Conny Plank: Ο θόρυβος και οι δυνατότητές του...

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Ο Γερμανός Conny Plank είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεγάλης σημασίας που έχει ο παραγωγός σε ένα άλμπουμ και, γενικότερα σε ένα ηχογράφημα. Ο Plank υπήρξε θεμέλιος λίθος στη διαμόρφωση του ήχου του krautrock ή «kosmische Musik», όπως ονομάστηκε ένα είδος πειραματικής μουσικής στη ροκ σκηνή της Δυτικής Γερμανίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της επομένης.

Σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν δική τους μουσική και να απομακρυνθούν από το ροκ των Αμερικανών και των Βρετανών, οι Γερμανοί μουσικοί του kraurock άρχισαν να πειραματίζονται αναμιγνύοντας στοιχεία ψυχεδελικού ροκ με avant-garde και ηλεκτρονική μουσική, ξεφεύγοντας από τις rhythm ‘n blues ρίζες και τη συνηθισμένη δομή της ροκ μουσικής.

Κάποιοι από αυτούς προσκολλήθηκαν ή επέστρεψαν στις ροκ φόρμες ενώ άλλοι, όπως οι Tangerine Dream, οι Neu!, οι Can, οι Kraftwerk, οι Κluster, οι Ash Ra Tempel, οι Popol Vuh,  οι Amon Düül II και οι Harmonia επέλεξαν διαφορετική διαδρομή. Το παράξενο είναι πως όσο ξέφευγαν από τον ήχο των Βρετανών, τόσο μεγαλύτερο κοινό αποκτούσαν στο νησί.

Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Karl Bartos των Kraftwerk: όταν είχαν ολοκληρώσει την εμφάνισή τους την πρώτη φορά που έπαιξαν στην Βρετανία, τους επισκέφτηκε στα παρασκήνια ένας νεαρός Άγγλος και όπως τους εξομολογήθηκε ακούγοντάς τους είχε αποφασίσει «την επόμενη ημέρα να πουλήσει τις κιθάρες του και να αγοράσει πλήκτρα». Αυτός ο τύπος ήταν ο Andy McCluskey, μελλοντικό μέλος των Orchestral Manoeuvres in the Dark.

Ο όρος krautrock ήταν μια χιουμοριστική (ειρωνική, θα έλεγε κανείς) ταμπέλα, επινόηση των Βρετανών κριτικών προκειμένου να ταξινομούν τα συγκροτήματα της γερμανικής σκηνής, αν και ο συγκεκριμένος όρος δυσαρεστούσε τους περισσότερους Γερμανούς καλλιτέχνες (το kraut προέρχεται από την λέξη sauerkraut, το ξινολάχανο, ένα από τα χαρακτηριστικά γερμανικά φαγητά).

Ουσιαστικά, αυτή η γερμανική ροκ σκηνή ήταν μια αντίδραση των νεαρών Γερμανών για ό,τι τους είχαν κληροδοτήσει οι γονείς τους: ισοπεδωμένες πόλεις και ερείπια, και ένα βρώμικο παρελθόν από το οποίο ήθελαν οπωσδήποτε να ξεφύγουν.

Το 1968 ο πλανήτης κόχλαζε από πολιτικά κινήματα και η Γερμανία δεν πήγαινε πίσω. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Daniel Cohn-Bendit, ένας από τους πρωταγωνιστές του Γαλλικού Μάη του ‘68, ήταν Γερμανός και μάλιστα εβραϊκής καταγωγής που εκείνη την εποχή φοιτούσε στο Παρίσι.

Γερμανία, 1977: Dieter Moebius, Brian Eno, Hans-Joachim Roedelius και Conny Plank.

Θυμάμαι τον John Weinzierl, τον μπασίστα των Amon Düül II,  να λέει ότι, «Μετά τον πόλεμο δεν μπορούσες να διαγράψεις ή να ξεφορτωθείς τους πάντες. Ειδικότερα, τους δικαστικούς και τους δασκάλους – αν ήταν ναζί δεν μπορούσαν να τους απολύσουν επειδή είχαν ανάγκη από καθηγητές και δικαστικούς. Τίποτα δεν είχε αλλάξει και όλοι τους ήταν στις θέσεις τους φροντίζοντας να κρατούν χαμηλό προφίλ. Κανείς δεν ανέφερε το όνομα «Χίτλερ» και η λέξη Εβραίος είχε πλέον εξαφανιστεί από τη γερμανική γλώσσα». Η  Renate Knaup, η τραγουδίστρια των Amon Düül II, έλεγε ότι παντού επικρατούσε σιγή ιχθύος, κανείς δεν τολμούσε να πει ότι στο παρελθόν ήταν ναζί κι αν πήγαινες στο Νταχάου οι κάτοικοι έκαναν τους ανήξερους.

Καθώς, λοιπόν, το «krautrock» εξαπλωνόταν ανάμεσα στους νέους των κοινοβίων, ο Conny Plank δούλευε ως ηχολήπτης σε διάφορα συγκροτήματα. Το 1969 ήταν ηχολήπτης στο άλμπουμ Klopfzeichen των Kluster, ενός πειραματικού βερολινέζικου συγκροτήματος το οποίο αποτελούσαν οι Hans-Joachim Roedelius, Conrad Schnitzler, και Dieter Moebius (μετά από το ντεμπούτο τους έγιναν Cluster). Ακούγοντάς τους, θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι Kluster ήταν οι προπάτορες του industrial.

Ο Plank είχε κατασκευάσει μια τεράστια κονσόλα με 56 κανάλια και πάνω εκεί δούλευε τις παραγωγές του. Μ' αυτά και μ' αυτά μετακόμισε στην ύπαιθρο έξω από την Κολωνία μαζί με τη γυναίκα του και το παιδί του και έχτισε δικό του στούντιο, ενώ στο σπίτι του φιλοξενούσε τους μουσικούς με τους οποίους συνεργαζόταν. Ο ήχος του ήταν χαρακτηριστικός και είχε έναν διαστημικού τύπου πειραματισμό και μια επανάληψη που θύμιζε τη μελλοντική acid house μουσική. Όλοι έχουμε ακούσει τραγούδια πάνω στα οποία έχει δουλέψει.

Σύντομα η γκάμα του Plank διευρύνθηκε εκτός Γερμανίας. Το άλμπουμ Vienna των Ultravox είναι δική του παραγωγή. Το Just a Poke των παλιότερων Sweet Smoke, επίσης, όπως και οι τέσσερις πρώτοι μεγάλοι δίσκοι των Kraftwerk. Συνεργάστηκε με τον Brian Eno σε αρκετά άλμπουμ, (στο στούντιό του ο Eno και ο Bowie έκαναν την παραγωγή στο ντεμπούτο άλμπουμ των Devo),  αλλά και σε άλμπουμ των DAF, των Scorpions, στο Revelations των Killing Joke, και έπαιξε ως μουσικός με τον Holger Czukay και τον Jaki Liebezeit των Can, με τους Eurythmics, με τους Γάλλους Les Rita Mitsouko, με τους A Flock of Seagulls και με πολλούς άλλους. Ήταν ένας εξαιρετικά παραγωγικός καλλιτέχνης που δεν περιορίστηκε στα στενά περιθώρια της χώρας του και είναι προφανές ότι όλοι όσοι συνεργάστηκαν μαζί του ήθελαν να τους μπολιάσει με τον ήχο του. Σύμφωνα με τους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάστηκε, ο Plank ήταν ο άνθρωπος που έψαχνε και έβρισκε μέσα τους μια κρυφή τους πλευρά και την έφερνε στην επιφάνεια.

Όταν ο Bono των U2 του ζήτησε να συνεργαστούν ο Plank αρνήθηκε με το σκεπτικό ότι ο σκοπός του είναι να παίζει τον ρόλο του ενδιάμεσου ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το μηχάνημα ηχογράφησης, κάτι που αντιλαμβανόταν ότι οι U2 θα ήταν αδύνατο να δεχτούν.

Ήταν μάλιστα τόσο μεγάλο το πάθος του για την μουσική που, σύμφωνα με τον Holger Czukay, τον έκανε να παραμελεί τον ίδιο του το γιο. Αυτό είναι κάτι που ο Czukai επισημαίνει στο ντοκιμαντέρ, Conny Plank: The Potential of Noise, που σκηνοθέτησε ο γιος του παραγωγού, Stephan Plank σε μια προσπάθειά του να γνωρίσει τον πατέρα του από ανθρώπους με τους οποίους είχε συνεργαστεί καθώς στο σπίτι του αντί για οικογενειακές φωτογραφίες υπάρχουν δίσκοι βινυλίου από τις δουλειές του Conny.

Λίγο πριν πεθάνει από καρκίνο το 1987 σε ηλικία μόλις 47 ετών, (ήταν γεννημένος στις 3 Μαΐου 1940) ο Plank επισκέφθηκε με το γιo του την Ιαπωνία σε μια τελευταία προσπάθεια να αναπληρώσει το  χαμένο χρόνο και να μοιραστεί μαζί του όσο περισσότερες στιγμές μπορούσε.

Η τεράστια κονσόλα του Conny Plank αγοράστηκε από το Βρετανό παραγωγό David M. Allen που τη χρησιμοποίησε για να ηχογραφήσει με τους Cure, τους Sisters of Mercy, τους Chameleons, τους Depeche Mode, τους Mission, τους Human League, τους Clan of Xymox, τη Neneh Cherry και άλλους. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Klaus Schulze: Ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του krautrock - Η πρώτη δεκαετία (1969-1979)...

Tangerine Dream: Η συναυλία τον Αύγουστο του 1983 στον Λυκαβηττό (video)

Krautrock: rock, πολιτική και πρωτοπορία.

Κraftwerk: Άνθρωποι, μηχανές και μουσική

Δύναμη και πάθος: Πενήντα (και κάτι) χρόνια Eloy...

KRAFTWERKFEATURE: Τη μέρα που ο Lester συνάντησε τους Kraftwerk...

Daevid Allen & Gong: Σύντομη αναδρομή σε μια διαστημική καριέρα... 

ΔΕΙΤΕ

Conny Plank - The Potential of Noise (2017)

(μόνο για γερμανομαθείς):

 

 BLOG και ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ MIΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ:

https://tribe4mian.wordpress.com/

https://newzerogod.com/home

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ στο Blackout Radio Show...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.