Μικρές ιστορίες για μεγάλες σκιές (μουσική από ένα επισκευασμένο πικάπ, μέρος 2ο): P.i.L. "Metal Box", 1979...

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Το Metal Box των Public Image LTD, το έχω σαν στολίδι στο σπίτι, όρθιο, σε ένα από αυτά τα στηρίγματα που βάζουν συνήθως τα διακοσμητικά πιάτα, επειδή για μένα είναι ο απόηχος της δεκαετίας του ‘70. Λίγοι γνωρίζουν ότι μετά την διάλυση των Sex Pistols, o John Lydon πέρασε οντισιόν, μετά από πρόταση του Pete Townshend των Who, για τον ρόλο του Jimmy, στην ταινία Quadrophenia, πράγμα που δεν συνέβη μιας και δεν τον ήθελε ο μάνατζερ των Who. Ο Lydon προχώρησε ακάθεκτος, σχημάτισε τους Public Image LTD, κυκλοφόρησαν ένα πρώτο ομώνυμο άλμπουμ και όταν κυκλοφόρησαν το δεύτερο, το Metal Box, πέτυχα τρία αντίτυπα του δίσκου στο δισκοπωλείο Jazz Rock, όταν η έδρα του ήταν ακόμα στην Ομήρου, σε ένα στενάκι κοντά στα Προπύλαια. Η εμφάνισή του, βέβαια, ήταν εντυπωσιακή αλλά όταν κοίταξα την τιμή έμεινα με ανοιχτό το στόμα: 1400 δραχμές!

Πρέπει να ήταν μάλλον το 1980, επειδή το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1979, αλλά όπως και να είχε το πράγμα, εν προκειμένω προέκυπταν μερικά σημαντικά προβλήματα: πρώτον, ήταν ακριβός και, δεύτερον, ήταν μόνο τρία αντίτυπα στο ράφι, οπότε φοβόμουν πως κάνας Ζήλος ή Γιάννης Πετρίδης (πόσο αθώο παιδί ήμουν…) θα το έπαιρναν και τότε θα το έχανα.
Έτσι, το έβαλα σκοπό να το αγοράσω με το χαρτζιλίκι μου και κάθε εβδομάδα πήγαινα και τσεκάριζα αν τα είχαν αγοράσει. Ευτυχώς όχι, αλλά στο τέλος του μήνα, όταν το ένα από τα τρία αντίτυπα έκανε φτερά, φοβήθηκα σοβαρά και αφού σούφρωσα το υπόλοιπο ποσό των χρημάτων που μου έλειπε από το πορτοφόλι της μάνας μου, πήγα και τον αγόρασα.
Τότε είχε κυκλοφορήσει στην Αγγλία σε 50.000 αντίτυπα, συν 10.000 για εξαγωγή, μέσα σε ένα μεταλλικό κουτί περίπου σαν αυτά που προορίζονταν για κινηματογραφικό φιλμ των 16mm, έχοντας χαραγμένο ανάγλυφο επάνω του το λογότυπο των PiL. Η συσκευασία περιείχε τρία δωδεκάιντσα σαρανταπεντάρια που χωρίζονταν από στρογγυλά φύλλα χαρτιού. Ένα χρόνο αργότερα οι P.i.L. το επανακυκλοφόρησαν με τίτλο Second Edition σε διπλό βινύλιο με κανονικό εξώφυλλο.


Όταν επέστρεψα σπίτι μου εκείνη την μέρα έβαλα τον πρώτο δίσκο στο πικάπ και κοίταξα το χαρτάκι με τους τίτλους των τραγουδιών που βρισκόταν μέσα στο κουτί. Ένας κτηνώδης μπάσος ήχος που ακουγόταν σχεδόν σαν συχνότητα με έκανε να στρέψω το βλέμμα μου στα ηχεία απορημένος. Κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό το άλμπουμ. Δεν έμοιαζε καθόλου με το πρώτο τους, αλλά ούτε και με Sex Pistols ή με κάτι άλλο εκείνης της εποχής (αλλά και καμίας άλλης…) Τσεκάρισα τις στροφές και ήταν 45. Δεν μπορούσε να τρέξει πιο γρήγορα το πικάπ μου…
Χα, χα, χα! Όσο θυμάμαι σήμερα την έκπληξή μου! Ο Lydon όμως δεν ήθελε να υποκύψει στις πιέσεις της δισκογραφικής εταιρίας για να γράψει ένα χιτ. Αυτό ήταν!

Έτσι είναι το «Albatross» που ανοίγει το άλμπουμ, με την κιθάρα του Keith Levene να «ξύνει» μέσα στο μικρό της βάθος και τον John Lydon να τραγουδά αυτοσχεδιάζοντας σχεδόν βαριεστημένα σχολιάζοντας «τη δειλία του Malcolm Mclaren».
Ο Levene είχε δουλέψει κάποτε ως roadie για τους Yes, αλλά ήταν ιδρυτικό μέλος τόσο των Flowers of Romance και των Clash, όσο και των Public Image LTD. Ήταν από τους πρώτους κιθαρίστες που χρησιμοποίησαν μεταλλικές κιθάρες, όπως την Veleno και την Travis Bean TB3000 Wedge. Ο ήχος του επηρέασε αργότερα τον Edge των U2 και μάλιστα οι Red Hot Chilli Peppers του ζήτησαν να κάνει την παραγωγή του τρίτου τους άλμπουμ, The Uplift Mofo Party Plan, επειδή ενδιαφερόταν για τα ίδια ναρκωτικά με αυτούς, αλλά όταν  ο Levene αγόρασε με τον κιθαρίστα τους, Hillel Slovak, ντρόγκα αξίας 2000 δολαρίων με λεφτά της παραγωγής του δίσκου, τον απέλυσαν.
Σήμερα τα δέκα λεπτά του «Albatross» που καλύπτει την πρώτη πλευρά δεν μου φαίνονται πια τόσο παράξενα...
Έχω διαβάσει κάπου ότι αν και εκείνη την εποχή όλοι έλεγαν πως ο δίσκος ήταν… «γεια σου» και... «αντίο ζωή», αργότερα τον ανακήρυξαν σαν μια από τις πιο επιδραστκές avant-garde δημιουργίες ever και για να λέμε την αλήθεια, ψήγματα του Metal Box άκουσα σε πολλές μεταγενέστερες δουλειές στα χρόνια που ακολούθησαν. Είναι δίσκος-σταθμός για το post-punk.
Το «Memories», στη δεύτερη πλευρά, είναι ένα σχεδόν χορευτικό τραγούδι, με το μπάσο του Jah Wobble να παίζει την ίδια επαναλαμβανόμενη dub γραμμή. Παρόλα αυτά, υπάρχει κι εδώ ένας έντονος πειραματισμός, με το high-hat να βρίσκεται πνιγμένο στο βάθος, ενώ τα υπόλοιπα τύμπανα είναι clean, ενώ στα σημεία που η μπάντα θέλει να τονίσει συγκεκριμένους στίχους, έχουν αφαιρέσει τα εφέ κι έτσι o ήχος του συγκροτήματος παύει να είναι πλαδαρός και αποκτά όγκο. Κάπου το χάνουν κιόλας και σταματούν, αλλά ξαναρχίζουν, απόδειξη ότι δεν δίνουν δεκάρα. Οι P.I.L. ηχογράφησαν το άλμπουμ για να περάσουν καλά και να βγάλουν από μέσα τους αυτό που είχαν.
Σύμφωνα με τον Lydon, δεν είχαν χρόνο για πρόβες και μολονότι η Virgin τους είχε δώσει έναν παραγωγό τελικά δεν τα βρήκαν μαζί του επειδή δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο μπάσος ήθελαν να ακούγεται ο δίσκος. «Τον ήθελα τόσο μπάσο, που σε μερικά σημεία η φωνή μου ίσα που ακούγεται», θυμάται στην αυτοβιογραφία του Anger is an Energy.
Στο Metal Box συμμετέχουν τρεις session ντράμερ: ο David Humphrey παίζει στο «Albatross», ο Richard Dudanski (101ers, Raincoats κ.α.) στα «Memories», «No Birds», «Socialist», και «Chant», και ο Martin Atkins (αργότερα έπαιξε με τους Ministry, Nine Inch Nails, Pigface, και Killing Joke), αλλά τύμπανα παίζουν και ο Wobble με τον Levene.


To «Swan Lake» με τα disco τύμπανά του και το dub μπάσο του Wobble, ηχογραφήθηκε σε ένα άδειο στούντιο του Brixton, προκειμένου να καταγράψουν τον τριπλό (!) ήχο του μπάσου που ήθελαν. Είναι το τραγούδι που κλείνει αυτή την δεύτερη πλευρά (η βελόνα παίζει ασταμάτητα ακόμα και πάνω στον καθρέφτη του δίσκου, μέχρι την ετικέτα), με τον Lydon να τραγουδά για τον θάνατο της μητέρας του από καρκίνο του στομάχου και τον Levene να μπασταρδεύει με την κιθάρα του την Λίμνη των Κύκνων του Τσαϊκοφσκι. Αρχικά το κομμάτι είχε κυκλοφορήσει σαν σινγκλ με τίτλο «Death Disco», κάνοντας πολλούς να πιστέψουν ότι η μπάντα ευχόταν το θάνατο της disco μουσικής - άσχετο - για να μπει τελικά στο Τοp-20 της Αγγλίας.
Το 2012, ο Levene με τον Jah Wobble βγήκαν για την περιοδεία Metal Box in Dub οι δυό τους και κατέληξαν να κυκλοφορήσουν το EP «Yin & Yang». Οι δυο τους ξαναβρέθηκαν πέρσι και κυκλοφόρησαν το «A Very British Coup», ένα σινγκλ κατά του Brexit, μαζί με τους Richard Dudanski, Mark Stewart (των The Pop Group), Andrew Weatherall (της εταιρείας Sabres Of Paradise – πέθανε τον Φεβρουάριο του 2020) και τον Youth ‎(Killing Joke).
Στο «Poptones», ο Levene βρίσκεται να παίζει τα τύμπανα και ο ίδιος ομολόγησε σε μια συνέντευξη ότι προσπαθούσε να παίξει στην κιθάρα το «Starship Trooper» από το πρώτο άλμπουμ των Yes, ενώ ο Lydon τραγούδησε για την απαγωγή μιας κοπέλας από δυο τύπους που την βίασαν μέσα σε ένα αυτοκίνητο σε κάποια ερημιά ακούγοντας συνεχώς τα ίδια και τα ίδια pop τραγούδια. Την ιστορία την είχε διαβάσει στην εφημερίδα.
Έβαλα και άκουσα το τραγούδι των Yes και η αλήθεια είναι ότι ο Levene χρειαζόταν ακόμα αρκετή δουλειά αν ήθελε να παίξει κιθάρα όπως ο Steve Howe των Yes! Πάντως, από το «Poptones» πήραν το όνομα για την νέα τους μπάντα οι Daniel Ash και Kevin Haskins των Bauhaus που το 2019 κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ και περιόδευαν στην Αμερική.
Στο βιβλίο του ο Lydon αναφέρει ότι ο Levene είχε αγοράσει ένα Fairlight (από τα πρώτα συνθεσάιζερ που είχαν δυνατότητα sampling) αλλά δεν ήξεραν τι να το κάνουν και ίσως έτσι προέκυψε το «Careering», το οποίο στιχουργικά έχει να κάνει με τον εμφύλιο στην Ιρλανδία (ο Lydon είναι Ιρλανδός). Εδώ ο Wobble προγραμμάτισε τα ηλεκτρονικά τύμπανα και έγραψε από πάνω το μπάσο, ενώ ο Lydon τραγουδάει ανάμεσα σε ηλεκτρονικούς, drone ήχους. Ο ίδιος αναφέρει ότι «αυτά τα όργανα ήταν πολύ μπροστά για την εποχή τους και το Fairlight μάλλον κατέληξε στην Κate Bush».
Πραγματικά ήταν πολύ μπροστά, επειδή θυμάμαι ότι δέκα και κάτι χρόνια αργότερα είχα πάει σε ένα μεγάλο ραδιοσταθμό της Αθήνας για να μου πάρουν συνέντευξη και μου έλεγαν ότι είχαν αγοράσει ένα Fairlight, αλλά δεν ήξεραν πώς να το χειριστούν και το είχαν για να κάνουν διαφημίσεις…


Τέταρτη πλευρά και το «No Birds» με κάνει να μην απορώ καθόλου που όταν είχα αγοράσει το άλμπουμ το κοιτούσα με μισό μάτι. Όσο ο Levene πνίγει το κουνέλι με την κιθάρα του, ο Lydon τραγουδά στίχους από την μπαλάντα «La Belle Dame sans Merci» του Άγγλου ποιητή John Keats και αν προσέξεις, μπορείς να τον ακούσεις να βαράει ότι να’ναι στα πλήκτρα ενός πιάνου (τον Lydon μπορείς να ακούσεις, όχι τον Keats), το οποίο έχει «αρπάξει» το μικρόφωνο της φωνής. Εδώ ο ήχος του μπάσου είναι πιο μαζεμένος και πιο χαμηλός.
Πάντως, για όποιον δεν έχει προσέξει μέχρι σήμερα τον Jah Wobble, αφού ηχογράφησε δύο δίσκους με τους PiL αποχώρισε και άρχισε να την ψάχνει με την world μουσική (πολύ πριν γίνει της μόδας) το dub και την ambient και ακόμα κυκλοφορεί αριστουργηματικές δουλειές.
Το «Graveyard» είναι ένας instrumental αυτοσχεδιασμός που κλείνει την τέταρτη πλευρά.
Το dub μπάσο του Wobble ανοίγει το «The Suit», μιας κι εκείνος το είχε γράψει. Όταν το άκουσε ο Lydon, ξετρελάθηκε και έγραψε στίχους για ένα φίλο του που είχε δανειστεί κρυφά ένα δικό του κουστούμι για να βγει με μια κοπέλα και όταν του το επέστρεψε, το κοστούμι βρομούσε στον Lydon. Εδώ ο Wobble πρόσθεσε και τα πνιγμένα στο βάθος τύμπανα.
Στο «Bad Baby» στα τύμπανα κάθεται ο Martin Atkins, ενώ στο μπάσο ακούγεται να διασκεδάζει ο Jah Wobble, ενώ κάποιος πειράζει ένα φτηνό πλήκτρο (είχε μανία και ο Lydon με ένα κίμπορντ της Yamaha ).
Στην τελευταία πλευρά του δίσκου, οι Wobble και Levene παίζουν με ένα από τα πλήκτρα στο «Socialist».
Ακολουθεί το «Chant» με ένα συνεχές κοπάνημα στα τύμπανα από τον Dudanski, το μπάσο του Wobble κάπου θαμμένο και τον Levene να κάνει μεταλλική φασαρία με την κιθάρα του, ενώ ο Lydon γκρινιάζει στους στίχους ότι έχει βαρεθεί το Λονδίνο και ότι δεν υπάρχει τίποτε εκεί γι αυτόν.
Στο «Radio 4» που κλείνει το άλμπουμ, ο Lydon αποφάσισε να μην τραγουδήσει επειδή δεν έβρισκε κάτι για να ταιριάξει, οπότε ο Levene έπαιξε τα πλήκτρα με ένα Yamaha και ηχογράφησε το μπάσο.
Καταλήγοντας, το Metal Box είναι ένα άλμπουμ αυτοσχεδιασμών και όπως λέει χαριτολογώντας ο Levene, «δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, μιας και είχαμε ξοδέψει όλα τα χρήματα της ηχογράφησης για τα μεταλλικά κουτιά μέσα στα οποία θα πουλιόταν» (η Virgin είχε ζητήσει από το συγκρότημα να πληρώσει το ένα τρίτο των εξόδων για το περιτύλιγμα). Ο δίσκος έσπασε κάποια στεγανά που είχαν δημιουργηθεί εκείνη την εποχή, πλασαρίστηκε δίπλα σε διαχρονικές δουλειές καλλιτεχνών όπως ο Captain Beefheart και οι Can και, καθώς φαίνεται, οι μουσικοί το διασκέδασαν, πειραματίστηκαν και έπαιξαν σαν μικρά παιδιά με τα αυτιά μας.
Αν σκοπός ήταν να έχει το Metal Box και κάποια χορευτική διάθεση, ας χρησιμοποιήσω μια φράση που λένε οι φίλοι του Lydon: «Χρειάζεσαι τρία πόδια για να χορέψεις σε αυτόν τον δίσκο, Τζον».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ: Μικρές ιστορίες για μεγάλες σκιές (μουσική από ένα επισκευασμένο πικάπ): Nina Hagen Band (1978)


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.