Alice Cooper: 46 χρόνια από τότε που καλωσορίσαμε τον εφιάλτη μας...

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Θυμάμαι ακόμα μια γελοιογραφία στο περιοδικό Αγκάθι του Θανάση Μάνθου, στην οποία υποτίθεται πως ο Alice Cooper είχε βγει από κάποια κλινική απεξάρτησης και ο Bob Ezrin του πρότεινε να κάνουν το άλμπουμ Welcome To My Nightmare. «Έχω γράψει κάποια τραγούδια που σου πηγαίνουν γάντι», του έλεγε στα καρέ της γελοιογραφίας ο Ezrin, ή κάπως έτσι τέλος πάντων, αλλά αυτό μου είχε αφήσει για χρόνια την εντύπωση πως έτσι είχαν γίνει τα πράγματα. Ήταν άραγε σωστή αυτή η εικόνα;

Για να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, ο Bob Ezrin είναι ένας πασίγνωστος Καναδός παραγωγός μεγάλων καλλιτεχνών. Στο σημείο αυτό να ξεκαθαρίσω ότι, ως τριτοκοσμική χώρα η Ελλάς, θεωρεί δια νόμου παραγωγό ενός δίσκου τον άνθρωπο εκείνο που βάζει τα λεφτά για να γίνει ο δίσκος και δεν αντιλαμβάνεται νομικά την έννοια του παραγωγού όπως ο Bob Ezrin, o Steve Lillywhite, ή  όποιος άλλος που κάνει αυτή την δουλίτσα. Είναι μια από τις ανύπαρκτες δουλειές. Ψάξτε για παράδειγμα στην χώρα μας να βρείτε publisher και όταν τον βρείτε, εμένα να μου γράψετε…

Οι Alice Cooper πριν γίνουν ο... Alice Cooper...

Να βάλω εδώ μια αγκύλη και να εξηγήσω τι εστί publisher: Την εποχή του Μπαχ, του Μπετόβεν κλπ., δεν υπήρχε τρόπος ηχητικής καταγραφής της μουσικής. Συνεπώς, οι συνθέτες κατέφευγαν σε εκδότες (publishers) βιβλίων οι οποίοι αναπαρήγαγαν την παρτιτούρα του μουσικού έργου και τη διέθεταν, έναντι αντιτίμου, σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Χρόνια αργότερα, ο publisher αυτός έχει διαχωριστεί από τον εκδότη βιβλίων. Η δουλειά του είναι να πηγαίνει στις διάφορες ΑΕΠΙ (ASCAP για Αμερική, GEMA για Γερμανία, PRS για Αγγλία) και να συλλέγει για λογαριασμό του πελάτη του τα χρήματα από τις δημόσιες εκτελέσεις, τα μηχανικά δικαιώματα κ.ο.κ. Επίσης, δέχεται ή απορρίπτει προτάσεις άλλων καλλιτεχνών που επιθυμούν να αγοράσουν τα δικαιώματα για να διασκευάσουν τραγούδια δικών του καλλιτεχνών, προσπαθεί να χώσει τραγούδια σε διαφημίσεις και ταινίες, και μάλιστα φτάνει σε σημείο, αν ο πελάτης του ξεμείνει από εταιρεία, να του βρει εκείνος.

Ο publisher είναι ένας πάρα πολύ σημαντικός οικονομικός πόρος για τον καλλιτέχνη που του εξασφαλίζει ένα εισόδημα, μικρό ή μεγάλο, για όλη του την ζωή. Μπορεί όμως να γίνει μια παγίδα για τον καλλιτέχνη πείθοντάς τον να υπογράψει ένα πολυετές συμβόλαιο και να πετάξει το έργο του στο συρτάρι– αυτό συμβαίνει συνήθως με πολυεθνικές δισκογραφικές που έχουν και publishing department.

Κλείνει η αγκύλη…

Ξανά οι Alice Cooper πριν γίνουν ο... Alice Cooper

Εάν θέλετε ακόμα να γελάσετε, πηγαίνετε στην τοπική εφορία της περιοχής σας για να δηλώσετε ότι θέλετε να ανοίξετε δισκογραφική εταιρία και γράψτε μας τις αντιδράσεις και τις ερωτήσεις του υπαλλήλου για να γελάσουμε όλοι παρέα.

Στην μακρινή μουσική βιομηχανία του εξωτερικού, όπου τέλος πάντων αυτή υπάρχει, producer είναι ο υπεύθυνος για τον ήχο που παράγει ένας καλλιτέχνης σε ένα συγκεκριμένο συγκεκριμένο δίσκο. Η δουλειά του είναι να δίνει συμβουλές για το πώς θα παιχτεί ένα τραγούδι, να κάνει αλλαγές στην δομή ή στο παίξιμο των οργάνων και να δίνει οδηγίες για την ηχητική κατεύθυνση καθοδηγώντας, μεταξύ άλλων, τον ηχολήπτη στην κονσόλα.

Ο παραγωγός, δεν χώνει φράγκα, ίσα-ίσα το συγκρότημα ή η δισκογραφική εταιρεία τον επιλέγουν για τον ήχο που έχει δημιουργήσει στο παρελθόν με άλλους καλλιτέχνες και τον πληρώνουν αδρά, εάν και εφόσον πρόκειται για μεγάλο όνομα.

Αν, για παράδειγμα, είχες πάρει τον Lee Scratch Perry να σου κάνει  παραγωγή ενώ είσαι οι Venom, σίγουρα το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ ενδιαφέρον, αλλά τότε θα ακούγαμε, τουλάχιστον εγώ,  για πρώτη φορά extreme metal με μια dub προσέγγιση (για να το θέσω ευγενικά). Αυτό δεν γίνεται. Είναι σαν να βάζεις μουστάρδα στο προφιτερόλ…

Επιπλέον ο παραγωγός, λόγω γνωριμιών, μπορεί να εξασφαλίσει στον καλλιτέχνη και την υπογραφή συμβολαίου με κάποια δισκογραφική εταιρία.

Bob Ezrin

Η πρώτη δισκογραφική παραγωγή του Bob Ezrin, λοιπόν, ήταν το Love It Τo Death, το τρίτο άλμπουμ που κυκλοφόρησε το συγκρότημα των Alice Cooper το 1971 και περιείχε τη μεγάλη επιτυχία «I'm Eighteen».

Η μπάντα είχε δημιουργηθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και το 1968 κατέληξε στο όνομα Alice Cooper έχοντας χρησιμοποιήσει προηγουμένως διάφορα άλλα ονόματα. Κάποια στιγμή, ο Frank Zappa έψαχνε να υπογράψει καλλιτέχνες για την Straight Records, την δισκογραφική εταιρία που είχε δημιουργήσει μαζί με τον μάνατζέρ του, Herb Cohen. Σύμφωνα με το ραντεβού, η μπάντα έπρεπε να πάει στο σπίτι του Zappa στις «7 ακριβώς» για να περάσει οντισιόν. Οι Alice Cooper πήγαν στις 7 το πρωί, ενώ ο Frank εννοούσε φυσικά το απόγευμα.

Δεν ξέρω τι είχαν στο μυαλό τους όταν το έκαναν αυτό, αλλά ο αγουροξυπνημένος Zappa, εντυπωσιάστηκε από ένα συγκρότημα που είχε όρεξη να κάνει βαβούρα σχεδόν αξημέρωτα και έτσι τους υπέγραψε. Το 1970, ο Zappa πούλησε τη Straight Records για πενήντα χιλιάρικα [δολάρια] στη Warner.

Το χαλαρό, ψυχεδελικό freak-rock των δύο πρώτων άλμπουμ των Alice Cooper δεν κατάφερε να πετύχει το κατάλληλο ακροατήριο και έτσι επιστρατεύθηκε ως παραγωγός ο Bob Ezrin που παρότρυνε το συγκρότημα να επικεντρωθεί περισσότερο στην σύνθεση των τραγουδιών του και να κάνει δέκα έως δώδεκα ώρες πρόβα την ημέρα για δύο μήνες.

Οι Alice Cooper κυκλοφόρησαν το σινγκλ «I’m Eighteen», αλλά η Warner τους ενημέρωσε ότι θα τους έβαζε στο στούντιο για να ηχογραφήσουν ολοκληρωμένο άλμπουμ μόνο αν υπήρχαν πωλήσεις.

Το συγκρότημα πλακώθηκε να τηλεφωνεί σε ραδιοφωνικούς σταθμούς παριστάνοντας τους θαυμαστές των Alice Cooper και ζητώντας να ακούσουν το σινγκλ. Έκαναν εκατοντάδες τηλεφωνήματα και πλήρωναν ακόμα και άλλους με ένα δολάριο για να καλούν τους σταθμούς και να ζητούν το τραγούδι.

 

O Alice Cooper και ο Bob Ezrin (δεξιά) μπροστά από την κονσόλα και ο επισκέπτης Donovan (αριστερά)

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το «I'm Eighteen» έφτασε στο Νο. 21 και έτσι η Warner πείστηκε ότι οι Alice Cooper είχαν εμπορικές προοπτικές για να τους κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ.

Την άνοιξη του 1974 όμως το συγκρότημα Alice Cooper διαλύθηκε και ο Vincent Damon Furnier αποφάσισε να κρατήσει το όνομα για πάρτη του. Προσέλαβε, λοιπόν, τον Ezrin για να κάνει την παραγωγή στην πρώτη του σόλο κυκλοφορία, ένα concept άλμπουμ όπου ο Cooper αφηγείται τους εφιάλτες του Steven, του πρωταγωνιστή αυτών των ιστοριών.

Κάλεσε μάλιστα τον κιθαρίστα  Steve Hunter που είχε παίξει στο άλμπουμ Billion Dollar Babies των Alice Cooper και είχε συνεργαστεί με τον Ezrin στο άλμπουμ Berlin του Lou Reed (επίσης μια παραγωγή του Ezrin). Αργότερα ο Hunter θα έπαιζε πάλι με τον Lou Reed («Sweet Jane») αλλά και με τους Aerosmith («Train Kept A Rollin'»), τον Peter Gabriel («Solsbury Hil»), και πολλούς άλλους.

Ο βασικός κιθαρίστας του Welcome To My Nightmare, ήταν ο Dick Wagner, ο οποίος επίσης είχε παίξει στο Berlin. (Στο άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 2021, ο Cooper διασκεύασε το «Rock & Roll» του Lou Reed). Ο Wagner είχε παίξει στο άλμπουμ School’s Out των Alice Cooper και όταν η μπάντα διαλύθηκε ακολούθησε τον Alice Cooper και έγινε ο κύριος συν-συνθέτης, κιθαρίστας και ενορχηστρωτής του.

Στο σημείο αυτό λύνεται το μυστήριο που είχε δημιουργήσει στο μυαλό μου ο Θανάσης Μάνθος για το ποιος έγραψε το «Welcome To My Nightmare». Ήταν ο Cooper μαζί με τον Wagner και όχι ο Ezrin, όπως έλεγε στην γελοιογραφία του.

Τον μονόλογο στο τραγούδι «Devil's Food» απαγγέλλει ο διάσημος σταρ των ταινιών τρόμου Vincent Price. Όπως λέει ο ίδιος ο Wagner,  είχε γράψει το ριφ και τη μελωδική γραμμή της φωνής του «Only Women Bleed» αρκετά χρόνια νωρίτερα, στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, στη διάρκεια της θητείας του με το συγκρότημα των Frost, αλλά το τραγούδι δεν ηχογραφήθηκε επειδή δεν του άρεσαν ποτέ οι πρώτοι στίχοι. Έπαιξε λοιπόν το ριφάκι στον Cooper και οι δυο μαζί έγραψαν καινούργιους στίχους.

Vincent Price και Alice Cooper 

Το «Only Women Bleed» είναι μια μπαλάντα για την ενδοοικογενειακή βία, αλλά συχνά παρεξηγείται από διάφορους που νομίζουν ότι το τραγούδι αφορά την έμμηνο ρύση, κάτι που εκείνη την εποχή έκανε τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς να το αποφεύγουν. Σαν σινγκλ από τον Cooper κυκλοφόρησε απλώς ως «Only Women» και έκτοτε το έχουν διασκευάσει πάνω από 30 καλλιτέχνες, ανάμεσά τους οι  Tina Turner, η Etta James, οι Guns N' Roses, η Lita Ford, η Carmen McRae και η Tori Amos.

Οι Cooper, Wagner και Ezrin έγραψαν το «Welcome Τo My Nightmare», το τραγούδι που ανοίγει το άλμπουμ, έχοντας στο μπάσο τον Tony Levin, γνωστό από την συνεργασία του με τους King Crimson. Αν είχατε παρακολουθήσει τη συναυλία του Peter Gabriel στο Θέατρο Λυκαβηττού τον Οκτώβριο του 1987, τότε τον είχατε δει. Στα τύμπανα κάθισε ο Johnny «Bee» Badanjek των Edgar Winter, Dr. John, και Bob Seger. Το τραγούδι έφτασε στο νούμερο 45 του Billboard και οι πιο «σκληροί» μπορούν να το απολαύσουν διασκευασμένο από τον Ronnie James Dio.

Cooper και Ezrin

Το εξώφυλλο είχε φιλοτεχνήσει ο Struzan, ένας γραφίστας κυρίως γνωστός από τις κινηματογραφικές αφίσες του. Δικές του δουλειές είναι τα πόστερ των ταινιών Blade Runner, Indiana Jones, Back to the Future, Star Wars, Blade Runner και άλλων.

Αργότερα ο Ezrin πρότεινε στον Wagner να παίξει κιθάρα στο άλμπουμ Destroyer των Kiss και εκείνος, χωρίς να αναφέρεται πουθενά, αντικατέστησε τον Ace Frehley ως βασικός κιθαρίστας για το «Flaming Youth» και το «Sweet Pain», ενώ έπαιξε και την ακουστική κιθάρα στην μπαλάντα «Beth». O Wagner πέθανε από ανεπάρκεια του αναπνευστικού το 2014 σε ηλικία 71 ετών αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο μουσικό έργο.

Πιστεύω ότι ως άλμπουμ, με τις φιλόδοξες και μεγαλεπήβολες ενορχηστρώσεις του, το Welcome Τo Μy Nightmare αντιπροσωπεύει πάρα πολύ τον ήχο του ευρύτερου ροκ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

O Arthur Brown και ο υπέροχος κόσμος του...

Blue Öyster Cult: Βετεράνοι των rock’n’roll πολέμων...

Hawkwind “Urban Guerrilla” Η μικρή-μεγάλη ιστορία ενός απαγορευμένου τραγουδιού

Ο Frank Zappa, τo "Hot Rats" και μια ψυχολογικά αψυχολόγητη σχέση... 

Daevid Allen & Gong: Σύντομη αναδρομή σε μια διαστημική καριέρα...

Δύναμη και πάθος: Πενήντα (και κάτι) χρόνια Eloy...

BLOG και ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ MIΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ:

https://tribe4mian.wordpress.com/

https://newzerogod.com/home

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ στο Blackout Radio Show...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.