The Gun Cub

  • The Gun Club: «Είμαι ο ινδιάνικος αέρας που φυσάει ανάμεσα στα τηλεφωνικά καλώδια»

    Γράφει ο Αλέξης Καλοφωλιάς

    Know it feels/Like the last time again (The Gun Club, “Promise me”)

    Άκουσα πρώτη φορά για τους Gun Club to ’82. Και μόνο ο ήχος του ονόματός τους ήταν μια σκοτεινή υπόσχεση. Έπειτα έφτασε στα χέρια μας ο δίσκος – τον είχε ο Χρήστος στην ασπρόμαυρη έκδοση της New Rose με τα ζόμπι στο εξώφυλλο. Ήρθε μαζί με το A Minute to Pray a Second to Die των Flesheaters και το πρώτο των Cramps. Μαύρα λουλούδια στον κήπο με τα ξεχασμένα σκουπίδια. Voodoo. Psycho. Trash. Ο ιερός κανόνας...

  • Φαντάσματα στον Αυτοκινητόδρομο: The Gun Club – Miami (Animal, 1982)

    Γράφει ο Θανάσης Μήνας

    Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Jeffrey Lee Pierce (που γεννήθηκε κοντά στο Λος Άντζελες το 1958) διηύθυνε το fan club των Blondie της Δυτικής Ακτής∙ την ίδια ώρα ο ισπανόφωνος (chicano) κιθαρίστας Brian Tristan (Kid Congo Powers) διηύθυνε το αντίστοιχο fan club των Ramones. Ο Pierce ήταν επίσης λάτρης του αρχαϊκού μπλουζ του Δέλτα του Μισισίπι, αλλά και του κλασικού country & western άλμπουμ του Marty Robbins, Gunfighter Ballads and Trail Songs (1959).

    Ο Pierce ήταν ίσως η πιο χαρισματική φιγούρα ανάμεσα στους μουσικούς που επιχείρησαν να κάνουν μια στροφή προς την παραδοσιακή μουσική της Αμερικής στον απόηχο της εποχής του punk. Οι Gun Club, τους οποίους σχημάτισε στο Λος Άντζελες το 1980 μαζί με τον Powers, εμπνεύστηκαν από το rockabilly-punk των Cramps, όμως συγχρόνως εισχώρησαν βαθιά στον μυστηριώδη κόσμο του Νότου, από το Δέλτα του Μισισίπι του Robert Johnson μέχρι τους βάλτους της Φλόριντα. Το ρεπερτόριο χωριζόταν σε δαιμονικό rock ‘n’ roll, υπνωτικό και αμφεταμινικό blues και βάναυσες μπαλάντες με τις ρίζες τους στην αγροτική ατμόσφαιρα του Νότου. Οι στίχοι ξεχείλιζαν από αναφορές στον αδιαπέραστο κόσμο των Bayou (βάλτοι της Λουϊζιάνα), τις απόκρυφες τελετές και τους λαϊκούς θρύλους.

FEATURED VIDEOS

  • 1