Μάρκος Βαμβακάρης: 54 χρόνια χωρίς τον «πατριάρχη» του ρεμπέτικου...

Γράφει ο Προκόπης Σαμαρτζής

Ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν μπήκε ποτέ στη μέση. Ούτε στη ζωή ούτε στο πάλκο. Προτιμούσε την άκρη, εκεί όπου στέκονται όσοι δεν διεκδικούν χώρο, αλλά τον γεμίζουν. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν έμαθαν να ζητούν, μόνο να δίνουν. Κι ίσως γι' αυτό έμεινε τόσο μεγάλος. Υπήρξε κεντρική μορφή του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού και θεμελιωτής του ρεμπέτικου τραγουδιού, όχι μόνο ως συνθέτης αλλά ως κοινωνικό και ηθικό πρότυπο. Η ζωή και η στάση του αντανακλούν την πορεία ενός ανθρώπου της εργατικής τάξης που μετατράπηκε, σχεδόν άθελά του, σε πολιτισμικό ορόσημο.

Γύρω στο 1962 η γερμανική τηλεόραση τον αναζήτησε για συμμετοχή σε ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στις «τρεις όψεις» της σύγχρονης ελληνικής μουσικής: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και Βαμβακάρης. Η πρόταση αυτή ήταν ενδεικτική της διεθνούς αναγνώρισης που είχε αρχίσει να λαμβάνει το ρεμπέτικο ως αυθεντική ελληνική έκφραση. Η είδηση έφτασε στο σπίτι του σαν παράξενο αστείο. Εκείνος δεν εντυπωσιάστηκε. Ζήτησε μόνο να τους γνωρίσει: «Φέρε τους Γερμανούς να το συζητήσουμε». Ο σκηνοθέτης εμφανίστηκε με διερμηνέα. Του πρότειναν αμοιβή πενήντα χιλιάδων δραχμών, ένα ποσό που έμοιαζε εξωπραγματικό για έναν άνθρωπο που έπαιρνε μεροκάματο περίπου διακόσιες τη βραδιά. Ο Μάρκος άκουσε, κούνησε ελαφρά το κεφάλι και δεν μίλησε. Δεν ήταν άρνηση. Ήταν αμηχανία μπροστά στην υπερβολή.

Την επόμενη μέρα, στο κέντρο του γυρίσματος, ανέβηκε στην πίστα και στάθηκε εκεί που στεκόταν πάντα: άκρη αριστερά. Ο σκηνοθέτης τον προέτρεψε να καθίσει στη μέση. Η απάντηση ήρθε ήρεμα, σαν φυσικός νόμος: «Ποτέ δεν κάθεται ο Μάρκος στη μέση». Άναψαν τα φώτα. Οι μηχανές άρχισαν να γράφουν. Σε μια στιγμή εμφανίστηκε η Φλέρυ Νταντωνάκη και τραγούδησε τη «Φραγκοσυριανή» με μόνη συνοδεία ένα πιάνο. Η φωνή της δεν ακουγόταν, αναδυόταν. Σαν μνήμη αρχαία που περνούσε από σώμα σε σώμα. Ο Μάρκος άκουγε σιωπηλός, σαν να παρακολουθούσε ένα παιδί του να επιστρέφει από μακρινό ταξίδι. Στο τέλος του γυρίσματος, ο σκηνοθέτης έβγαλε τα χρήματα. Ο Μάρκος σχεδόν τρόμαξε. «Αυτά είναι πολλά λεφτά. Δεν μπορώ να σε εκμεταλλευτώ. Αν τα πάρω, θα σε ρίξω. Δώσε μου το μεροκάματο που παίρνω στο μαγαζί». Και ύστερα, με μια παιδική πρακτικότητα που διέλυε κάθε σύμβαση, πρόσθεσε: «Άμα θέλεις να πατσίσουμε, στείλε μου ένα γούνινο καπέλο από τη Γερμανία. Να μην κρυώνει το κεφάλι μου το χειμώνα». Ο σκηνοθέτης έμεινε άφωνος. Είχε έρθει να κινηματογραφήσει την Ελλάδα των χρωμάτων και των μύθων. Έφυγε έχοντας γνωρίσει έναν ζωντανό μύθο. «Ήξερα τον Όμηρο», είπε. «Τώρα γνωρίζω και τον Μάρκο Βαμβακάρη».

Το καπέλο έφτασε λίγο καιρό αργότερα. Κι εκεί έκλεισε η ιστορία, χωρίς θρίαμβο, χωρίς χρήμα, μόνο με μια αίσθηση καθαρότητας. Όταν τον ρώτησαν γιατί αρνήθηκε τα λεφτά, απάντησε απλά: «Το κέφι μου έκανα. Είναι σαν να πήγα στον ναό και λειτούργησα. Για ποια λεφτά μού μιλάς;» Το περιστατικό αυτό, που έχει καταγραφεί από τον Στέλιο Βαμβακάρη, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσωπικής του ηθικής. Ο ίδιος αντιλαμβανόταν τη μουσική ως πράξη σχεδόν θρησκευτική. Αυτή η αντίληψη εξηγεί τη συστηματική του απόσταση από τη λογική του εμπορίου και της προσωπικής προβολής. Για τον Μάρκο, η μουσική δεν ήταν επάγγελμα. Αυτή η στάση δεν περιοριζόταν στο τραγούδι. Αγαπούσε τους ανθρώπους με μια αγάπη σχεδόν πρωτόγονη. Στα τετράδιά του έγραφε ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Κατάδικος ευεργέτης»: ένας κατατρεγμένος άνθρωπος που, όταν πλουτίζει, αφιερώνεται στους φτωχούς για να εξαγνιστεί. Ήταν η φανταστική εκδοχή μιας πραγματικής του πίστης. Η κοινωνική του ταυτότητα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την εργατική τάξη. Από νεαρή ηλικία εργάστηκε σε εργοστάσιο, ως τσιράκι σε μπακάλικο, εφημεριδοπώλης και λιμενεργάτης. Για περίπου είκοσι χρόνια ήταν μέλος του «Σωματείου Εργατών Εκδορέων Αθηνών», συμμετέχοντας σε συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις και γράφοντας τραγούδια για τις ανάγκες απεργιών. Παράλληλα, ως μουσικός ανήκε στον «Σύνδεσμο Μουσικών Αθηνών–Πειραιώς», βιώνοντας συχνά περιόδους ανεργίας.

Η θέση του βρισκόταν στα όρια μεταξύ συνειδητοποιημένου και αυθόρμητου προλετάριου, χωρίς θεωρητικές διακηρύξεις αλλά με έντονη ηθική ευαισθησία. Έγραφε τραγούδια για τους συναδέλφους του όπως έγραφε για τον έρωτα: χωρίς διαχωρισμό. Ήταν εργάτης με μπουζούκι. Και ως μουσικός, εργάτης του πνεύματος, γνώρισε τον μόχθο και το μαράζι των ανθρώπων της βιοπάλης. Ζούσε πάντα στο όριο, εκεί όπου η επιβίωση συναντά την αξιοπρέπεια. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής παρενέβη επανειλημμένα για να αποτρέψει εκτελέσεις ανθρώπων στη γειτονιά του. Όταν τον ρωτούσαν αν ήταν δεξιοί ή αριστεροί, αγανακτούσε: «Δεν έχει σημασία αν είσαι δεξιός ή αριστερός. Αρκεί να είσαι καλός άνθρωπος». Η στάση αυτή συνοψίζει τον ανθρωπισμό του. Κι όμως, από αυτό το όριο γεννήθηκε η ρίζα της νεότερης ελληνικής μουσικής. Η καλλιτεχνική του επίδραση υπήρξε καθοριστική. Μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη διαμόρφωσαν τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η μεταγενέστερη έντεχνη και λαϊκή δημιουργία. Συνθέτες όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης αναγνώρισαν ανοιχτά το χρέος τους προς το ρεμπέτικο.
Προκόπης

Ο Μανώλης Ρασούλης χαρακτήρισε τον Βαμβακάρη «πατριάρχη» του λαϊκού πολιτισμού, υπογραμμίζοντας την αυθεντικότητα και την ακατέργαστη δύναμη του έργου του. Ο Άκης Πάνου τον αγαπούσε βαθιά. Όταν ο Μάρκος ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο, εκείνος στεκόταν δίπλα του. Τον τάισε για τελευταία φορά. Και ο Μάρκος, σαν πατριάρχης που παραδίδει κληρονομιά, του χάρισε το μπουζούκι του. Παρά το μέγεθός του, έζησε φτωχός. Έζησε τα τελευταία του χρόνια σε οικονομική δυσχέρεια. Η χώρα που γέννησε τη μουσική του άργησε να τον τιμήσει όσο ζούσε και η μεταθανάτια αναγνώριση υπήρξε σαφώς μεγαλύτερη από τη στήριξη που έλαβε εν ζωή. Μετά τον θάνατό του, πολλοί μίλησαν στο όνομά του. Μα ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ μάρκετινγκ ούτε εξουσία. Δεν κατασκεύασε μύθο. Ήταν ο μύθος. Σήμερα, σε χώρες μακρινές, άνθρωποι που δεν μιλούν ελληνικά παίζουν τα τραγούδια του και τον αποκαλούν απλώς «Μάρκο». Τον κρατούν ζωντανό χωρίς να το ξέρουν, όπως κρατιέται ζωντανή μια φωτιά που άναψε πριν από έναν αιώνα. Το θεμέλιο της ελληνικής μουσικής ταυτότητας. Η κληρονομιά του δεν περιορίζεται στο ρεπερτόριο• αφορά μια ηθική στάση που ταυτίζει την τέχνη με την αλήθεια. Δεν χρειάζονται αγάλματα για να τον δικαιώσουν. Η παρουσία του χτυπά ακόμα σαν καμπάνα μέσα στην ελληνική ψυχή. Υπενθυμίζει ότι η ομορφιά γεννιέται από την αλήθεια, και αυτή είναι η μόνη αδιάρρηκτη σχέση του λαϊκού ανθρώπου με την τέχνη. Όπως είχε πει και ο ίδιος: «Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε σκέφτηκα ποτές μου να φχαριστηθώ άμα λυπηθεί ο άλλος. Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε για να ζήσω τη ζωή μου όπως την έζησα. Και γι' αυτό παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματα μου στον κόσμο. Σε έναν κόσμο που εγώ πρώτος, του τραγούδησα τις χαρές και τις λύπες του, τα πλούτη και τη φτώχεια του, την ορφάνεια του και την ξενιτιά του. Αυτός ο κόσμος θέλω να γίνει ο εξομολόγος μου και πιστεύω ότι όλοι αυτοί για τους οποίους έχω γράψει και γράφω μα και θα γράφω εκατοντάδες τραγούδια, θα με συγχωρέσουν, μια και αυτός είναι ο σκοπός της περιγραφής και εξιστορήσεως της ζωής μου, δηλαδή η συγνώμη και η συγχώρεση. Γι' αυτό όσοι θα διαβάσετε την ιστορία μου, φίλοι ή ξένοι, γνωστοί ή άγνωστοι, και μάλιστα οι γνωστοί μου, να 'ρθείτε να μου σφίξτε το χέρι και να μου πείτε ένα ανοιχτόκαρδο γεια σου. Να μου πείτε πως όλα περάσανε, ότι όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Να μου πείτε πως αν ζούσατε την ίδια ζωή με μένα, τα ίδια θα παθαίνατε και τα ίδια θα κάνατε». ...

Γειά σου, Μάρκο αθάνατε!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Αγγέλα και Βαγγέλης Παπάζογλου: «Τα πουλιά δεν κελαηδούν όταν νυχτώσει…»

Γιοβάν Τσαούς: «Δε θα παίζω εγώ για να χορεύουν οι πουτάνες...»

Το βαπόρι από τη Περσία: Η αληθινή ιστορία πίσω από το τραγούδι και ένα αναρχικό περιοδικό του 1977...

Ανέστης Δελιάς: «Ένας άγγελος πεταμένος στα σκουπίδια...»

Ρεμπέτικο - Ιστορία και Πρωταγωνιστές, από τον Νίκο Κουφόπουλο και 14 σκιτσογράφους...

Περιθώριο, λαϊκή κουλτούρα, ανώνυμο ρεμπέτικο (Χαρτογραφώντας την απείθαρχη κοινωνική νησίδα του Λάκκου Ηρακλείου, 1900-1940)


image

Προκόπης Σαμαρτζής

Ανορθόδοξος μουσικόφιλος, επιλεκτικός βιβλιοφάγος, ένας όχι και τόσο σινεφίλ που αγαπά τις ταινίες από την Αμφιάλη
 
 
 
image

Προκόπης Σαμαρτζής

Ανορθόδοξος μουσικόφιλος, επιλεκτικός βιβλιοφάγος, ένας όχι και τόσο σινεφίλ που αγαπά τις ταινίες από την Αμφιάλη
 
 
 
image

Προκόπης Σαμαρτζής

Ανορθόδοξος μουσικόφιλος, επιλεκτικός βιβλιοφάγος, ένας όχι και τόσο σινεφίλ που αγαπά τις ταινίες από την Αμφιάλη