Interstellar: ανάμεσα στο διάστημα και το ανθρώπινο δράμα (αφιέρωμα στον Christopher Nolan #7)

Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

Γιατί το φιλμ του 2014 εξακολουθεί να διχάζει το κοινό και να ξεχωρίζει ως μία από τις πιο φιλόδοξες sci-fi ταινίες της τελευταίας δεκαετίας

Το Interstellar του Christopher Nolan παραμένει μία από τις πιο συζητημένες ταινίες επιστημονικής φαντασίας της τελευταίας δεκαετίας, ακριβώς επειδή επιχειρεί κάτι σπάνιο: να ενώσει το ανθρώπινο οικογενειακό δράμα με τις μεγάλες ιδέες γύρω από τον χρόνο, το διάστημα και την επιβίωση της ανθρωπότητας. Κυκλοφόρησε το 2014, μετά την τεράστια επιτυχία του Inception, και λειτούργησε ως ακόμη μία απόδειξη ότι ο Nolan ενδιαφέρεται περισσότερο για τη συνολική εμπειρία και τη δομή μιας ταινίας παρά για μια απλή, γραμμική αφήγηση. Μαζί με τον αδελφό του, Jonathan Nolan, υπογράφει ένα σενάριο τοποθετημένο σε ένα κοντινό μέλλον όπου η Γη καταρρέει από την αγροτική κρίση και τις ακραίες κλιματικές συνθήκες, ενώ ένας πρώην πιλότος της NASA, ο Cooper, καλείται να αφήσει πίσω τα παιδιά του για να ηγηθεί μιας αποστολής αναζήτησης νέου κατοικήσιμου κόσμου.

Η φιλοδοξία και τα όρια της ιδέας
Η βασική ιδέα της ταινίας είναι στην πραγματικότητα απλή: ένα τελευταίο ταξίδι για τη σωτηρία του ανθρώπινου είδους. Ο Nolan όμως τη φορτώνει με επιστημονικές θεωρίες, φιλοσοφικά ερωτήματα και έντονο συναίσθημα, δημιουργώντας μια ταινία που άλλοι αντιμετωπίζουν ως αριστούργημα σύγχρονης science fiction και άλλοι ως υπερφιλόδοξη άσκηση ύφους. Και οι δύο οπτικές βρίσκουν έδαφος στην ίδια την ταινία: υπάρχουν στιγμές όπου το Interstellar μοιάζει πραγματικά συγκλονιστικό, και άλλες όπου η αφήγηση φαίνεται να λυγίζει κάτω από το βάρος των ιδεών της.

Από τα πρώτα λεπτά, ο Nolan στήνει μια γήινη, σχεδόν αποκαλυπτική μελαγχολία. Οι σκηνές στη Γη είναι γεμάτες σκόνη, ξερά χωράφια και μια σιωπή που θυμίζει περισσότερο ντοκιμαντέρ παρά blockbuster. Η φωτογραφία του Hoyte van Hoytema αποφεύγει τη γυαλιστερή sci-fi αισθητική και επιλέγει φυσικά χρώματα και φωτισμούς, κάνοντας τη Γη να θυμίζει τις ιστορικές εικόνες του Dust Bowl στην Αμερική, ενώ το διάστημα παρουσιάζεται όχι ως φαντασμαγορικό θέαμα, αλλά ως τεράστιος, παγωμένος και τρομακτικός χώρος που μικραίνει τους ανθρώπους μέσα του.

Σκηνές- κόμβοι: χρόνος, απώλεια και κλίμακα
Η πρώτη μεγάλη σκηνή όπου ξεδιπλώνεται η δύναμη της ταινίας είναι η επίσκεψη στον πλανήτη-ωκεανό, όπου η επιφανειακά «απλή» σεναριακή ιδέα ότι λίγα λεπτά εκεί αντιστοιχούν σε χρόνια στη Γη μετατρέπεται σε καθαρή κινηματογραφική ένταση. Τα γιγάντια κύματα εμφανίζονται αργά στον ορίζοντα και η κάμερα κρατά τους χαρακτήρες μικρές φιγούρες μέσα στο τοπίο, υπογραμμίζοντας πόσο ασήμαντοι είναι απέναντι στις δυνάμεις του σύμπαντος και απέναντι στον ίδιο τον χρόνο.

Η σκηνή που ακολουθεί, με τον Cooper να παρακολουθεί τα σωρευμένα βίντεο των παιδιών του που έχουν μεγαλώσει χωρίς εκείνον, είναι ίσως η πιο ανθρώπινη στιγμή του Interstellar. Εδώ η ταινία αφήνει στην άκρη το εντυπωσιακό θέαμα και βασίζεται στο πρόσωπο του Matthew McConaughey, ο οποίος καταφέρνει να συμπυκνώσει μέσα σε λίγα λεπτά την ενοχή, την απώλεια και το σοκ ενός ανθρώπου που βλέπει τη ζωή των παιδιών του να περνά κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια του.

Ερμηνείες και χαρακτήρες
Ο McConaughey βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα, έχοντας ήδη πίσω του ερμηνείες στα Mud και Dallas Buyers Club που απέδειξαν ότι μπορεί να αναλάβει πιο απαιτητικούς ρόλους. Στο Interstellar κουβαλά σχεδόν ολόκληρη την ταινία στους ώμους του, υποδυόμενος όχι έναν παραδοσιακό «ήρωα», αλλά έναν άνθρωπο που παλεύει να αντέξει τις συνέπειες των επιλογών του και να συμφιλιώσει το καθήκον προς την ανθρωπότητα με την ευθύνη απέναντι στην οικογένειά του.

Εξίσου δυνατή είναι η παρουσία της Jessica Chastain ως ενήλικης Murph, η οποία φέρνει στην ιστορία θυμό, πένθος και συναισθηματικό βάρος, λειτουργώντας ως συναισθηματικός καθρέφτης των επιλογών του πατέρα της. Η Anne Hathaway δίνει μια ενδιαφέρουσα, πιο εσωτερική ερμηνεία ως Brand, αν και σε ορισμένα σημεία ο χαρακτήρας της μοιάζει να χρησιμοποιείται κυρίως ως όχημα για να εκφράσει το σενάριο τις ιδέες του γύρω από την αγάπη, τη διαίσθηση και την ηθική της επιβίωσης.

Μουσική, μοντάζ και η ένταση της εμπειρίας
Μεγάλο μέρος της δύναμης του Interstellar προέρχεται από τη μουσική του Hans Zimmer, που εδώ απομακρύνεται από τις πιο επιθετικές, “action” φόρμες προηγούμενων συνεργασιών του με τον Nolan. Αντ’ αυτών, βασίζεται σε εκκλησιαστικό όργανο, χορωδίες και επαναλαμβανόμενα μοτίβα που δημιουργούν ένα αίσθημα δέους, μοναξιάς και σχεδόν θρησκευτικής απορίας απέναντι στο άγνωστο.

Σε σκηνές όπως η προσπάθεια σύνδεσης του Endurance ενώ περιστρέφεται εκτός ελέγχου, η μουσική του Zimmer και το μοντάζ του Lee Smith συνεργάζονται άψογα, χτίζοντας μία από τις πιο αγωνιώδεις και σωματικά αισθητές σκηνές του σύγχρονου blockbuster κινηματογράφου. Εδώ ο Nolan πετυχαίνει ακριβώς αυτό που επιδιώκει: μια καθαρά κινηματογραφική εμπειρία, όπου εικόνα, ήχος και ρυθμός δουλεύουν μαζί, χωρίς να χρειάζονται επεξηγηματικούς διαλόγους.

Εκεί όπου η ταινία λυγίζει
Παρά τις αρετές της, η ταινία δεν καταφέρνει πάντα να βρει την ισορροπία που αναζητά. Στην τελευταία πράξη, όταν η ιστορία μετατρέπεται σε πιο αφηρημένη, μεταφυσική εμπειρία - από την πτώση του Cooper στη μαύρη τρύπα μέχρι το περίφημο tesseract - το Interstellar δυσκολεύεται να κρατήσει τη συναισθηματική και αφηγηματική συνοχή που είχε χτίσει πιο πριν. Ο Nolan προσπαθεί να αγκαλιάσει πολύ μεγάλα θέματα - αγάπη, χρόνο, μνήμη, ανθρώπινη επιβίωση - και κάποιες φορές οι διάλογοι γίνονται πιο θεωρητικοί απ’ όσο χρειάζεται, εξηγώντας ιδέες που λειτουργούν καλύτερα όταν μένουν μισό βήμα πιο υπαινικτικές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταινία καταρρέει, αλλά ότι η εντυπωσιακή οπτική και τεχνική της πρόταση δεν συνοδεύεται πάντα από ισότιμα προσεκτικό δραματουργικό ζύγισμα. Εκεί όπου το Interstellar είναι πιο δυνατό - στις σιωπές, στις χειρονομίες, στις συγκρούσεις πατέρα-κόρης - μερικές φορές υπονομεύεται από την ανάγκη του Nolan να εξηγήσει και να «κλείσει» νοηματικά όσα θα μπορούσαν να μείνουν ανοιχτά.

Ένα φιλμ βαθιά φιλόδοξο - και γι’ αυτό ζωντανό

Το Interstellar μπορεί να μην είναι η πιο ολοκληρωμένη ταινία του Christopher Nolan, όμως είναι ίσως η πιο φιλόδοξη. Ένα φιλμ που χρησιμοποιεί την επιστημονική φαντασία όχι για να μιλήσει για το μέλλον, αλλά για όσα αφήνουμε πίσω στο παρόν• τους ανθρώπους που αγαπάμε, τον χρόνο που χάνεται και τις επιλογές που συνεχίζουν να μας ακολουθούν.

Ίσως γι' αυτό, περισσότερο από δέκα χρόνια μετά, παραμένει ένα έργο που δεν εξαντλείται στις απαντήσεις του. Η αξία του βρίσκεται κυρίως στα ερωτήματα που επιμένει να αφήνει ανοιχτά.

Με το Dunkirk, ο Nolan θα αφήσει πίσω του τους γαλαξίες και θα επιστρέψει στη γη. Όμως αυτό που τον απασχολεί παραμένει το ίδιο: ο χρόνος και ο άνθρωπος απέναντί του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

The Prestige: ταχυδακτυλουργικό νούμερο σε τρία επίπεδα (αφιέρωμα στον Christopher Nolan #5)

Ο Batman που άλλαξε το σινεμά (The Dark Knight Trilogy: αφιέρωμα στον Christopher Nolan #4)

Memento (2000): Όταν η αφήγηση γίνεται παγίδα μνήμης (Αφιέρωμα στον Christopher Nolan #2)

Insomnia (2002): Το ξεχασμένο φιλμ που εξηγεί τα πάντα (αφιέρωμα στον Christopher Nolan #3)

Following (1998): Η πιο καθαρή και υπόγεια στιγμή του Christopher Nolan (Αφιέρωμα #1)

Inception (2010): Μια ιδέα αρκεί για να αλλάξει την πραγματικότητα, ή να τη διαλύσει... (Αφιέρωμα στον Christopher Nolan #6)

One Battle After Another: Η πολιτική ταινία του Paul Thomas Anderson (Αφιέρωμα στον Paul Thomas Anderson #10)

 


image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.