τα ματάκια του Tayler ήταν σχεδόν κλειστά από τις καταχρήσεις), το “Too Old to Rock’n’Roll, Too Young to Die” των Jethro Tull και το “Feed the Enemy” των Magazine. Ξέρω ότι τα τρία αυτά συγκροτήματα είναι άσχετα μεταξύ τους, αλλά έτσι βόλευε την ελληνική τηλεόραση και έτσι έκαναν. (Για να σας ξενερώσω κιόλας, στην δεκαετία του ’80 έβαζε για μουσικό διάλειμμα μουστακαλήδες Γερμανούς να χορεύουν disco με όμορφες Γερμανιδούλες που φορούσαν παντελόνι σούπερ καμπάνα). Έχετε αναρωτηθεί τι θα έβαζαν σήμερα αν υπήρχε μουσικό διάλειμμα; Ωχ ωχ ωχ….

Το Secondhand Daylight (χαραυγή από δεύτερο χέρι, αν θέλετε), ανοίγει με τα πλήκτρα να παίζουν μια απόκοσμη, σκοτεινή εισαγωγή και έπειτα από  μια παύση το μπάσο πιάνει δουλειά με ένα πρωτόγνωρο, για την εποχή, στυλ. Είχαμε μπει πλέον για τα καλά στην post-punk εποχή. Τότε, βέβαια, το έλεγαν new wave…
Το βίντεο του “Feed the Enemy” το οποίο προανέφερα, ξεκινούσε με τον Howard Devoto, τον τραγουδιστή των Magazine, να βολοδέρνει ανάμεσα στους τοίχους ενός backstage, όσο ο Dave Formula, ο πληκτράς του συγκροτήματος, έπαιζε την εισαγωγή, μέχρι τελικά να πλησιάσει το μικρόφωνο και να απαγγείλει τους μαγικούς στίχους:


"Βρέχει πάντα πέρα από τα σύνορα / κάπου εκεί συνετρίβη ένα αεροπλάνο.
Μαζεύουν τα κομμάτια του στα χωράφια / θα μπορούσαμε να πάμε για να χαζέψουμε.
Πόσους φίλους έχουμε σε εκείνη την μεριά; / Οι συνοριοφύλακες πολεμούν χωρίς να πείθουν κανέναν.
Ό, τι κι αν κάνουμε φαίνεται ότι τα πράγματα είναι προσυμφωνημένα / Πρέπει πάντα να ταΐζουμε τον εχθρό..."


Σε τι αναφερόταν άραγε; Μήπως στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής;
Έπειτα από το κρεσέντο, το τραγούδι τελείωνε με δυο παύσεις, θαρρείς και τελικά ο εχθρός εκτελείται. Αναζήτησα το βίντεο, αλλά δεν το βρήκα. Μιας και το Secondhand Daylight είχε κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του 1979, φαντάζομαι ότι η τηλεόρασή μας πρέπει έδειχνε το συγκεκριμένο βίντεο τέλη του 1979 με αρχές 1980.
Το άλμπουμ είναι μια φυσική συνέχεια, μια εξέλιξη του Real Life που οι Magazine είχαν κυκλοφορήσει έναν χρόνο νωρίτερα και για όποιον θέλει να έχει μια καλύτερη εικόνα αυτού του ήχου που έκλεινε την δεκαετία του ’70, θα πρέπει να το τοποθετήσει πλάι στις δουλειές της βερολινέζικης περιόδου του David Bowie με τα άλμπουμ Heroes, Low και Lodger, επειδή κατά τη γνώμη μου από εκεί είχε αντλήσει επιρροές και εκεί ανήκει: είναι συννεφιασμένο, μουσκεμένο από την βροχή και πολύ ψυχρό.
Ένα από τα θετικά του lockdown είναι ότι οι γείτονες έχουν φύγει κι έτσι μπορώ να ακούω μουσική όσο δυνατά θέλω...
Καθώς ακούω το “Rhythm of Cruelty”, κοιτάζω το εξώφυλλο, ένα έργο του καλλιτέχνη Ian Pollock. Η φωτογραφία στο εσώφυλλο του δίσκου είναι του Richard Rayner-Canham, ο οποίος είχε φιλοτεχνήσει τα εξώφυλλα των Flying Lizards.
Πριν όμως ασχοληθώ με το δεύτερο αγαπημένο μου κομμάτι από αυτή την πλευρά, το “Cut-Out Shapes”, οφείλω να επισημάνω ότι σε επίπεδο γραφικών τα punk rock εξώφυλλα και οι αφίσες ήταν διαφορετικά και, οπωσδήποτε, πιο πρωτοποριακά από τα εξώφυλλα των δίσκων που κυκλοφορούσαν μέχρι τότε, επειδή ήταν κυρίως δημιουργίες σπουδαστών κάποιας σχολής τεχνών που έφερναν στο προσκήνιο νέες καλλιτεχνικές τάσεις. Οι γραφιστικές διαφορές σε δίσκους και αφίσες πριν και μετά το punk είναι μεγάλες. Μπορείτε να το παρατηρήσετε και στην δισκοθήκη σας.
Στο Secondhand Daylight, εκτός από τον Devoto ο οποίος το 1976 είχε σχηματίσει τους Buzzcocks μαζί με τον αείμνηστο Pete Shelley πριν ο πρώτος τους εγκαταλείψει για να δημιουργήσει τους Magazine, παίζουν μουσικοί που αργότερα θα αποδείκνυαν ότι δεν ήταν απλά περαστικοί: Ο μπασίστας Barry Adamson είχε παίξει για ένα σύντομο διάστημα με τους Buzzcocls αλλά είναι γνωστός για τη μετέπειτα σόλο πορεία του, καθώς επίσης και για τη συνεργασία του με τους Visage, τους Birthday Party και τους Bad Seeds του Nick Cave. Ο κιθαρίστας John McGeoch έγινε αργότερα μέλος των Visage, των Siouxsie and the Banshees αλλά και των Public Image Ltd. Ο Dave Formula, που ο μεγαλύτερος από όλους σε ηλικία, υπήρξε συγκάτοικος του παραγωγού της Factory Records, Martin Hannett, και επίσης πέρασε από τους Visage και τους Ludus, ενώ πίσω από τα τύμπανα καθόταν ο John Doyle (οι Magazine είχαν γενικότερα θέμα με τους ντράμερ).

Στο “Cut-Out Shapes” γίνεται εμφανές πόσο οι τρεις "οργανοπαίκτες" είχε δουλέψει τα κομμάτια σαν σύνολο, μιας και το συγκεκριμένο τραγούδι εξελίσσεται, με το μπάσο να περιμένει να βγει μπροστά αφού τα πλήκτρα  ολοκληρώσουν το δικό τους μέρος και αμέσως μετά η κιθάρα απλώσει τη μαγεία της.
Στο τέλος του υπάρχει ένα μικρό μουσικό σκέρτσο στο πιάνο και οι Magazine μου φέρνουν στο μυαλό την σκέψη πως ήταν οι Genesis του post-punk. Και μόνο η ιδέα, λόγω της πανκ αντίληψης που επικρατούσε εκείνη την εποχή, να έχει κάποιος τόσα πλήκτρα στην μπάντα, ήταν γενικότερα απαράδεκτη.
Ο 27άχρονος τότε Devoto δεν είχε ασχοληθεί καθόλου με τη μουσική του άλμπουμ προτιμώντας να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο στιχουργικό κομμάτι. παρά μόνο αφοσιώθηκε στους στίχους. Για τον frontman των Magazine ήταν μια περίοδος με διάφορα ψυχολογικά προβλήματα, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή του με τίτλο Thirty Lyrics. Για για κάμποσα χρόνια μάλιστα, ο Devoto δεν απέκλειε την ιδέα της αυτοκτονίας.

Ακολουθεί το κεφάτο “Talk to the Body” και αναρωτιέμαι αν η ιδέα του παραγωγού Colin Thurston ήταν να βάλουν στο άλμπουμ ένα παρά ένα τραγούδι τα γρήγορα και τα mid tempo.
Η πρώτη πλευρά κλείνει με το “I Wanted Your Heart” όπου και πάλι φαίνεται το συνθετικό τους δέσιμο, με διάφορα μουσικά μέρη, με ανάπτυξη των μελωδιών στα πλήκτρα του Formula, με την παιχνιδιάρικη κιθάρα του McGeoch και το φλατζαρισμένο, busy μπάσο του Adamson να φλερτάρουν με το funk. Στο τέλος, οι Magazine αποδομούν εντελώς το τραγούδι όπως θα έκαναν με τις συνθέσεις τους οι σύγχρονοί τους Pop Group και... ησυχάζουν.
Εκείνη την εποχή, οι τρεις αυτοί μουσικοί είχαν αρχίσει να δουλεύουν παράλληλα και με τους Visage, των οποίων η επιτυχία του τραγουδιού τους “Fade to Grey” στα τσαρτ όλου τους κόσμου ένα χρόνο αργότερα, τους έκανε να προβληματιστούν γιατί δεν μπορούσαν να καταφέρουν κάτι ανάλογο με τους Magazine που ήταν δικό τους "παιδί".
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά ατμοσφαιρικά με το instrumental “The Thin Air” και με μια Pink Floyd-ική διάθεση με τον McGeoch να αφήνει την κιθάρα για το σαξόφωνο. Είναι ένα αργό και υπνωτικό τραγούδι που με πείθει πως ότι να πάω να αγοράσω ξανά το δίσκο γιατί από τα χρατς-χρούτς σχεδόν δεν ακούγεται.
Το πιάνο του “Back to Nature” δημιουργεί μια τεράστια "πλάτη" στα πλήκτρα και τα τύμπανα επιβάλλονται στον ακροατή με έναν καλπασμό μέχρι το επόμενο μέρος των πλήκτρων, όπου ο Devoto απαγγέλλει τους παρακάτω σουρεαλιστικούς στίχους:

"Νά 'τοι πάλι οι φίλοι σου που χτυπούν την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
Θέλουν να με αγγίξουν, κι εσύ δείχνεις τα χέρια τους.
Πόσο ζεστά και απαλά και ξένα είναι. Κοίτα τους, Κουβανοί με χειρουργικά γάντια
Ένα πάνω από δύο πάνω από τρία..."

Εδώ μετράω τέσσερα και πέντε διαφορετικά μέρη στο τραγούδι, μιας και στιχουργικά δεν αντιλαμβάνομαι τι θέλει να πει.
To “Believe Τhat I Understand” είναι πιο απλό μουσικά, με εισαγωγή, κουπλέ, γέφυρα, ιντελούδιο και σόλο… Γελάω και σκέφτομαι: «Πώς να τους δεχτούν οι πάνκηδες με τόσα μουσικά μέρη σε ένα τραγούδι;»
Και το άλμπουμ κλείνει με άλλο ένα στοιχειωμένο κομμάτι, το τέταρτο που μου αρέσει περισσότερο από το Secondhand Daylight, μαζί με τα δύο που προανέφερα και το “The Thin Air”. Το “Permafrost” σέρνεται αργά, στοιχειωμένα, με την κιθάρα να συμπληρώνει το περπάτημα του μπάσου, μέχρι τα πλήκτρα να πάρουν στο τέλος το τιμόνι και την κιθάρα να φέρνει την κάθαρση στον ακροατή, κάπου ανάμεσα στο σωστό και στο φάλτσο. Και τι είναι, άλλωστε, το φάλτσο; Μερικές φορές κι αυτό σωστό είναι... Κι ο Robert Fripp παίζει πράγματα που θα μπορούσαν να είναι φάλτσα - αλλά δεν είναι… Οι στίχοι του αποπνέουν αρρώστια, βία, και πνευματική αστάθεια μέσα σε ένα παγωμένο τοπίο: "Καθώς η μέρα νεκρή σταματά / Στο μέρος όπου έχουμε χαθεί / Θα σε ναρκώσω και θα σε γαμήσω / Στον παγετώνα". Ο Dave Formula παίζει με την ροδέλα του modulation, ο ρυθμός πέφτει και το άλμπουμ κλείνει.

Τα φώτα σβήνουν και η οθόνη σκοτεινιάζει.

BLOG και ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ MIΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ:

https://tribe4mian.wordpress.com/

https://newzerogod.com/home

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ στο Blackout Radio Show...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.