Το «Live Evil» των Black Sabbath, μία από τις πιο δυναμικές ζωντανές μαρτυρίες του heavy metal...

Γράφει ο Γιώργος Τσέκας

Υπάρχουν ζωντανά άλμπουμ που λειτουργούν ως απλές καταγραφές συναυλιών και υπάρχουν εκείνα που αποκτούν σχεδόν μυθική διάσταση. Το Live Evil ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Κυκλοφόρησε στα τέλη του 1982 και αποτελεί το πρώτο επίσημο live άλμπουμ στην ιστορία των Black Sabbath, καθώς το Live at Last του 1980 δεν είχε εγκριθεί από το συγκρότημα. Η ηχογράφησή του πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το Mob Rules, με τη σύνθεση των Ronnie James Dio, Tony Iommi, Geezer Butler και Vinny Appice. Η κυκλοφορία του Live at Last επηρέασε άμεσα τη δημιουργία του Live Evil, επειδή έδειξε στους Black Sabbath ότι ένα ζωντανό άλμπουμ μπορούσε να κυκλοφορήσει χωρίς τον έλεγχο ή την έγκρισή τους.

Το Live at Last κυκλοφόρησε το 1980 από τον πρώην μάνατζερ τους Patrick Meehan, με ηχογραφήσεις του 1973, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της μπάντας. Παρά την προβληματική ποιότητα και την ανεπίσημη φύση του, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία, φτάνοντας μέχρι το Νο. 5 των βρετανικών charts. Αυτό δημιούργησε δύο προβλήματα για τους Sabbath: Αφενός το συγκρότημα δεν είχε τον καλλιτεχνικό και οικονομικό έλεγχο ενός δίσκου που έφερε το όνομά του και αφετέρου το Live at Last παρουσίαζε την παλιά σύνθεση με τον Ozzy Osbourne, ενώ εκείνη την περίοδο οι Sabbath είχαν ήδη περάσει στη νέα εποχή με τον Ronnie James Dio. Έτσι, οι Black Sabbath αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν το πρώτο επίσημα εγκεκριμένο live άλμπουμ τους, αυτή τη φορά με ηχογραφήσεις από την περιοδεία του Mob Rules το 1982. Το Live Evil δεν ήταν απλώς μια επανάληψη του Live at Last· λειτουργούσε ως δήλωση ότι η ενεργή και επίσημη εκδοχή των Sabbath ήταν πλέον η σύνθεση με τον Dio, τον Tony Iommi, τον Geezer Butler και τον Vinny Appice. Με άλλα λόγια, το Live at Last έδειχνε το παρελθόν των Sabbath, ενώ το Live Evil προσπάθησε να αποτυπώσει το παρόν και τη δυναμική της περιόδου Heaven and Hell–Mob Rules.

Σύμφωνα με τον Tony Iommi, η απόφαση για το Live Evil προέκυψε από δύο βασικούς παράγοντες: την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία του Live at Last και το Speak of the Devil του Ozzy Osbourne, ένα live άλμπουμ που περιείχε αποκλειστικά τραγούδια των Black Sabbath. Το δεύτερο γεγονός έκανε την κατάσταση ακόμη πιο ανταγωνιστική: ο Ozzy παρουσίαζε τη δική του εκδοχή της κληρονομιάς των Sabbath, επομένως η μπάντα με τον Dio χρειαζόταν ένα ισχυρό επίσημο live ντοκουμέντο. Το Live at Last δεν προκάλεσε μόνο του την κυκλοφορία του Live Evil, αλλά υπήρξε ο καταλύτης. Η επιτυχία του απέδειξε ότι υπήρχε σημαντική ζήτηση για live Black Sabbath, ενώ η ανεπίσημη κυκλοφορία του ώθησε το συγκρότημα να δημιουργήσει ένα δικό του, ελεγχόμενο και σύγχρονο live άλμπουμ. Το Live Evil ήταν, επομένως, ταυτόχρονα καλλιτεχνική απάντηση, εμπορική κίνηση και προσπάθεια των Sabbath να διεκδικήσουν τον έλεγχο της ίδιας τους της ιστορίας.

Το Live Evil αποτυπώνει μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο για τους Sabbath. Μετά την αποχώρηση του Ozzy Osbourne, πολλοί θεωρούσαν ότι το συγκρότημα είχε χάσει την ταυτότητά του. Ωστόσο, η άφιξη του Dio οδήγησε σε μια εντυπωσιακή καλλιτεχνική αναγέννηση, αρχικά με το Heaven and Hell και στη συνέχεια με το Mob Rules. Στη σκηνή, η νέα σύνθεση δεν προσπαθεί να αναπαραγάγει απλώς το παρελθόν, αλλά το επανερμηνεύει με μεγαλύτερη θεατρικότητα, ένταση και τεχνική ακρίβεια. Η έναρξη με το ατμοσφαιρικό “E5150” οδηγεί στο εκρηκτικό “Neon Knights”, ενώ το “N.I.B.” αποκτά μια πιο επιθετική και δυναμική μορφή. Η φωνή του Dio είναι το μεγάλο πρωταγωνιστικό στοιχείο. Είτε κινείται στις μελωδικές κορυφές του “Children of the Sea” και του “Heaven and Hell”, είτε επιβάλλεται μέσα από τις σκοτεινές αφηγήσεις του “Black Sabbath”, διατηρεί απόλυτο έλεγχο και χαρισματική παρουσία. Παράλληλα, το άλμπουμ αποδεικνύει ότι οι κλασικές συνθέσεις της εποχής του Ozzy μπορούν να σταθούν με διαφορετικό τραγουδιστή. Τα “War Pigs”, “Iron Man”, “Paranoid” και “Children of the Grave” δεν ακούγονται σαν μουσειακά κατάλοιπα, αλλά σαν ζωντανά κομμάτια ενός συγκροτήματος που εξακολουθεί να εξελίσσεται. Ο Dio δεν μιμείται τον προκάτοχό του• προσφέρει στις ερμηνείες τη δική του δραματικότητα, κάνοντας τα τραγούδια πιο επικά και επιβλητικά. 

Στο κιθαριστικό μέτωπο, ο Tony Iommi παραμένει η σταθερή, σκοτεινή δύναμη των Sabbath. Τα riffs του είναι βαριά, ογκώδη και αναγνωρίσιμα, ενώ τα εκτεταμένα περάσματα στο “Heaven and Hell” και στο “The Sign of the Southern Cross” προσφέρουν χώρο για ατμόσφαιρα και αυτοσχεδιασμό. Ο Geezer Butler κρατά ένα στιβαρό, γεμάτο groove υπόβαθρο, ενώ ο Vinny Appice παίζει με δύναμη και ακρίβεια, χαρίζοντας στο συγκρότημα έναν πιο μοντέρνο, πολεμικό ήχο. Η αρχική μίξη έχει κατά καιρούς επικριθεί, κυρίως για την ισορροπία των οργάνων και τη γενικότερη παραγωγή. Παρ’ όλα αυτά, η ενέργεια της εμφάνισης παραμένει αδιαμφισβήτητη. Το Live Evil δεν είναι τέλειο επειδή είναι άψογο, αλλά επειδή μεταφέρει την αίσθηση μιας μπάντας που βρίσκεται στο απόγειο των δυνατοτήτων της. Είναι το οριστικό ζωντανό μνημείο της σύνθεσης Dio–Iommi–Butler–Appice και ένα από τα σημαντικότερα live άλμπουμ στην ιστορία του heavy metal.

Κι όμως έχει μείνει μια σκιά πάνω από τον δίσκο, πως είναι το άλμπουμ που έφερε την διάλυση των Black Sabbath με τον Dio στην σύνθεση του. Ήταν όμως αυτό πραγματικότητα; Η διάλυση της σύνθεσης Dio–Iommi δεν οφειλόταν αποκλειστικά στο Live Evil. Η ηχογράφηση και κυρίως η μίξη του άλμπουμ λειτούργησαν ως ο καταλύτης που έφερε στην επιφάνεια ήδη υπάρχουσες εντάσεις ανάμεσα στον Ronnie James Dio, τον Tony Iommi, τον Geezer Butler και τον Vinny Appice. Κατά τη διάρκεια της μίξης, ο Dio και ο Appice πήγαιναν στο στούντιο, ενώ ο Iommi και ο Butler δεν ήταν πάντοτε παρόντες. Σύμφωνα με την πλευρά των Iommi και Butler, ο Dio και ο Appice έμπαιναν κρυφά στον χώρο και ζητούσαν να δυναμώσουν τα φωνητικά και τα τύμπανα, μειώνοντας παράλληλα την ένταση της κιθάρας και του μπάσου. Με αυτόν τον τρόπο, υποτίθεται ότι προσπαθούσαν να κάνουν το άλμπουμ να ακούγεται περισσότερο σαν προσωπικό όχημα του Dio.

Ο Dio αρνήθηκε κατηγορηματικά την κατηγορία. Η δική του εκδοχή ήταν ότι ο Iommi και ο Butler δεν εμφανίζονταν για αρκετές ημέρες στο στούντιο, με αποτέλεσμα ο ίδιος και ο Appice να ακούν τις ηχογραφήσεις και να δοκιμάζουν απλές αλλαγές στις στάθμες του ήχου. Δεν θεωρούσε ότι πραγματοποιούσε αυθαίρετη τελική μίξη, αλλά ότι προσπαθούσε να προχωρήσει μια διαδικασία που είχε μείνει στάσιμη. Αργότερα, ο Dio υποστήριξε ότι ο μηχανικός ήχου, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα και φέρεται να έπινε υπερβολικά, δημιούργησε ή μετέφερε τη συγκεκριμένη παρανόηση. Πίσω από το περιστατικό υπήρχαν ήδη αρκετές διαφωνίες. Ο Dio είχε ισχυρή προσωπικότητα και ξεκάθαρη άποψη για την καλλιτεχνική κατεύθυνση του συγκροτήματος. Η επιτυχία των Heaven and Hell και Mob Rules είχε ανανεώσει τους Black Sabbath, αλλά ταυτόχρονα είχε αλλάξει τις ισορροπίες. Ο Dio δεν ήταν απλώς ένας διεκπαιρεωτικός τραγουδιστής• συμμετείχε στη σύνθεση, στους στίχους και στη συνολική εικόνα της μπάντας.

Παράλληλα, η εξαντλητική περιοδεία του Mob Rules είχε επιβαρύνει τις σχέσεις των μελών. Οι διαφορετικές αντιλήψεις για τη λειτουργία του συγκροτήματος, η απόσταση ανάμεσα στους ιδρυτές και τα νεότερα μέλη, καθώς και η αίσθηση ότι δεν υπήρχε πλέον αμοιβαία εμπιστοσύνη, έκαναν τη σύγκρουση σχεδόν αναπόφευκτη. Ο ίδιος ο Iommi έχει περιγράψει τις συγκεκριμένες συνεδρίες ως ιδιαίτερα προβληματικές, υποστηρίζοντας ότι οι ηχογραφήσεις άλλαζαν από μέρα σε μέρα και ότι ο μηχανικός ήχου δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις διαφορετικές παρεμβάσεις.

Οι κατηγορίες προκάλεσαν οριστική ρήξη. Ο Dio θεώρησε ότι η εμπιστοσύνη είχε χαθεί και ότι ο ίδιος και ο Appice είχαν αδικηθεί δημόσια. Τον Οκτώβριο του 1982 αποχώρησαν από τους Black Sabbath και σύντομα δημιούργησαν το συγκρότημα Dio. Επομένως, το Live Evil δεν «διέλυσε» μόνο του τη σύνθεση. Η προβληματική μίξη, οι αλληλοκατηγορίες και η έλλειψη επικοινωνίας απλώς αποτέλεσαν την τελική σπίθα σε ένα ήδη τεταμένο περιβάλλον. Από ειρωνία, το άλμπουμ που θα έπρεπε να καταγράψει τον θρίαμβο της νέας εποχής των Black Sabbath έμεινε τελικά ως το μνημείο της πρώτης διάλυσής της.

Το εξώφυλλο του Live Evil (1982) των Black Sabbath είναι μια πυκνά συμβολική εικονογράφηση που απεικονίζει μια σειρά από μορφές και στοιχεία, κάθε ένα από τα οποία αναφέρεται οπτικά σε συγκεκριμένα τραγούδια του δίσκου (και ευρύτερα της δισκογραφίας του συγκροτήματος). Το artwork σχεδιάστηκε με βάση την ιδέα του Paul Clark (album cover concept), με art direction/design από τον Jay Vigon και εικονογράφηση του Stan Watts. Οι εικονογραφήσεις του εξωφύλλου αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα τραγούδια του δίσκου: ένας άντρας που ουρλιάζει δεμένος με ψυχιατρικό ιμάντα (straitjacket) απεικονίζει το «Paranoid», ενώ ένας σαμάνος ή ιερέας βουντού αναφέρεται στο «Voodoo». Ένας άγγελος και ένας διάβολος συμβολίζουν το «Heaven and Hell», και ένας ιππότης με λαμπερό σπαθί το «Neon Knights». Μια κουκουλωμένη μορφή με κουκούλα παραπέμπει στο «Black Sabbath» ή στο «N.I.B.», ενώ ένας άνθρωπος με μεταλλικό δέρμα που κάνει επίδειξη μυών αντιπροσωπεύει το «Iron Man». Ένα γουρούνι ντυμένο στρατιωτικός ή λοχίας εικονογραφεί το «War Pigs», και παιδιά μέσα σε ένα φέρετρο που επιπλέει στο νερό συνδυάζουν αναφορές στο «Children of the Grave» (το φέρετρο) και στο «Children of the Sea» (το νερό/θάλασσα). Ένας άντρας με μαστίγιο αντιστοιχεί στο «The Mob Rules», και κεραυνοί που σχηματίζουν το κεφάλι ενός διαβόλου απεικονίζουν το «E5150». Στο πίσω εξώφυλλο εμφανίζονται επιπλέον μια ακουστική κιθάρα πεταμένη στην ακτή, που συνδέεται με το «Fluff», καθώς και το αστρολογικό σύμπλεγμα του Νότιου Σταυρού (Southern Cross), που παραπέμπει στο «The Sign of the Southern Cross». Ο τίτλος «Live Evil» παίζει και με την παλινδρομική γραφή: στο εξώφυλλο το «evil» εμφανίζεται ως κατοπτρική/αντικατοπτρική εικόνα του «live», ενισχύοντας το θέμα του «ζωντανού κακού» που ταιριάζει στη θεματολογία του συγκροτήματος. Χρειάζεται να πω πως ήταν από μόνος του ένας λόγος για τον πρώιμα έφηβο εαυτό μου για να λατρέψει τον δίσκο...; Μάλλον όχι...

Το Live Evil είναι το οριστικό ντοκουμέντο μιας μπάντας που ξαναγεννήθηκε, αλλά και το σημείο καμπής όπου οι εσωτερικές τριβές έγιναν ρήξη. Η σημασία του δεν κρίνεται από την τελική μίξη ή τις αλληλοκατηγορίες, αλλά από την ενέργεια που μεταφέρει: μια σύνθεση στο απόγειό της, που έκανε τα κλασικά κομμάτια να ακούγονται ξανά επικίνδυνα και τα νέα να στεριώνουν ως ισότιμα μέλη του κανόνα. Αν το εξώφυλλο λειτουργεί ως εικονογραφημένος χάρτης της δισκογραφίας τους, ο τίτλος «Live Evil» λειτουργεί ως ειρωνικό προοίμιο: το άλμπουμ που θα έπρεπε να γιορτάζει τη νέα εποχή των Sabbath κατέληξε να σημαδεύει το τέλος της. Κι όμως, σχεδόν 40+ μετά, ο δίσκος στέκεται ως μία από τις πιο δυναμικές ζωντανές μαρτυρίες του heavy metal — και, ναι, για πολλούς από εμάς που τον ανακαλύψαμε σε πολύ νεαρή ηλικία, ήταν και η αφορμή για να λατρέψουμε για πάντα αυτή την εκδοχή των Black Sabbath.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Η δεύτερη ζωή του «Forbidden» των Black Sabbath...

Black Sabbath: Αναμνήσεις από μια Τεχνολογική Έκσταση...

«Stargazer»: Το απόλυτο έπος των Rainbow και ένα γνήσιο πετράδι στο στέμμα του rock and roll...

To Holy Diver των Dio, μόνιμη πηγή έμπνευσης για πολλές γενιές metal μουσικών και οπαδών...

Μαθήματα ιστορίας: Μοb Rules (Κill Ozzy?)

«Όταν ήμουν έξι χρονών...» (Το όραμα του μπασίστα των Black Sabbath, Geezer Butler)

Όταν ο Tony Iommi υπήρξε μέλος των Jethro Tull...

Το California Jam του 1974 και μερικά πράγματα που θα έπρεπε να ξέρουμε γι’ αυτό...

Black Sabbath: Για όλα υπάρχει κάποιος λόγος...

Black Sabbath – Τα Γουρούνια του Πολέμου, η Αγία Βαλπουργία και η Μεγάλη Νύχτα των Μαγισσών

Ronnie James Dio: Μερικά πράγματα που ξέρετε ή δεν ξέρετε γι' αυτόν...


image

Γιώργος Τσέκας

Ηeavy metal lover, bad decision taker, satan worshipper, storyteller, collector of mistakes...
 
 
 
image

Γιώργος Τσέκας

Ηeavy metal lover, bad decision taker, satan worshipper, storyteller, collector of mistakes...
 
 
 
image

Γιώργος Τσέκας

Ηeavy metal lover, bad decision taker, satan worshipper, storyteller, collector of mistakes...