Φαντάσματα στον Αυτοκινητόδρομο: The Gun Club – Miami (Animal, 1982)

Γράφει ο Θανάσης Μήνας

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Jeffrey Lee Pierce (που γεννήθηκε κοντά στο Λος Άντζελες το 1958) διηύθυνε το fan club των Blondie της Δυτικής Ακτής∙ την ίδια ώρα ο ισπανόφωνος (chicano) κιθαρίστας Brian Tristan (Kid Congo Powers) διηύθυνε το αντίστοιχο fan club των Ramones. Ο Pierce ήταν επίσης λάτρης του αρχαϊκού μπλουζ του Δέλτα του Μισισίπι, αλλά και του κλασικού country & western άλμπουμ του Marty Robbins, Gunfighter Ballads and Trail Songs (1959).

Ο Pierce ήταν ίσως η πιο χαρισματική φιγούρα ανάμεσα στους μουσικούς που επιχείρησαν να κάνουν μια στροφή προς την παραδοσιακή μουσική της Αμερικής στον απόηχο της εποχής του punk. Οι Gun Club, τους οποίους σχημάτισε στο Λος Άντζελες το 1980 μαζί με τον Powers, εμπνεύστηκαν από το rockabilly-punk των Cramps, όμως συγχρόνως εισχώρησαν βαθιά στον μυστηριώδη κόσμο του Νότου, από το Δέλτα του Μισισίπι του Robert Johnson μέχρι τους βάλτους της Φλόριντα. Το ρεπερτόριο χωριζόταν σε δαιμονικό rock ‘n’ roll, υπνωτικό και αμφεταμινικό blues και βάναυσες μπαλάντες με τις ρίζες τους στην αγροτική ατμόσφαιρα του Νότου. Οι στίχοι ξεχείλιζαν από αναφορές στον αδιαπέραστο κόσμο των Bayou (βάλτοι της Λουϊζιάνα), τις απόκρυφες τελετές και τους λαϊκούς θρύλους.

Μαζί τους ήταν αρχικά μέλη των Bags, ενός συγκροτήματος με επικεφαλής τις Alicia Armendariz και Patricia Rainone (αργότερα Morrison), που είχαν κυκλοφορήσει ένα μόνο σινγκλ.

Οι Gun Club έκαναν την πρώτη τους εμφάνισή τους στη δισκογραφία στις αρχές της δεκαετίας του '80 μ’ ένα Ουρλιαχτό – όπως θα έλεγε ο Allen Ginsberg: με το Fire of Love, ένα ανίερο μείγμα punk-rock και blues. Η μουσική τους, την οποία καθοδηγούσε η παθιασμένη φωνή του Jeffrey Lee Pierce, με το ψυχωτικό τρέμολο α λα Elvis, κινείτο σε μια Νεκρή Ζώνη ανάμεσα στο post-punk και στην αναβίωση της ψυχεδέλειας.

Οι Gun Club ηχογράφησαν το ντεμπούτο τους, για την τοπική δισκογραφική εταιρεία Slash/Ruby, όμως η συνέχεια απαιτούσε ένα πιο δυναμικό βήμα. Ο Chris Stein, κιθαρίστας των Blondie, ανέλαβε δράση. Οι Gun Club υπέγραψαν συμβόλαιο με την νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία Animal, τη διαχείριση της οποίας είχε παραχωρήσει η Chrysalis Records στον Stein ύστερα από την τεράστια εμπορική επιτυχία των Blondie.

Ο Stein ανέλαβε την παραγωγή στο δεύτερο άλμπουμ του γκρουπ. Το Miami ηχογραφήθηκε στα Blank Tape Studios τον Ιούνιο του 1982. Η τραγουδίστρια των Blondie, η «θεά» Deborah Harry, τραγουδά δεύτερα φωνητικά, αναφερόμενη με το ψευδώνυμο DH Laurence Jr στα credits του δίσκου. Κατά μία έννοια, ήταν μια καρμική ανταπόδοση, καθώς ήταν ο Pierce εκείνος που είχε προτείνει στους Blondie να διασκευάσουν το «Hanging on the Telephone» των Nerves στο άλμπουμ Parallel Lines του 1978 που τους καθιέρωσε.

Οι ίδιοι οι Gun Club ωστόσο αντιμετώπιζαν προβλήματα στη διάρκεια των ηχογραφήσεων του Miami.

«Το συγκρότημα άρχιζε πραγματικά να διαλύεται», επιβεβαιώνει ο ντράμερ Terry Graham στο ντοκιμαντέρ Ghost on the Highway: A Portrait of Jeffrey Lee Pierce and The Gun Club του σκηνοθέτη Kurt Voss (2006). «Τον Jeff τον έπιανε τρέλα... Ο Chris Stein, ο φίλος του, κάνει την παραγωγή του δίσκου και κάποιος του λέει: "Δεν χρειάζεσαι το συγκρότημά σου, το μόνο που χρειάζεσαι είσαι εσένα"».

Jeffrey Lee Pierce

Τα ναρκωτικά, σίγουρα, έπαιξαν επίσης ρόλο στις εσωτερικές εντάσεις. Ο μπασίστας Rob Ritter αποχώρησε το 1982 για να επικεντρωθεί στο άλλο του συγκρότημα, τους 45 Graves, αν και αναφέρεται στους συμμετέχοντες στο άλμπουμ. Πριν φύγει, ο Ritter δίδαξε τα παιξίματα στο μπάσο στην πρώην συμπαίκτριά του στους Bags, Patricia Morrison (αργότερα μέλος των Damned) η οποία τον αντικατέστησε. Ο Graham αποχώρησε από το συγκρότημα μερικά χρόνια αργότερα και το συγκρότημα διαλύθηκε προσωρινά στα μέσα της δεκαετίας του '80. Ο κιθαρίστας Kid Congo Powers μπαινόβγαινε στο σχήμα καθώς είχε παράλληλες υποχρεώσεις με τους πιο επιτυχημένους Cramps. Δεν συμμετείχε στις ηχογραφήσεις του Miami. Ο ίδιος ο Jeffrey Lee Pierce βίωνε ήδη τους μετασεισμούς μιας πραγματικά άγριας ζωής.

Αν και κάποιοι έχουν επικρίνει το Miami, ο Chris Stein εξακολουθεί να είναι περήφανος για το άλμπουμ.

«Έχω δεχτεί επικρίσεις από μέλη των Gun Club που έπαιξαν στο Miami επειδή δεν είχα μια αρκετά “hard rock” προσέγγιση στην παραγωγή», λέει στο βιβλίο From Blondie: Parallel Lives των Dick Porter και Kris Needs (Omnibus Pr & Schirmer Trade Books, 2012). «Δεν θυμάμαι κανέναν από αυτούς να εξέφρασε ανησυχίες εκείνη την εποχή. Ο Jeffrey... ήθελε πραγματικά να ξεφύγει από μια τυπική punk-rock προσέγγιση και να φτάσει στον κόσμο της λεγόμενης “κανονικής” μουσικής κάνοντας περισσότερες αναφορές στην country κλπ. Ο Jeff ήταν αυτός που έφερε έναν κιθαρίστα pedal steel. Ξέρω σίγουρα ότι του άρεσε ο δίσκος».

Από το Miami ενδεχομένως λείπει η ορμή του Fire Of Love, η νυχτερινή λάμψη του The Las Vegas Story του 1985 (το τρίτο άλμπουμ του γκρουπ και προσωπικό αγαπημένο του Pierce) και η στιλπνότητα του Mother Juno του 1987 (το τέταρτό τους). Η απουσία του Kid Congo Powers είναι επίσης εμφανής, παρά τις προσπάθειες του αντικαταστάτη του, Ward Dotson, που παίζει κιθάρα. Παραμένει όμως το καλύτερο άλμπουμ της post-punk εποχής το οποίο περιέχει πρωτόγονα αμερικάνικα rock ‘n’ roll τραγούδια.

Τα «Carry Me Home» και «Like Calling Up Thunder» παρουσιάζουν το διαπεραστικό ατονικό θρήνο του Pierce που σχεδόν πνίγει την ατμοσφαιρική slide κιθάρα του Dotson, με το τελευταίο κομμάτι να διαθέτει επίσης έναν βροντερό ρυθμό rockabilly. Το «Brother And Sister» βρίσκει τον Pierce να γράφει τους στίχους σε στυλ νότιας φωκνερικής πρόζας («Sins of me, buzz and hiss in the trees / Their little skeletons will harm no one / Why do you bring them, always back to me / Their kingdom come and their will be done / On Heaven and earth and me»). Ακολουθεί η υποχθόνια διασκευή στο «Run Through The Jungle» των Creedence – κι εδώ ο Pierce ακούγεται σαν να εκτελεί ένα ξέφρενο σαμανικό τελετουργικό.

Στη συνέχεια χτυπάνε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο «Devil In The Woods», το οποίο μαζί με τα «Bad Indian» και «Sleeping In Blood City» (από τη δεύτερη πλευρά του δίσκου) μοιράζονται τη συναρπαστική φρενίτιδα των δύο συγχορδιών του «Ghost on the Highway» από το πρώτο τους άλμπουμ. Ο μπασίστας Rob Ritter μαζί με τον κιθαρίστα Ward Dotson παίζουν με συναρπαστική αγριότητα που ούτε το επίπεδο mix μπορεί να κρύψει. Η παραληρηματική και άγρια ερμηνεία του Pierce διασφαλίζει ότι αυτά τα τρία τραγούδια θα κάνουν τους κάκτους να ματώσουν. Εν τω μεταξύ, το συγκρότημα περιφέρεται σε ερημικούς τόπους στο «Texas Serenade», όπου για άλλη μια φορά η ερμηνεία του Pierce είναι ηλεκτριστική, αυτή τη φορά σκορπισμένη άγρια πάνω στο ζαλισμένο pedal steel του Mark Tomeo.

Το «Watermelon Man» είναι το «Walk On Gilded Splinters» του Jeffrey Lee Pierce – το περίφημο και πολυδιασκευσμένο τραγούδι του Dr. John από το πρώτο του άλμπουμ, το Gris-Gris του 1968. Τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, είναι επηρεασμένο από τους ρυθμούς και τις δοξασίες των Κρεολών και του βουντού της Νέας Ορλεάνης. Ο ίδιος απαγγέλει τους στίχους-ξόρκια που καθοδηγούν την ιεροτελεστία του χορού σε μια λειτουργία βουντού.

H εκδοχή του συγκροτήματος στο κλασικό folk κομμάτι «John Hardy» αποτελεί ένα αρχέτυπο για το cowpunk των πρώιμων Meat Puppets. Tο «The Fire Of Love» αναδύει τη βρωμιά των βάλτων του Νότου και ο ακατέργαστος ήχος του ξεπερνά ακόμα και τους Cramps στο ίδιο τους το παιχνίδι, είναι το απόλυτο punk-psychobilly-blues. Το «The Fire of Love» καίει τον ακροατή, με ένα μοχθηρό riff που εκπληρώνει κάθε κακή φαντασίωση που μπορούμε να φανταστούμε στα έρημα περίχωρα του Τέξας.

Το γκραν φινάλε δίνεται με το «Mother Of Earth», ένα μάλλον απλό αλλά μαγευτικά όμορφο country-rock κομμάτι (για άλλη μια φορά ενισχυμένο με pedal steel). O Jeffrey Lee Pierce ποτέ δεν κατάφερε να ξανακουστεί τόσο σκοτεινά λυρικός όσο εδώ:

«I've gone down the river of sadness
I've gone down the river of pain
In the dark, under the wires
I hear them call my name»

Το «Mother Of Earth» είναι ένα τραγούδι που ο Johnny Cash θα έπρεπε πραγματικά να είχε διασκευάσει πριν φύγει από τη ζωή.

Σε σχέση με το ντεμπούτο τους, το The Fire of Love, στο Miami οι καλπασμοί του συγκροτήματος μετριάζονται από ένα πνεύμα που είναι περισσότερο μακάβριο παρά δολοφονικό. Μια ατμόσφαιρα υπερφυσικού τρόμου επικρατεί πάνω στις βίαιες παρορμήσεις. Ο γενετικός κώδικας της country μουσικής ξεπροβάλλει κάτω από την αγριότητα του punk-rock.

Αυτό που ξεπροβάλλει πάνω απ' όλα είναι ο ίδιος ο Jeffrey Lee Pierce. Το τραγούδι του σε στυλ Jim Morrison σε υψηλή συχνότητα, είναι σχεδόν διαπεραστικό, συνδυάζει μεγαλείο και απελπισία. Το φορτίο της αγωνίας εντείνεται και ξεχύνεται ορμητικά στα σεισμικά ρήγματα των μπλουζ. Είναι ο φόρος τιμής ενός αποξενωμένου παιδιού της Μεγάλης Πόλης στα σοβαρά μυστήρια της πανάρχαιας φύσης και στις τελετουργίες της. Οι μυστηριώδεις συγχορδίες των Gun Club δεν προκαλούν ανακούφιση ή αγαλλίαση μετά την απόδραση από τη Μητρόπολη. Η ατμόσφαιρα αναφλέγεται μόλις ο Pierce ουρλιάζει απότομα ή παραληρεί για τη «φωτιά του έρωτα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

Kid Congo Powers: Σαράντα χρόνια καριέρας μέσα από δώδεκα δίσκους...

The Cramps: Δείτε ένα φωτογραφικό αφιέρωμα και ακούστε τη συναυλία που έδωσαν στις 29/11/1991 στο Ρόδον (audio)

The Gun Club: «Είμαι ο ινδιάνικος αέρας που φυσάει ανάμεσα στα τηλεφωνικά καλώδια»

Johnny Thunders: «Ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος»...

Jeffrey Lee Pierce - Ο Κήρυκας των Punk - Blues

The Replacements: λατρεμένοι, υποτιμημένοι, αυτοκαταστροφικοί...

Medicine Show Revisited: Οι Dream Syndicate στις «τις μέρες μετά το κρασί και τα τριαντάφυλλα»...

 {yoytube}v=gsjSu_9jH3c&list=RDgsjSu_9jH3c&start_radio=1{/youtube}


image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
 
 
 
image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)
 
 
 
image

Θανάσης Μήνας

Ο Θανάσης Μήνας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε δημοσιογραφία, είναι ραδιοφωνικός παραγωγός (Rock FM, Ρόδον 94,4, Εν Λευκώ, Στο Κόκκινο) και αρθρογραφεί κυρίως για θέματα σχετικά με τη μουσική και το βιβλίο (Αυγή, Εποχή, Fractal Press, Merlin’s Music Box, Avopolis, The Zone)