Phil Ochs: «Σε τέτοιους άσχημους καιρούς, η μόνο αληθινή διαμαρτυρία είναι η ομορφιά...»

Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

Το 1965, o Ochs κυκλοφόρησε το «I Αin’t Marching Any More», ένα τραγούδι μέσα από το ομώνυμο, δεύτερο άλμπουμ του, που κυκλοφόρησε από την Electra και θα καθόριζε μια ολόκληρη γενιά για να γίνει ο ύμνος του αντιπολεμικού κινήματος, το εμβατήριο που τραγουδιόταν σε κάθε διαδήλωση, δίνοντας το θάρρος σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλες τις ΗΠΑ να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους στον Πόλεμο του Βιετνάμ, σε μια χρονιά που η αμερικανική κυβέρνηση είχε αρχίσει να αυξάνει τις αποστολές στρατευμάτων και πολεμικών εφοδίων στην πολύπαθη χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας.

Ο Phil Ochs μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου ο πατέρας του ήταν σχεδόν μονίμως απών. Ο δρ Jacob Ochs είχε επιστρέψει από τη Μάχη των Αρδεννών ένας διαφορετικός άνθρωπος με διάγνωση μανιοκατάθλιψης που μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικές κλινικές. Έτσι, ο Phil έμαθε από τα πολύ άγουρα χρόνια του ότι η σταθερότητα ήταν μια ψευδαίσθηση.

Η οικογένεια μετακόμιζε συνεχώς —Νέο Μεξικό, Τέξας, Οχάιο— όπου ο Jacob μπορούσε να εξασκεί την ιατρική ανάμεσα στις κρίσεις του. Ο Phil βρήκε καταφύγιο στη μουσική και σε ηλικία δεκαέξι ετών έγινε βασικός κλαρινετίστας στο ωδείο του Πανεπιστημίου Capital. Τότε όμως άκουσε τον Woody Guthrie και έκτοτε το ενδιαφέρον του μετατοπίστηκε από την κλασική μουσική στη folk.

Ο Ochs σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, ενώ τα βράδια έπαιζε σε folk κλαμπ. Ένα εξάμηνο πριν από την αποφοίτησή του το 1962, πήρε την απόφασή του: εγκατέλειψε τις σπουδές, μάζεψε την κιθάρα του και κατευθύνθηκε προς το Greenwich Village, στη Νέα Υόρκη, για να κάνει την πρώτη του εμφάνιση επ’ αμοιβή στο Gerde's Folk City τον Μάρτιο του 1963 – είκοσι πέντε δολάρια για να τραγουδήσει μπροστά σε αγνώστους. Είχε βρει το κάλεσμά του.

Την εποχή εκείνη το Village έσφυζε από καλλιτεχνικές ανησυχίες και η folk μουσική ακουγόταν σε κάθε στέκι νεολαίας. Ο Dylan, η Baez, ο Tom Paxton — όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι ήταν πολύ νέοι και πίστευαν ότι τα τραγούδια με νόημα και η μουσική μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Η προσέγγιση του Phil όμως ήταν ξεχωριστή: ήταν ένας τραγουδιστής/δημοσιογράφος, που μετέτρεπε τους τίτλους των εφημερίδων σε στιχάκια και μουσική.

Το 1965, o Ochs κυκλοφόρησε το «I Αin’t Marching Any More», ένα τραγούδι μέσα από το ομώνυμο, δεύτερο άλμπουμ του, που κυκλοφόρησε από την Electra και θα καθόριζε μια ολόκληρη γενιά για να γίνει ο ύμνος του αντιπολεμικού κινήματος, το εμβατήριο που τραγουδιόταν σε κάθε διαδήλωση, δίνοντας το θάρρος σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλες τις ΗΠΑ να εκδηλώσουν την αντίθεσή τους στον Πόλεμο του Βιετνάμ, σε μια χρονιά που η αμερικανική κυβέρνηση είχε αρχίσει να αυξάνει τις αποστολές στρατευμάτων και πολεμικών εφοδίων στην πολύπαθη χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας.

Ο Phil δεν έγραφε μόνο για τη δικαιοσύνη, αλλά ζούσε για αυτήν. Συμμετείχε σε πορείες για τα πολιτικά δικαιώματα στο Νότο, σε εργατικές απεργίες, σε αντιπολεμικές διαδηλώσεις από ακτή σε ακτή. Όπου υπήρχε αδικία, ο Ochs εμφανιζόταν με την κιθάρα του.

Και το 1968 ήρθαν τα πάνω κάτω...

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τον Απρίλιο. Ο Ρόμπερτ Κένεντι τον Ιούνιο. Το Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών, τον Αύγουστο, όπου ο Ochs τραγούδησε για τους διαδηλωτές παρακολουθώντας την αστυνομική βία και καταστολή να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ευαίσθητη φύση του, τον επηρέασαν αφάνταστα και η φωτογραφία στο εξώφυλλο του έκτου άλμπουμ που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά με τίτλο Rehearsals for Retirement, έδειχνε τον τάφο του, με ημερομηνία θανάτου το 1968 και τόπο το Σικάγο, θέλοντας προφανώς να δηλώσει ότι είχε πεθάνει εκείνη τη χρονιά εκεί, μαζί με τις ελπίδες του για έναν καλύτερο κόσμο.

Το 1971, ταξίδεψε στη Χιλή όπου γνωρίστηκε με τον Victor Jara, έναν άλλο σπουδαίο λαϊκό τραγουδιστή που έδινε αγώνα για τη δικαιοσύνη και την ανθρωπιά. Έγιναν αμέσως φίλοι — αδελφές ψυχές ενωμένες σε έναν κοινό σκοπό. Ο Phil συνέχισε να ταξιδεύει, συνέχισε να διαμαρτύρεται. Όπως ήταν φυσικό, ο ακτιβισμός του δημιούργησε εχθρούς. Συνελήφθη στην Ουρουγουάη. Φυλακίστηκε στην Αργεντινή. Γλίτωσε με το ζόρι στη Βολιβία.

Και τον Δεκέμβριο του 1973, ενώ βρισκόταν σε μια παραλία τη Τανζανίας, δέχτηκε επίθεση ληστών που κόντεψαν να τον στραγγαλίσουν. Όταν συνήλθε, ο Ochs ανακάλυψε τη φοβερή αλήθεια: οι φωνητικές του χορδές είχαν υποστεί βλάβη και οι τρεις υψηλότερες νότες της φωνητικής του έκτασης είχαν χαθεί για πάντα. Ένας τραγουδιστής δίχως φωνή είναι σαν ένας ζωγράφος χωρίς όραση.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, έφτασαν τα μαντάτα από τη Χιλή. Ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στις 11 Σεπτεμβρίου είχε ανατρέψει την κυβέρνηση του σοσιαλιστή προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε. Ο φίλος του, Victor Jara, συνελήφθη μαζί με χιλιάδες άλλους, μεταφέρθηκε σε ένα στάδιο και βασανίστηκε για μέρες. Αφού οι στρατιωτικοί του έσπασαν τα χέρια, τον προκάλεσαν να παίξει κιθάρα και, σύμφωνα με μαρτυρίες, εκείνος συνέχισε να τραγουδάει μέχρι που τελικά τον εκτέλεσαν.

Η απώλεια του Jara, σε συνδυασμό με την καταστραμμένη φωνή του, έριξε τον Ochs στην άβυσσο της κατάθλιψης, αν και όταν έληξε ο πόλεμος του Βιετνάμ, βοήθησε στην οργάνωση μιας γιορτής με τίτλο «The War is Over» που πραγματοποιήθηκε στις 30 Απριλίου 1975 στο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Εκεί, μαζί με την Joan Baez, τον Harry Belafonte, την Odetta, τον Pete Seeger και άλλους, τραγούδησε μπροστά σε 100 χιλιάδες συγκεντρωμένους το ακυκλοφόρητο ως τότε τραγούδι του «The War is Over» από το 1967.

Όμως η φλόγα είχε σβήσει.

Ξαφνικά, ο Phil Ochs εξαφανίστηκε ως δια μαγείας και στη θέση του εμφανίστηκε κάποιος που αυτοαποκαλούταν John Butler Train – ήταν ο ίδιος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε δολοφονήσει τον Phil Ochs και κυκλοφορούσε οπλισμένος σαν αστακός επιμένοντας ότι τον κυνηγούσαν δολοφόνοι. Οι φίλοι του τον παρακολουθούσαν ανήμποροι να περιπλανιέται στους δρόμους της Νέας Υόρκης, το φάντασμα ενός μέχρι πρότινος παθιασμένου νεαρού καλλιτέχνη.

Τελικά η παραίσθηση εξασθένησε, αλλά αυτός που επέστρεψε δεν ήταν πια ο Phil αλλά ένας άνθρωπος, άδειος, που περνούσε τις μέρες του στον καναπέ της αδελφής του, καθώς η μανιοκατάθλιψη του πατέρα του είχε τελικά καταβάλει κι αυτόν.

Ένας ψυχίατρος διέγνωσε διπολική διαταραχή και του συνταγογράφησε φάρμακα. Αλλά ήταν πλέον πολύ αργά και στις 9 Απριλίου 1976 ο σπουδαίος folk τραγουδοποιός αυτοκτόνησε – βρέθηκε κρεμασμένος στο μπάνιο της αδελφής του. Ήταν μόλις τριάντα πέντε ετών και στο διάβα του είχε αφήσει περίπου 200 τραγούδια.

Τρεις μήνες αργότερα, 4.500 άνθρωποι γέμισαν μια αίθουσα συναυλιών στο Μadison Square Garden για ένα εξάωρο αφιέρωμα, με τη συμμετοχή ιερών τεράτων της folk όπως οι Pete Seeger, Joan Baez, Melanie, Tim Hardin, Odetta, Dave Van Ronk, Ramblin' Jack Elliott, The Weavers, Tom Rush και πολλών άλλων που θρηνούσαν έναν από τους πρωτοπόρους της folk γενιάς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Odetta: Μια φωνή βροντερή σαν κεραυνός...

Όταν ο Dylan συνάντησε τον Woody Guthrie

Woody Guthrie: «Ένα τραγούδι πρέπει να διαρκεί όσο η ιστορία που προσπαθεί να πει…»

Σπίτι από Γη: Σκέψεις για τον Woody Guthrie

Η "εξέγερση" των Beatniks, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 1961

Οut, demons, Out!: Η μέρα που «ανυψώθηκε» το Πεντάγωνο 

Ο Jay Gorney, τo «πιο αντικαπιταλιστικό τραγούδι στον κόσμο» και η τιμωρία τού να ονειρεύεσαι σε έναν «ελεύθερο κόσμο»...

Elizabeth Cotten: Holy Ghost unchain my name...


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1