Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης
Οι Case Zero μιλούν για το Wrong Place Wrong Time, τη live ενέργεια και την οκταετή διαδρομή μέχρι το ντεμπούτο LP τους.
Δώδεκα χρόνια μετά την αφετηρία τους, οι Case Zero παρουσιάζουν έναν δίσκο που είχε ολοκληρωθεί πολύ πριν γίνει διαθέσιμος στο κοινό. Το Wrong Place Wrong Time γράφτηκε και ηχογραφήθηκε το 2018, όμως οι συνθήκες δεν επέτρεψαν την κυκλοφορία του τότε. Το «Let Me Move» ήταν το πρώτο τραγούδι που βγήκε από το συρτάρι, το 2022, και τώρα το υπόλοιπο υλικό έρχεται να συμπληρώσει εκείνη την καθυστερημένη εικόνα.
Οι Case Zero δεν επέστρεψαν στις ηχογραφήσεις για να τις προσαρμόσουν σε αυτό που είναι σήμερα. Προτίμησαν να κρατήσουν τον ήχο και την αμεσότητα της περιόδου στην οποία δημιουργήθηκαν. Αυτό σημαίνει ότι το άλμπουμ διατηρεί και τις ατέλειές του, μαζί με την ενέργεια μιας μπάντας που είχε ήδη μάθει να λειτουργεί μέσα από τις πρόβες και τις ζωντανές εμφανίσεις.
Στα έντεκα τραγούδια του Wrong Place Wrong Time συνυπάρχουν οι σχέσεις, οι αποστάσεις, οι λάθος συγχρονισμοί και οι αποχαιρετισμοί. Από το «Let Me Move» και το «What I Want» μέχρι το «Last Shot» και το ομώνυμο τελευταίο κομμάτι, ο δίσκος ακολουθεί μια διαδρομή που σταδιακά οδηγεί προς το τέλος.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, οι Case Zero μιλούν για την ιστορία του άλμπουμ, τη διαδικασία ηχογράφησης, τη σχέση ανάμεσα στο studio και το live, τη δουλειά με τον Δημήτρη Δημητριάδη, το Zero Gravity και τον Ανέστη Ψαραδάκο, καθώς και για όσα σημαίνει η κυκλοφορία ενός δίσκου που περίμενε τόσο καιρό.
***********
Η συνέντευξη
Το Wrong Place Wrong Time έρχεται έπειτα από δώδεκα χρόνια κοινής διαδρομής. Ακούγοντας σήμερα τα έντεκα κομμάτια στη σειρά, ποια εκδοχή των Case Zero νιώθετε ότι αποτυπώνεται περισσότερο και ποιο τραγούδι λειτουργεί ως η πιο ουσιαστική γέφυρα ανάμεσα στο 2014 και το παρόν σας;
Το παράδοξο είναι ότι το Wrong Place Wrong Time είναι ένας δίσκος που περίμενε σχεδόν οκτώ χρόνια για να ακουστεί. Και τα έντεκα κομμάτια είχαν ήδη ηχογραφηθεί από το 2018. Για διάφορους λόγους και συγκυρίες, όμως, ο δίσκος δεν κυκλοφόρησε ποτέ τότε. Οπότε σήμερα ακούμε μέσα του μια πολύ συγκεκριμένη εκδοχή του εαυτού μας: σίγουρα νεότερη, πιο αυθόρμητη, ίσως και πιο αφελή σε κάποια πράγματα.
Η αλήθεια είναι πως δεν θελήσαμε να επιστρέψουμε και να «διορθώσουμε» εκείνους τους εαυτούς μας, ώστε να ταιριάζουν σε αυτό που είμαστε το 2026. Θέλαμε να τους αφήσουμε να υπάρχουν. Αν υπάρχει λοιπόν μια πραγματική γέφυρα ανάμεσα στο 2014 και το σήμερα, περισσότερο από ένα συγκεκριμένο τραγούδι είναι ο ίδιος ο δίσκος. Ξεκίνησε με μια άλλη εκδοχή της μπάντας, έμεινε για χρόνια κάπου στη μέση και τελικά κυκλοφόρησε τώρα. Κατά κάποιον τρόπο, κουβαλάει και τις δύο ζωές μας.

Ο τίτλος του δίσκου μοιάζει να συμπυκνώνει σχέσεις, λάθος συγχρονισμούς και αναπόφευκτες αποστάσεις. Υπάρχει πίσω από τα κομμάτια ένας ενιαίος βιωματικός άξονας ή πρόκειται για ψηφίδες εμπειριών που βρήκαν το κοινό τους νόημα μέσα στη διαδικασία του άλμπουμ;
Υπάρχει ένας κοινός άξονας, αλλά όχι με την έννοια μιας ενιαίας ιστορίας. Ο δίσκος είναι πολύ βιωματικός. Απλώς δεν επιλέγουμε πάντα να μιλήσουμε για κάτι βιωματικό σε πρώτο πρόσωπο.
Υπάρχουν κομμάτια στα οποία κάτι που έχουμε ζήσει μετατρέπεται σε ιστορία. Το «Song for Another Lover», το «Stars Collide» ή το «Wrong Place Wrong Time», για παράδειγμα, έχουν πραγματικά συναισθήματα και καταστάσεις στον πυρήνα τους, αλλά αυτά περνούν μέσα από χαρακτήρες και εικόνες. Σε άλλα κομμάτια μας η απόσταση αυτή σχεδόν εξαφανίζεται και αυτό που ακούς είναι πολύ πιο κοντά σε προσωπική αφήγηση. Μας αρέσει αυτή η ασάφεια. Ο ακροατής δεν χρειάζεται να γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη, σε ποιον συνέβη ή ακόμη και αν συνέβη ακριβώς έτσι. Αν αναγνωρίσει κάτι δικό του μέσα σε μια ιστορία που ξεκίνησε από εμάς, το τραγούδι έχει ήδη αποκτήσει μια δεύτερη ζωή.
Υπάρχει, βέβαια, και μια ειρωνεία που καταλάβαμε πολύ αργότερα. Γράψαμε έναν δίσκο γύρω από ανθρώπους, σχέσεις και πράγματα που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή και τελικά ο ίδιος ο δίσκος έπαθε ακριβώς αυτό. Ίσως γι’ αυτό σήμερα ο τίτλος μάς φαίνεται πιο σωστός απ’ ό,τι όταν τον επιλέξαμε.
Το «Let Me Move» είχε συστηθεί στο κοινό ήδη από το 2022 και τελικά εντάχθηκε δίπλα σε πολύ νεότερο υλικό. Πώς συνομιλεί σήμερα εκείνο το τραγούδι με τα υπόλοιπα tracks και τι θέση κατέχει πλέον στη live και συναισθηματική σας πραγματικότητα;
Στην πραγματικότητα, το υπόλοιπο υλικό δεν είναι νεότερο. Το «Let Me Move» μπορεί να κυκλοφόρησε το 2022, αλλά αποτελεί μέρος ενός δίσκου που είχε ήδη ηχογραφηθεί. Απλώς ήταν ένα από τα τραγούδια που κατάφεραν να βγουν από το συρτάρι νωρίτερα από τα υπόλοιπα.
Αυτό το κάνει ιδιαίτερο για εμάς, γιατί ήταν η πρώτη ευκαιρία να δούμε ένα κομμάτι αυτής της δουλειάς να αποκτά ζωή έξω από εμάς. Από τότε το έχουμε παίξει, το έχουμε ακούσει διαφορετικά και έχουμε αλλάξει κι εμείς οι ίδιοι. Υπάρχει κάτι περίεργο στο να παίζεις σήμερα ένα τραγούδι που ηχογράφησες πριν από τόσα χρόνια και να εξακολουθεί να σε αντιπροσωπεύει.
Live, βέβαια, έχει πάψει εδώ και καιρό να ανήκει στο 2018 ή στο 2022. Έχει αλλάξει μαζί μας. Και αυτό είναι ίσως το ωραίο με τα τραγούδια. Η ηχογράφηση παγώνει μια συγκεκριμένη στιγμή, αλλά πάνω στη σκηνή δεν μένουν ποτέ πραγματικά ακίνητα.
Στο «What I Want» κυριαρχεί μια κιθαριστική ορμή που μυρίζει έντονα σκηνή, ενώ σε άλλα σημεία δίνετε χώρο στη μελωδία και στην ατμόσφαιρα. Όταν συνθέτετε, η live εκτέλεση λειτουργεί ως αρχική πυξίδα ή η ενέργεια του κομματιού αποκαλύπτεται οργανικά μέσα στο στούντιο;
Ίσως έχουμε ένα μικρό πρόβλημα. Ακόμα κι όταν γράφουμε χωρίς να σκεφτόμαστε το live, στο τέλος σκεφτόμαστε το live. Μεγαλώσαμε σαν μπάντα κυρίως μέσα σε πρόβες και πάνω σε σκηνές. Εκεί μάθαμε να επικοινωνούμε μουσικά και εκεί καταλαβαίνουμε πραγματικά αν ένα κομμάτι έχει κάτι ή όχι. Μπορεί στο studio να προσθέσεις λεπτομέρειες, ατμόσφαιρες και πράγματα που δεν θα μπορούσες να αναπαράγεις ακριβώς ζωντανά, αλλά στον πυρήνα του θέλουμε το τραγούδι να μπορεί να σταθεί όταν υπάρχουν απλώς άνθρωποι με όργανα. Το «What I Want» είναι ίσως η πιο άμεση εκδοχή αυτής της λογικής. Δεν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από κάτι. Είναι κιθάρες, ένταση και η αίσθηση ότι κάποια στιγμή πρέπει απλώς να σταματήσεις να σκέφτεσαι το κομμάτι και να το παίξεις. Από την άλλη, δεν μας ενδιαφέρει ένας δίσκος που βρίσκεται μονίμως στο κόκκινο. Χωρίς τις πιο μελωδικές ή ατμοσφαιρικές στιγμές, η ένταση παύει να σημαίνει κάτι. Χρειάζεσαι και τη σιωπή για να ακουστεί πραγματικά ο θόρυβος.
Από το «Happy End» μέχρι το «Last Shot», το δεύτερο μισό του άλμπουμ κουβαλά μια κλιμακούμενη αίσθηση αποχαιρετισμού. Ήταν αυτή η δραματουργική ακολουθία προαποφασισμένη ή προέκυψε φυσικά καθώς έπαιρνε μορφή το tracklist;
Δεν ήταν προκαθορισμένο να αρχίσει ο δίσκος να καταρρέει συναισθηματικά από ένα σημείο και μετά, η αλήθεια είναι! Προέκυψε πολύ φυσικά και το καταλάβαμε ουσιαστικά όταν βάλαμε τα κομμάτια σε σειρά. Υπήρχε ήδη μια διαδρομή που οδηγούσε στην αίσθηση ότι κάτι φτάνει στο τέλος του. Κάπως έτσι το «Wrong Place Wrong Time» βρέθηκε τελευταίο. Τότε ήταν απλώς ένα τραγούδι του δίσκου. Σήμερα, μετά από τόση αναμονή, μοιάζει σχεδόν σαν να περιέγραφε, χωρίς να το ξέρουμε, και την ιστορία του ίδιου του άλμπουμ.
Ίσως τελικά δεν θα μπορούσε να κλείνει διαφορετικά.

Η παραγωγή του Δημήτρη Δημητριάδη, η μίξη στο Zero Gravity και το mastering του Ανέστη Ψαραδάκου δίνουν έναν ήχο καθαρό και δυναμικό. Ποιο ήταν το μεγαλύτερο στοίχημα στο studio, ώστε να μεταφερθεί ο φυσικός ηλεκτρισμός των εμφανίσεών σας χωρίς περιττές επεμβάσεις;
Το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν να μη γίνουμε καλύτεροι στο studio απ’ ό,τι είμαστε στην πραγματικότητα. Ακούγεται περίεργο, αλλά στουντιακά μπορείς να διορθώσεις σχεδόν τα πάντα. Να ευθυγραμμίσεις, να καθαρίσεις, να προσθέσεις, να ξαναγράψεις μέχρι να μην υπάρχει τίποτα «λάθος».
Το πρόβλημα είναι ότι κάπου εκεί μπορεί να μην υπάρχει και τίποτα ζωντανό. Εμείς πάντα νιώθαμε περισσότερο live μπάντα. Θέλαμε, λοιπόν, η παραγωγή να δώσει στα κομμάτια όγκο και καθαρότητα χωρίς να αφαιρέσει την αίσθηση ανθρώπων που πραγματικά παίζουν μαζί.
Ο Δημήτρης το κατάλαβε και δεν προσπάθησε να επιβάλει μια διαφορετική ταυτότητα πάνω στα τραγούδια. Αντίστοιχα, η μίξη στο Zero Gravity και το mastering του Ανέστη βοήθησαν να αποκτήσει ο δίσκος συνοχή και δύναμη χωρίς να γίνει υπερβολικά γυαλισμένος.
Για εμάς η καλύτερη παραγωγή δεν είναι αυτή που σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς φτιάχτηκε κάτι. Είναι αυτή που κάποια στιγμή ξεχνάς ότι υπάρχει και ακούς απλώς το τραγούδι.
Έπειτα από έναν τόσο μακρύ κύκλο που καταλήγει στο ντεμπούτο LP σας, τι αφήνετε οριστικά πίσω με το Wrong Place Wrong Time και ποιο είναι το επόμενο κεφάλαιο για τους Case Zero;
Αφήνουμε πίσω μια τεράστια εκκρεμότητα. Για χρόνια ήταν κάτι που είχαμε τελειώσει αλλά δεν είχαμε πραγματικά ολοκληρώσει. Υπήρχε στους σκληρούς μας δίσκους, στις συζητήσεις μας, στα «κάποια στιγμή πρέπει να το βγάλουμε». Και όσο περνούσε ο χρόνος, τόσο πιο εύκολο θα ήταν να πούμε ότι πέρασε η στιγμή του και να μην κυκλοφορήσει ποτέ. Αλλά μερικές φορές το λάθος timing δεν σημαίνει ότι κάτι δεν αξίζει να συμβεί. Σημαίνει απλώς ότι θα συμβεί αλλιώς. Κάπου μέσα σε αυτή τη διαδρομή ήρθε και το όνομα Case Zero. Για εμάς σηματοδοτεί μια επανεκκίνηση, χωρίς όμως να προσποιούμαστε ότι ξεκινάμε από το μηδέν. Έχουμε πίσω μας δώδεκα χρόνια, live, ανθρώπους, λάθη, αλλαγές και έναν ολόκληρο δίσκο που αρνήθηκε πεισματικά να κυκλοφορήσει στην ώρα του.
Οπότε το Wrong Place Wrong Time είναι ταυτόχρονα το πρώτο μας άλμπουμ και το κλείσιμο της πρώτης μας εποχής. Ίσως τελικά κάποια πράγματα πρέπει να συμβούν τη λάθος στιγμή για να αποκτήσουν το σωστό τέλος.
________________________________________
FAQ για το Wrong Place Wrong Time
Οι Case Zero είναι alternative rock μπάντα από την Αθήνα. Δημιουργήθηκαν το 2014 από τη Ζωζεφίνα Βλάχου και τους αδελφούς Βασίλη και Γιάννη Γκρούμα. Αρχικά δραστηριοποιήθηκαν ως Disadvantage και στη συνέχεια ως Inside Out, πριν καταλήξουν στο σημερινό τους όνομα
Το Wrong Place Wrong Time είναι το ντεμπούτο LP των Case Zero και περιλαμβάνει έντεκα τραγούδια. Παρότι κυκλοφορεί το 2026, το υλικό του είχε ηχογραφηθεί ήδη από το 2018. Ο δίσκος λειτουργεί έτσι ως η πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική καταγραφή μιας μπάντας με δώδεκα χρόνια κοινής διαδρομής.
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε το 2018 και κυκλοφόρησε το 2026, έπειτα από σχεδόν οκτώ χρόνια αναμονής. Το «Let Me Move» είχε προηγηθεί το 2022, δίνοντας στο κοινό μια πρώτη εικόνα του υλικού. Η ακριβής ημέρα και ο μήνας κυκλοφορίας χρειάζονται επιβεβαίωση από επίσημη πηγή.
Την παραγωγή του Wrong Place Wrong Time ανέλαβε ο Δημήτρης Δημητριάδης. Η μίξη πραγματοποιήθηκε στο Zero Gravity και το mastering ανέλαβε ο Ανέστης Ψαραδάκος. Στόχος ήταν να διατηρηθεί ο ζωντανός και άμεσος χαρακτήρας των Case Zero, χωρίς ο ήχος να γίνει υπερβολικά επεξεργασμένος ή γυαλισμένος.
Ο τίτλος αναφέρεται στις σχέσεις, στις αποστάσεις και στους λάθος συγχρονισμούς που διατρέχουν τα τραγούδια. Παράλληλα, περιγράφει και την ίδια την πορεία του άλμπουμ: ένα έργο που ολοκληρώθηκε το 2018, αλλά χρειάστηκε να περιμένει μέχρι το 2026 για να συναντήσει το κοινό του.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:
Στράφι: «Πάνω από τα Χώματα» – Το... Pinios Punk στα καλύτερα του
Ανώμαλα Ρίμματα «Βαρύτητα» E.P.
Το «Till The End» των Ομίχλη: Ασταμάτητο πόγκο μέχρι τελικής πτώσης...
To "The Weight of Forever" των HeadQuake, μια ηχητική επένδυση για δρόμους χωρίς επιστροφή...
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.