Dave Van Ronk: Ο δήμαρχος της οδού Μακντούγκαλ και το «Hang Me, Oh Hang Me».....

Γράφει η Όλγα Δημοπούλου

Δήμαρχος; Όχι, το «δήμαρχος» δεν ήταν αξίωμα για τον Van Ronk, ούτε παρατσούκλι. Ήταν τίτλος τιμητικός, που τον κέρδισε χωρίς εκλογές, στην γειτονιά της Οδού Μακντούγκαλ. Αυτός ο δρόμος της Νέας Υόρκης, δεν ήταν απλά δρόμος, αλλά ένα φυτώριο καλλιτεχνικής αναγέννησης, ένα μικρό σύμπαν, και ο Van Ronk διαδραμάτισε ρόλο πρωταγωνιστικό. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, αρχές του ’60, στο Greenwich Village του Μανχάταν, συναντιόντουσαν μουσικοί, ποιητές, συγγραφείς, πολιτικοί ανήσυχοι και άνθρωποι που προσπαθούσαν να ζήσουν έξω από τις συμβάσεις της αμερικανικής μεσαίας τάξης. Στα μικρά καφέ και στα υπόγεια κλαμπ δεν πήγαινες μόνο για να ακούσεις μουσική. Πήγαινες για να γνωρίσεις ανθρώπους, να συζητήσεις, να διαφωνήσεις, να παίξεις κιθάρα, να διαβάσεις ποίηση, να ανακαλύψεις ένα τραγούδι που δεν ήξερες ότι υπήρχε. Η Οδός Μακντούγκαλ έγινε ένα από τα κέντρα της folk αναγέννησης και της μποέμικης ζωής του Village.

O Van Ronk, που είχε το παρουσιαστικό ενός καλοκάγαθου γίγαντα, («Ένας μεγαλόσωμος γεροδεμένος τύπος», τον περιγράφει ο Dylan) ήταν θρύλος σ’ αυτή τη νεοϋορκέζικη γειτονιά. Ήξερε τη μουσική σε βάθος, είχε ισχυρή προσωπικότητα και βοηθούσε τους νεότερους να ανακαλύψουν την παράδοση των blues και της folk. Είναι από εκείνες τις μορφές της μουσικής ιστορίας, που μπορεί να μην έγιναν ποτέ μεγάλοι σταρ, αλλά χωρίς αυτές η ιστορία θα ήταν διαφορετική. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους της folk αναγέννησης στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’60, ένας εξαιρετικός κιθαρίστας, ένας παθιασμένος γνώστης των blues και ένας άνθρωπος που βοήθησε νεότερους μουσικούς να βρουν τον δρόμο τους. 

Στο βιβλίο του Chronicles: Volume One, ο Dylan γράφει για τον Van Ronk: «Ήταν παθιασμένος και καυστικός, τραγουδούσε σαν στρατιώτης της τύχης και ακουγόταν σαν να είχε πληρώσει το τίμημα». 
Και συνεχίζει λέγοντας ότι ο Van Ronk μπορούσε να ουρλιάζει και να ψιθυρίζει, να μετατρέπει τα blues σε μπαλάντες και τις μπαλάντες σε blues, για να καταλήξει με μια φράση που αποκαλύπτει τον θαυμασμό του: «Στο Greenwich Village, ο Van Ronk ήταν ο βασιλιάς του δρόμου. Κυριαρχούσε εκεί».

 

«Hang Me, Oh Hang Me»

Το «Hang Me, Oh Hang Me» το πρωτάκουσα, από τον Dave van Ronk και το λάτρεψα. Το ηχογράφησε στον δίσκο Folksinger, που κυκλοφόρησε το 1962. Θα βρείτε εξαιρετικές εκτελέσεις του τραγουδιού, όπως του Bill Morrissey. Προτιμώ του Dave, γιατί έχει κάτι από την στόφα των λαϊκών παραμυθάδων στην ερμηνεία του. Δωρικός, αφηγηματικός, χωρίς δράμα. Κι έτσι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δίνει την ελευθερία στον ακροατή να βιώσει την ιστορία και να την νιώσει με τον προσωπικό του τρόπο...

Hang me, oh, hang me
I'll be dead and gone
I wouldn't mind the hanging,
but the laying in the grave so long.
Poor boy, I've been all around this world…

…και σκέφτηκα, πόσο δίκιο έχει ο τύπος που μιλάει στο τραγούδι. Πόσο, στριμωγμένα θα νιώθει κάτω απ’ το χώμα και συνάμα πόσο βαρετά. Ακινησία και τρομακτική σιωπή για κάποιον που έχει γυρίσει όλο τον κόσμο. Όλο το τραγούδι μαρτυρά την απόλυτη ελευθερία στην ζωή. Και ακόμα την ελευθερία της επιλογής στον θάνατο.

Κρεμάστε με μωρέ, κρεμάστε με
να πεθάνω και να φύγω.
Η κρεμάλα δε με νοιάζει.
Αλλά δεν βαστώ να 'μαι ξαπλωμένος
στον τάφο για πάντα.
Εγώ που σεργιάνισα τον κόσμο.

Αμερικάνικη folk, αλλά ο στίχος θα μπορούσε να έχει βγει από την δική μας δημοτική ποίηση. Αναμφίβολα η θεματική των παραδοσιακών τραγουδιών, όπως φαίνεται είναι κοινή σε πολλούς λαούς.

Κι εδώ, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στην ταινία των αδελφών Κοέν, Inside Llewyn Davis. Το τραγούδι ακούγεται στην αρχή της ταινίας και επιστρέφει στο τέλος. Μιλάει για την ιστορία του Llewyn Davis, ενός μουσικού της folk στη Νέα Υόρκη του ’60 που περιπλανιέται από καναπέ σε καναπέ, κοιμάται σε σπίτια φίλων, τραγουδάει σε μικρά μαγαζιά και προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν του υπόσχεται τίποτα.

Δεν είναι τυχαία επιλογή. Ο στίχος για τον άνθρωπο που έχει περιπλανηθεί παντού, που έχει δει τον κόσμο και τώρα είναι έτοιμος να πεθάνει, μοιάζει να εκφράζει την εξάντληση του Llewyn. Οι Κοέν έχουν δηλώσει ότι ο Van Ronk ήταν η έμπνευση για αυτήν την ταινία. Ο τίτλος Inside Llewyn Davis παραπέμπει παιχνιδιάρικα στο άλμπουμ του Van Ronk, Inside Dave Van Ronk. Ακόμη και το εξώφυλλο του φανταστικού δίσκου του Llewyn εμπνέεται από εκείνο του Van Ronk. Ο Ethan Coen εξήγησε ότι δεν ήθελαν να αφηγηθούν την πραγματική ιστορία του Van Ronk. Ήθελαν να δημιουργήσουν έναν φανταστικό μουσικό, μέσα στον αληθινό κόσμο της folk σκηνής της Νέας Υόρκης του 1961.

Ο Joel Coen, πάλι, είχε την ιδέα για μια ταινία που θα άρχιζε με έναν folk μουσικό να ξυλοκοπείται έξω από το Gerde’s Folk City, ένα γνωστό μουσικό στέκι του Greenwich Village, το 1961. Και ναι, στο μυαλό του ήταν ο Dave Van Ronk. (Η αλήθεια είναι ότι ο Van Ronk είχε όντως ξυλοκοπηθεί και συλληφθεί τη νύχτα της εξέγερσης του Stonewall, στις 28 Ιουνίου 1969, στη Νέα Υόρκη. Μία διαδήλωση που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του κινήματος για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων). Η ιδέα είχε μείνει για χρόνια στο συρτάρι, ώσπου διάβασαν τα απομνημονεύματά του, The Mayor of MacDougal Street. Το βιβλίο τούς έδωσε στοιχεία και ατμόσφαιρα που βοήθησαν την αρχική ιδέα να εξελιχθεί σε ταινία.

Ο Elijah Wald γράφει για το “Hang me oh hang me”

H ιστορία του τραγουδιού, από το προσωπικό ιστολόγιο του Elijah Wald, στενού φίλου και συν-συγγραφέα των απομνημονευμάτων του Van Ronk.

Ήρθε επιτέλους η ώρα να καταπιαστώ με το «Hang Me, Oh Hang Me», ένα τραγούδι που γνωρίζω εδώ και μια αιωνιότητα. Υποθέτω ότι το άκουσα για πρώτη φορά από τον Sam Hinton που το ηχογράφησε το 1961 για τον δίσκο της Folkways που αποτέλεσε την πηγή μου για αρκετά τραγούδια. Στις σημειώσεις του δίσκου έγραφε ότι το είχε μάθει από τον Sam Eskin, έναν αυτοδίδακτο λαογράφο και τραγουδιστή, γεννημένο το 1898, ο οποίος άρχισε να ταξιδεύει τη δεκαετία του 1940, ηχογραφώντας τραγουδιστές σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Μεξικό.

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα από πού το έμαθε ο Eskin, αλλά μια πιθανή πηγή ήταν ο David McIntosh, ένας λαογράφος από το Ιλινόις, που άρχισε να εργάζεται στην περιοχή των Όζαρκ στη δεκαετία του 1930. Το 1937 τραγούδησε στο National Folk Festival μια εκδοχή σχεδόν πανομοιότυπη με αυτήν που γνωρίζουμε.

Δεν θυμάμαι να είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία στην ερμηνεία του Hinton και, όπως σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι, έμαθα το τραγούδι από την ηχογράφηση του Dave Van Ronk. Περιλαμβανόταν στον δίσκο του Folksinger, που κυκλοφόρησε το 1963, και κάποια στιγμή στη ζωή μου πρέπει να έμαθα να παίζω σχεδόν όλα τα τραγούδια εκείνου του δίσκου.

Ωστόσο, δεν κατάλαβα ποτέ πραγματικά το τραγούδι μέχρι που άκουσα τον Bill Morrissey να το ερμηνεύει. Με συγκλόνισε ο τρόπος με τον οποίο βυθίστηκε στους στίχους αυτού του τραγουδιού και τους έκανε να ζωντανέψουν. Μπορώ ακόμη να τον φέρω ολοζώντανο στη μνήμη μου, πάνω στη σκηνή του Nameless Coffeehouse, στο Κέμπριτζ, και να δω ακριβώς την έκφραση του προσώπου του καθώς τραγουδούσε: «Πεινούσα τόσο πολύ, διάολε, που θα μπορούσα να κρυφτώ πίσω από ένα άχυρο».

Αυτή είναι μια λιτή, απέριττη παραλλαγή μιας μπαλάντας που φαίνεται πως ήταν γνωστή σε ολόκληρο τον αμερικανικό Νότο. Η εκδοχή ενός άνδρα ονόματι Billy Laws, στην Αρτζέντα του Άρκανσο, μαρτυρούσε ότι αρχικά επρόκειτο για μια πολύ μεγαλύτερη μπαλάντα που αφηγούνταν την ιστορία ενός δολοφόνου, ο οποίος απαγχονίστηκε στο Fort Smith του Άρκανσο τη δεκαετία του 1870. Τίποτε από όλα αυτά δεν το γνώριζα όταν άρχισα να γράφω αυτή την ανάρτηση. Απλώς μου άρεσε το τραγούδι και το έπαιζα λίγο πολύ όπως ο Dave και ο Bill. Σπάνια, όμως, το παρουσίαζα ζωντανά, επειδή οι δικές μου εκτελέσεις έμοιαζαν πάντα να σέρνονται.

Ύστερα το τραγούδι εμφανίστηκε στην ταινία Inside Llewyn Davis και άρχισε να το ερμηνεύει ένα σωρό καινούργιος κόσμος. Η δική μου εκδοχή μού φάνηκε ακόμη πιο περιττή, κι έτσι αποφάσισα να το αφήσω έξω από το Songobiography — μέχρι που, πριν από μερικούς μήνες, μου ήρθε η ιδέα να το παίξω όπως θα το έπαιζε ο Buell Kazee: με την κιθάρα να κρατά έναν γρήγορο ρυθμό, σαν μπάντζο, και τη φωνητική γραμμή να απλώνεται και να μαζεύεται, ακολουθώντας τη διάθεση των στίχων.

Τώρα, καθώς ξανακοιτάζω την ιστορία του τραγουδιού, διαπιστώνω ότι αρκετές πρώιμες ηχογραφήσεις της εκτενέστερης μπαλάντας είχαν ακριβώς αυτόν τον τρόπο παιξίματος. Ο Alan Lomax ηχογράφησε μία εκδοχή από τον Justus Begley, σερίφη του Χάζαρντ στο Κεντάκι, το 1937. Μπορεί κανείς να την ακούσει στον ιστότοπο του αρχείου Lomax με τον τίτλο «I've Been All Around This World».

Μια παρόμοια παραλλαγή ηχογραφήθηκε με τον ίδιο τίτλο, στα μέσα της δεκαετίας του 1940, από τον Grandpa Jones. Οι στίχοι τους διέφεραν αρκετά από εκείνους των εκδοχών των McIntosh, Eskin, Hinton και Van Ronk, με μόλις δύο ή τρεις στροφές να συμπίπτουν. Και οι δικές τους εκδοχές είχαν εντελώς διαφορετική αίσθηση. Αλλά έτσι λειτουργεί η προφορική παράδοση.

Αυτή είναι, πάνω κάτω, η ιστορία του τραγουδιού. Υπάρχει, όμως, ένα μυστήριο που εξακολουθεί να με προβληματίζει, καθώς και μια αναγνώριση που πρέπει να προσθέσω. Το μυστήριο είναι από πού έμαθε ο Dave το τραγούδι. Δεν έχω βρει κάποια δημοσιευμένη ή κυκλοφορημένη ηχογράφηση της εκδοχής των McIntosh και Eskin, την οποία θα μπορούσε να είχε ακούσει στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν μάθαινε αυτού του είδους τα τραγούδια. Ένα ανάλογο μυστήριο είναι πώς έφτασε το τραγούδι στον Bing Crosby, ο οποίος το ηχογράφησε το 1960 για μια συλλογή του περιοδικού Life με τραγούδια της αμερικανικής Δύσης, μαζί με τη Rosemary Clooney. Στην ίδια συλλογή συμμετείχε, όμως, και ο Sam Hinton, οπότε θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν εκείνος η πηγή του Crosby.

Ο Dave ήταν μεγάλος θαυμαστής του Crosby ως τραγουδιστή της τζαζ και θα μου άρεσε πολύ να πιστεύω ότι έμαθε το τραγούδι από τη δική του ηχογράφηση. Ο Crosby, όμως, είχε παραλείψει τη στροφή «Got so goddamn hungry», οπότε πρέπει να υπήρξε κάποιος άλλος ενδιάμεσος. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθώ να βρίσκω κάπως γοητευτική την ιδέα ότι ο Crosby φαίνεται να έκανε την πρώτη κυκλοφορημένη ηχογράφηση αυτής της συγκεκριμένης παραλλαγής.

Υπάρχει και κάτι που πρέπει να διευκρινιστεί: στην εκδοχή των McIntosh και Hinton ο στίχος λέει «Got so awful hungry, I couldn't work my under-jaw» — δηλαδή, «Ήμουν τόσο πεινασμένος που δεν μπορούσα ούτε το σαγόνι μου να κουνήσω» και όχι «I could hide behind a straw», με το πικρό χιούμορ που γνωρίζουμε από την εκδοχή του Van Ronk. Φαίνεται πως αυτός ο στίχος ήταν προσθήκη του Van Ronk, δανεισμένος από ένα άλλο παλιό λαϊκό τραγούδι των Όζαρκ, το «The State of Arkansas».

Ο Dave συνήθιζε να προσαρμόζει, να συνδυάζει και να ξαναγράφει τραγούδια όταν πίστευε ότι μπορούσε να τα βελτιώσει. Και, χωρίς καμία εξαίρεση, οι αλλαγές του ήταν πάντα βελτιώσεις. Εκτός από εξαιρετικός κιθαρίστας και τραγουδιστής, ένας ανεκτίμητος φίλος και μέντορας και ένας λαμπρός συνομιλητής, ήταν ο καλύτερος επιμελητής τραγουδιών που υπήρξε ποτέ.

Ο Dave Van Ronk πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 2002, σε ηλικία 65 ετών πριν προλάβει να ολοκληρώσει την αυτοβιογραφία του. Ο Elijah Wald ολοκλήρωσε το βιβλίο που εκδόθηκε το 2005.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Murder Ballads: Όταν η ζήλια παρουσιάζεται σαν πάθος, η κτητικότητα σαν έρωτας, η εκδίκηση σαν τραγική μοίρα...

Ο Blind Willie Johnson ταξιδεύει στο διάστημα...

Gram Parsons: 53 χρόνια από τον θάνατο ενός cowboy...

Ψόφια κέφια: «Ο Townes Van Zandt είναι ο καλύτερος τραγουδοποιός σε ολόκληρο τον κόσμο και θα σταθώ με τις καουμπόικες μπότες μου πάνω στο τραπέζι του Bob Dylan και θα το βροντοφωνάξω»...

Phil Ochs: «Σε τέτοιους άσχημους καιρούς, η μόνο αληθινή διαμαρτυρία είναι η ομορφιά...»

Nick Drake: Μια σύντομη ζωή που πρόλαβε να δημιουργήσει, να επηρεάσει, να αποσυρθεί και να περάσει στον μύθο...

«Η βελόνα και η ζημιά που έκανε»: Ένας μικρός φόρος τιμής στον Ντάνι Γουίτεν…

Elliot Smith: Επιτυχία και συντριβή...

Townes Van Zandt Revisited...

Ψόφια κέφια: «Ο Townes Van Zandt είναι ο καλύτερος τραγουδοποιός σε ολόκληρο τον κόσμο και θα σταθώ με τις καουμπόικες μπότες μου πάνω στο τραπέζι του Bob Dylan και θα το βροντοφωνάξω»...

Townes Van Zandt / "Nothin’"

 


image

Όλγα Δημοπούλου

Γεννήθηκα το 1960 και είμαι γραφίστας και βιβλιοδέτης, Ασχολούμαι με το design, το χειροποίητο βιβλίο, τα χάρτινα κοσμήματα και τα οριγκάμι, ενώ παράλληλα γράφω διηγήματα και ποιήματα. Με γοητεύουν η εικόνα, το βιβλίο, η μουσική και οι λέξεις. Διαφορετικοί τρόποι έκφρασης που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με ακολουθούν σε όλη μου τη ζωή. Πολλά είδη μουσικής ακούω αλλά με ενδιαφέρει ο στίχος, η ερμηνεία του και όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από την σύνθεση. Η ιστορία πίσω από τα τραγούδια.
 
 
 
image

Όλγα Δημοπούλου

Γεννήθηκα το 1960 και είμαι γραφίστας και βιβλιοδέτης, Ασχολούμαι με το design, το χειροποίητο βιβλίο, τα χάρτινα κοσμήματα και τα οριγκάμι, ενώ παράλληλα γράφω διηγήματα και ποιήματα. Με γοητεύουν η εικόνα, το βιβλίο, η μουσική και οι λέξεις. Διαφορετικοί τρόποι έκφρασης που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με ακολουθούν σε όλη μου τη ζωή. Πολλά είδη μουσικής ακούω αλλά με ενδιαφέρει ο στίχος, η ερμηνεία του και όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από την σύνθεση. Η ιστορία πίσω από τα τραγούδια.
 
 
 
image

Όλγα Δημοπούλου

Γεννήθηκα το 1960 και είμαι γραφίστας και βιβλιοδέτης, Ασχολούμαι με το design, το χειροποίητο βιβλίο, τα χάρτινα κοσμήματα και τα οριγκάμι, ενώ παράλληλα γράφω διηγήματα και ποιήματα. Με γοητεύουν η εικόνα, το βιβλίο, η μουσική και οι λέξεις. Διαφορετικοί τρόποι έκφρασης που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με ακολουθούν σε όλη μου τη ζωή. Πολλά είδη μουσικής ακούω αλλά με ενδιαφέρει ο στίχος, η ερμηνεία του και όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από την σύνθεση. Η ιστορία πίσω από τα τραγούδια.