Στην Άλλη Άκρη Της Γραμμής Μια Άγνωστη...

Γράφει ο Γιώργος Τσέκας 

Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει…Επίμονα… Για αρκετή ώρα. Κανείς δεν μιλάει στο σπίτι. Σηκώνομαι αργά-αργά και απαντάω. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια άγνωστη, «Η» άγνωστη. «Εγώ είμαι πάλι, μου είπε δεν με θυμάσαι;» Μα καλά πως είναι δυνατόν, γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί προσποιείσαι πως δεν με ξέρεις;» Μου έδωσε όσο χρόνο χρειαζόμουν για να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Η σιωπή στο τηλέφωνο αλλά και μέσα στο σπίτι έμοιαζε νεκρική.

Δεν είχαμε συναντηθεί, ούτε μιλήσει ποτέ. Δεν την ήξερα, ούτε είχα ακούσει ποτέ το όνομά της. Αυτή με πήρε τηλέφωνο. Απροσδιόριστη ηλικία από το ηχόχρωμα της φωνής της. Την ρώτησα με απορία που βρήκε τον αριθμό μου και το ύφος της μου απάντησε που βρήκε το θράσος να με καλέσει στο ίδιο μου το σπίτι. Μου ζήτησε να περάσει κάποια στιγμή από το διαμέρισμά μου μετά το δείπνο. Αρνήθηκα αστραπιαία με σαφή εκνευρισμό και ενόχληση. Μου ζήτησε να είμαι πιο ήρεμος και να χαιρετήσω τα παιδιά μου πριν τα βάλω για ύπνο σαν να το κάνω για τελευταία φορά. Γέλασα για να κρύψω πόσο πολύ δείλιασα να της το κλείσω στα μούτρα. Φυσικά η ταραχή μου είχε γίνει φόβος. Δεν σκόπευα να ακολουθήσω τους κανόνες που μου επέβαλε σε ένα παιχνίδι που δεν ήθελα να παίξω μια εντελώς άγνωστη. Μέχρι να αποφασίσω αν θα σήκωνα το τηλέφωνο σε τυχόν επόμενη κλήση της, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας του σπιτιού μου. Κάποιο λάθος θα έχει γίνει πως άνοιξε την είσοδο της πολυκατοικίας, κάτι λάθος έχει γίνει κυρίως με τους χρόνους όμως, κάτι που συμβαίνει συχνά στα όνειρα σκέφτηκα και πήρα θάρρος…Ανοίγω με βία την πόρτα και βλέπω την γριά από τον τρίτο όροφο. Την θυμόμουν πιο κοτσονάτη και καλοστεκούμενη, όχι τόσο καταβεβλημένη. Τα μαλλιά της, την τελευταία φορά που την είχα δει ήταν βαμμένα, τώρα ήταν κατάλευκα χωρίς το χαρακτηριτικό κιτρίνιασμα των γηρατειών. Σερνότανε πραγματικά, το μπαστούνι της ήταν πλέον απελπιστικά αναγκαίο. Δίπλα και πίσω της στεκότανε ο γιος της. Ο καθυστερημένος γιός της. Που τα μόνα λόγια που βρήκε να πει ήταν «πάμε μαμά» (και αυτό μια φορά) και λίγο αργότερα «βάλτε την στο ασανσέρ μετά, εγώ φεύγω». Η 90κάτι ετών κυρία Θάλεια προσπαθούσε να εισέλθει στο διαμέρισμα σπρώχνοντας όσο μπορούσε με την βοήθεια του μπαστουνιού της. Οι 2 κόρες μου υποτίθεται πως κοιμόντουσαν, μα γρήγορα βρέθηκαν γύρω από την νυχτικιά της μάνας τους που κοιτούσε απορημένη στο χωλ. Σύσσωμη η τετραμελής οικογένεια στην πόρτα για αν αντιμετωπίσει της 90χρονη απειλή. «Ποια είναι αυτά τα παιδιά;» ρώτησε. «Εσένα κουκλάκι μου πως σε λένε;»» απευθύνθηκε στην μικρότερη που είχε τυλιχτεί στα πόδια της μητέρας της. Κακήν κακώς η Βάνα την απώθησε προς την έξοδο κλείνοντας της ουσιαστικά την πόρτα κατάμουτρα. Κοίταξε από το ματάκι της εξώπορτας να δε πότε θα έμπαινε στο ασανσέρ. Ευτυχώς βρέθηκε στον διάδρομο ο Αχιλλέας, ο γείτονάς μας από το διπλανό διαμέρισμα, βοήθησε αν και μισομεθυσμένος και απορημένος για το που γυρνούσε η γριά βραδιάτικα. Εγώ; Είχα κουλουριαστεί (σχεδόν έτρεμα), αφού μέσα στον πανικό είχα πρώτα ξεγλιστρήσει στο δωμάτιο των παιδιών, τυλιγμένος σε σκεπάσματα ανάμεσα σε λούτρινους αρκούδους και μονόκερους. «Αυτό ήταν!» φώναξε η Βάνα. «Τέλος!» πέφτουμε για ύπνο, ούτε τηλέφωνα, ούτε κουδούνια, ούτε επισκέψεις, γρήγορα όλοι στα κρεββάτια μας!». Πρέπει να μπήκα κάτω από τα σκεπάσματα τους κρεββατιού μου πιο γρήγορα από όλους μέσα στο σπίτι. Ο τρόμος είχε γίνει πια γέλιο. Μα τι ανόητος ήμουν συλλογίστηκα. Κάπου εδώ σκέφτομαι πως στο μυαλό μου φλυαρούν η ακόρεστη πείνα να χορτάσω τον φόβο μου και η εκδοχή όλα αυτά να είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Και όσο αυτά μαλώνουν μέσα στο κεφάλι μου χωρίς ουσιαστικά να μπορούν να αρθρώσουν τίποτα σημαντικό και συνεκτικό, το τηλέφωνο ξαναχτυπάει…Επίμονα… Για αρκετή ώρα. Κανείς δεν μιλάει στο σπίτι. Σηκώνομαι αργά-αργά και απαντάω. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια άγνωστη, «Η» άγνωστη. «Εγώ είμαι πάλι, μου είπε δεν με θυμάσαι;» Μα καλά πως είναι δυνατόν, γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί προσποιείσαι πως δεν με ξέρεις;» Μου έδωσε όσο χρόνο χρειαζόμουν για να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Η σιωπή στο τηλέφωνο αλλά και μέσα στο σπίτι έμοιαζε νεκρική. Με παρέλυε το άγχος ότι δεν μου έλεγε κάτι η φωνή της, ούτε την θυμόμουν. Ύστερα ένιωσα ντροπή και μετά φυσικά τύψεις που φαινόμουν ψεύτης τόσο στην γυναίκα μου όσο και στην (μάλλον όχι και τόσο) άγνωστη που με κρατούσε άγρυπνο εκείνο το βράδυ. Κοίταξα γύρω μου. Δεν υπήρχαν έπιπλα. Μόνο ένα τηλέφωνο στο πάτωμα, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα και μια σπασμένη τηλεόραση, και αυτή στο πάτωμα. Σε ένα τεράστιο σαλόνι-κουζίνα υπήρχε μόνο ένα στρώμα με μαξιλάρι πεταμένο χάμω και αυτό. Πουθενά παιδιά-γυναίκα, ένα τραπέζι, ένα κρεββάτι, ένα έπιπλο, μια ζωγραφιά, μια βιβλιοθήκη να υποδηλώνει ότι εκεί μέσα ζει μια οικογένεια ή έστω μια μορφή υποτυπώδους διαβίωσης. ‘Εψαχνα με το βλέμμα μου τους δίσκους μου. Τις φωτογραφίες από την πόλαροιντ που τους είχα πάρει δώρο τα Χριστούγεννα και τις βάζανε με τα μαγνητάκια στο ψυγείο οι μικρές μου, μα δεν έβλεπα ούτε το ψυγείο, μήτε κάποια κορνίζα ή κάδρο, το γραμμόφωνο που αγοράσαμε εκείνη την Κυριακή από το Μοναστηράκι… Δεν είχα δύναμη να φωνάξω το ονόματά τους, ούτε το θάρρος να μπω στα δωμάτια τους να δω αν βρίσκονται εκεί και παίζουν ή κοιμούνται. Δεν νιώθω τα χέρια και τα πόδια μου. Είμαι μουδιασμένο όλο μου το κορμί. Ή κάτι τέτοιο. Είναι Απόκριες και πρέπει να είμαστε στο 1994. Είμαστε και οι 2 φοιτητές, εσύ πρωτοετής εγώ στο μεταπτυχιακό μου, τελειώνω το καλοκαίρι. Φοράμε ένα γελοίο κοστούμι ντουέτου Μπάτμαν και Ρόμπιν-αυτά τα χαζά έχει ο έρωτας- χαμογελάμε αμήχανα προς τον φωτογράφο που μας τραβάει ακριβώς την ώρα που φιλιόμαστε. Κρυώνω. Στην άλλη άκρη της γραμμής ακούω τη ανάσα της. Θυμάμαι όταν πέθανε η μητέρα μου. Δεν θυμάμαι άλλον θάνατο. Δεν θέλω να θυμάμαι άλλο θάνατο. Βλέπω συντρίμμια της Λάντσια και τους πυροσβέστες να πιάνουν με οδύνη το κεφάλι τους. Νομίζω μυρίζω τις αναθυμιάσεις και τους καπνούς από τη σύγκρουση, όταν γυρνούσες από Θεσσαλονίκη. Είχες πάει τις μικρές να τις δει η αδερφή σου. Βλέπω τις εικόνες σαν να βλέπω το δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση, αλλά νιώθω πως βρίσκομαι εκεί, στο σημείο του δυστυχήματος. Νιώθω να καίγεται η σάρκα μου μαζί με τις λαμαρίνες. «Κύριε πως είπατε πως λέγεστε;» Αναγνωρίζω την φωνή. Είναι «αυτή», αυτή η άγνωστη που επιμένει πως με γνωρίζει και με ξέρει και καλά… «Κύριε πείτε μου ξανά το όνομά σας, σε 8 λεπτά το ασθενοφόρο θα βρίσκεται εκεί στην Ρήγα Φερραίου αριθμό 27, σωστά; 27 δεν είπατε;» Ο ήχος της σειρήνας μου τρυπάει το μυαλό. «Κύριε, κύριε το όνομα σας παρακαλώ επιβεβαιώ…» . Ένας επαναλαμβανόμενος, ενοχλητικός, γρήγορος ήχος σηματοδοτούσε τη διακοπή της σύνδεσης...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Σκιές Να Παίζουν Κουτσό Στις Στάχτες...

Ο μοιραίος...

Στους Δρόμους του Σαν Τέλμο... (Κόκκινη Ρίτα)

Τα φαντάσματα στην ελληνική επαρχία...


image

Γιώργος Τσέκας

Ηeavy metal lover, bad decision taker, satan worshipper, storyteller, collector of mistakes...
 
 
 
image

Γιώργος Τσέκας

Ηeavy metal lover, bad decision taker, satan worshipper, storyteller, collector of mistakes...
 
 
 
image

Γιώργος Τσέκας

Ηeavy metal lover, bad decision taker, satan worshipper, storyteller, collector of mistakes...