THEATRE OF HATE – AN CLUB, 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2019

Κείμενο - φωτό: Μιχάλης Πούγουνας

Οι Theatre of Hate δημιουργήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 στην πολιτικά φορτισμένη ατμόσφαιρα του Λονδίνου από τον Kirk Brandon, μετά την διάλυση του πρώτου του συγκροτήματος, των The Pack, οι οποίοι πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν δύο επτάϊντσα και δύο EP. Οι δύο πρώτες τους κυκλοφορίες ήταν επίσημα bootleg που κυκλοφόρησαν για να μειώσουν τις υπερτιμημένες κασέτες που πωλούνταν υπογείως από διάφορους και είχαν τίτλο «He Who Dares Wins – Live At the Warehouse, Leeds» (1981) και «Live at the Lyceum» (1981), το οποίο ήταν συλλογή. Το Westworld ήταν το πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ σε παραγωγή του Mick Jones των Clash, το οποίο ξεκαθαρίζει και τα πράγματα σχετικά με την πολιτική τοποθέτηση του συγκροτήματος στη βρετανική αριστερά, η οποία βρισκόταν σε έντονη σύγκρουση με τα ακροδεξιά κόμματα National Front και British Movement. Από το εξώφυλλο κιόλας η τοποθέτησή τους ήταν εμφανέστατη...

Η ΠΑΡΕΑ ΜΑΖΕΥΕΤΑΙ
Πριν την συναυλία, με κάλεσε ο Andi Sex Gang στην παρέα του Adrian Portas, του κιθαρίστα των Theatre of Hate.
Ο Adrian έπαιζε παλιά με τους New Model Army και τους Sex Gang Children και το τραπέζι του εστιατορίου στο κέντρο της Αθήνας ήταν γεμάτο Άγγλους που είχαν φτάσει αεροπορικώς την παραμονή της συναυλίας ειδικά για να δουν τους Theatre of Hate και την Κυριακή θα επέστρεφαν στη χώρα τους.
«Κάποια στιγμή όταν ηχογραφούσαν το Westworld βρέθηκα στο στούντιο με τον Mick Jones», μου ψιθυρίζει ο Andi «και είχε μαζί του μια μεγάλη τσάντα. Τον ρώτησα τι περιείχε και μου απάντησε πως είναι τα σημαντικότερα στοιχεία της ηχογράφησης: παιχνίδια και κούκλες που έβγαζαν διάφορους ήχους».
Μένοντας σε διαφορετικές πόλεις, οι Άγγλοι που βρίσκονται στο τραπέζι, φιλοξενούν ο ένας τον άλλον όταν το συγκρότημα παίζει στην περιοχή του ή φιλοξενούν ακόμα και τα μέλη του συγκροτήματος. Φυσικά, το ακολουθούν και στο εξωτερικό.


«Που είχε το καλύτερο κοινό από τα μέρη που παίξαμε;» ρωτάει ο Adrian τους φίλους του.
«Στην Βαρσοβία!» απαντά η Jacquie με τον φίλο της τον Kris που κάθονται δίπλα μου και συμπληρώνουν ότι «έχει τρομερό κοινό η Πολωνία. Έχουμε δει εκεί τους Killing Joke να κάνουν ένα τεράστιο κοινό να πηγαίνει πάνω-κάτω. Ο Jaz Coleman είναι φανταστικός!»
Στη συνέχεια η συζήτηση στρέφεται γύρω από τον Charlie Harper και τους UK Subs, καθώς και το Rebellion, το punk φεστιβάλ που γίνεται στο Blackpool κάθε Αύγουστο.
Κανένας από όλους αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι νέος. Είναι όλοι πενηντάρηδες με παιδιά, κάποιοι μάλιστα έχουν εγγόνια. Για να είμαι ειλικρινής, αυτό είναι που χαίρεσαι σε αυτούς: έχουν την όρεξη, τα κότσια πες, να πάρουν το αεροπλάνο και να πάνε σε μια ξένη χώρα για να περάσουν ένα Σαββατοκύριακο σαν τουρίστες, πίνοντας και χορεύοντας καθώς παίζει στην σκηνή η αγαπημένη τους μπάντα.
Μετά τον συνδυασμό ψητής σαρδέλας με μακαρόνια με κιμά, τον οποίο αρνούμαι να δοκιμάσω (μου είπαν «μα γιατί; φαγητό ένα – φαγητό και το άλλο»), τους λέω ότι θα τους συναντούσα αργότερα και φεύγω για το Αν για να δω τους Black Capes.

ΟΙ BLACK CAPES
Το Αn είναι πολύ ωραίο μαγαζί και για μένα έχει το καλύτερο backstage της Αθήνας, με τους κόκκινους τοίχους του και με όλα όσα έχουν γράψει πάνω τους τα συγκροτήματα που παίζουν εκεί.
Οι Black Capes, λοιπόν, είναι μια πενταμελής αθηναϊκή μπάντα και δημιουργήθηκαν στην Αθήνα το 2016. Έπαιξαν γύρω στα 30-40 λεπτά με κέφι, με κάποια προηχογραφημένα πλήκτρα σε ένα δυο κομμάτια, που βοήθησαν στην ατμόσφαιρα της μπάντας ο ήχος της οποίας είναι κοντά σε αυτόν των Paradise Lost της εποχής του άλμπουμ Draconian Times.
Ζέσταναν τον κόσμο, όλα πήγαν καλά και προετοίμασαν το έδαφος για τους headliners.

Black Capes

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ
Το 1983 ο Brandon έβαλε στον πάγο τους Theatre of Hate και μαζί με τον μπασίστα Stan Stammers δημιούργησαν τους Spear of Destiny. Εδώ και χρόνια ο Brandon δίνει συναυλίες με την σούπερ μπάντα Dead Men Walking. Και λέω σούπερ μπάντα, γιατί μαζί του παίζουν μουσικοί όπως ο Mike Peters (The Alarm), ο Slim Jim Phantom (Stray Cats), ο Captain Sensible (The Damned), o (Sex Pistols), ο Mick Jones (The Clash), ο Billy Duffy (των Cult και κάποτε των Theatre of Hate), έχει παίξει ο Lemmy (Motörhead), ο Brian Setzer (Stray Cats) και πολλοί άλλοι.
Επίσης, έχει ανασυγκροτήσει τους Theatre of Hate και το 2016 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Kinshi, το 2018 το I.Sensou και το 2019 το II.Heiwa.

Η ΓΙΟΡΤΗ ΑΡΧΙΖΕΙ
Ετσι λοιπόν, στην σκηνή του Αn εκτός από τον Brandon στα φωνητικά και στην κιθάρα, τον Stan Stammers στο μπάσο και τον Adrian Portas στην κιθάρα, στην πρώτη γραμμή βρέθηκαν και ο Jake, o σαξοφωνίστας τους.
Η βραδιά άνοιξε με το “Original Sin” από το πρώτο σινγκλ που κυκλοφόρησαν το 1980.
Η μπάντα δεν ήξερε τι είδους κοινό έχει να αντιμετωπίσει και στα πρώτα μέτρα του τραγουδιού ήταν κάπως μουδιασμένη. Οι Theatre of Hate δεν βγαίνουν συχνά για εμφανίσεις έξω από την Μεγάλη Βρετανία και αυτή είναι η πρώτη τους φορά στην Ελλάδα.
Σε λίγα λεπτά όμως ο πάγος έχει λιώσει και ο Kirk Brandon άρχισε να κουνά τα χέρια του νευρικά σαν μαριονέτα που κάνει τα πρώτα της βήματα χωρίς τα σχοινιά του κουκλοπαίχτη. ακολούθησαν τα “The Hop”, “Triumph”, “Its My Own Invention”.
Στάθηκα αριστερά της μπάντας για να ακούσω πως έβγαινε ο ήχος πάνω στην σκηνή. Όσο ήμουν μπροστά ήταν πολύ καλός και στα αριστερά της σκηνής που βρισκόμουν τώρα ήταν σούπερ!
Ακολούθησε το “Façade” και ένα από τα αγαπημένα μου, το “Judgement Humn”.
Στα 62 του χρόνια ο Kirk Brandon είναι σε άριστη φόρμα (χτύπα ξύλο που λένε...) και έχει μια φωνάρα που δεν ξέρω πόσο ψηλά μπορεί να την φτάσει.
Οι Άγγλοι που ήταν μαζί μου πριν, τώρα είχαν φρενιάσει μπροστά στην σκηνή και μαζί με το υπόλοιπο κοινό άρχισε ένας ξέφρενο χορός. Γι’ αυτό άλλωστε είχαμε πάει εκεί, για να περάσουμε όλοι καλά.
“Given”, “Slave” και “Americanos” με τον Stan να γράφει χιλιόμετρα πάνω στη σκηνή βαδίζοντας γρήγορα πάνω-κάτω και μπαίνοντας μπροστά από το σταντ του μικροφώνου του Brandon.
Είχα χρόνια να δω μια τόσο καλή συναυλία.
“Ukraine Girl”, “The Swarm” και “Day of the Dog” με τον Adrian να έχει κρεμάσει την κιθάρα κάτω απο την μέση και να κοιτά απειλητικά το κοινό (νωρίτερα τον είχαν φωτογραφίσει στο εστιατόριο και καθώς έκανε την ιδια απειλητική γκριμάτσα, οι υπόλοιποι Άγγλοι του έλεγαν «μην κάνεις έτσι ρε, φαίνεσαι σαν εγκληματίας» για να τους απαντήσει «μ’ αυτή τη φάτσα φωτογραφίζομαι).
Ο Jake ήταν ο πιό συντηρητικός πάνω στην σκηνή, παίζοντας ψύχραιμα το σαξόφωνό του στα μέρη που έπρεπε, σαν υπάκουος εργάτης. Όταν αργότερα μου τον σύστησαν, κατάλαβα ότι είναι έτσι απο φυσικού του.
Κάποιος απο το κοινό ζήτησε να παίξουν το “Conquistador” αλλά εκείνοι συνέχισαν με το “Incinerator” και το “Propaganda”.
Ο ντράμερ, Chris Bell, πάντα εκεί, σταθερός, δυναμικός και ακούραστος. Έχει περάσει στο παρελθόν από  τους Specimen και τους Gene Loves Jezebel.
Τελευταίο τραγούδι έπαιξαν το "Do You Believe In The West World".


Ο Stan πέρασε μπροστά στη σκηνή και ο Brandon ήρθε κοντά μου και τότε βρήκα την ευκαιρία να απλώσω το χέρι μου για να τον συγχαρώ. Εκείνος μου το έσφιξε δυνατά και έκλεισε το μάτι.
Οι άνθρωποι περνάνε καλά και αποδίδουν άριστα.
Με το τέλος του “Do You Believe In The West World” ο κόσμος ζήτησε κι άλλο.
Η αλήθεια είναι ότι είδα φίλους να χορεύουν που δεν τους είχα ξαναδεί έτσι (εσένα εννοώ Μάνο...)
Η μπάντα ξαναβγήκε για το encore με τέσσερα ακόμα τραγούδια: “Freaks”, “Omen”, “63 και “Legion”. Post-punk όπως παιζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

ΤΟ ΟΜΟΡΦΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΟΜΟΡΦΗΣ ΒΡΑΔΥΑΣ
Όταν άναψαν τα φώτα και ο χώρος άδειασε, απέμεινα να μιλώ με τους νέους Άγγλους φίλους μου, ο οποίοι μου σύστηναν ένα-ένα τα μέλη του συγκροτήματος.
Το συγκρότημα μας προσκάλεσε για ποτό στην Ίντριγκα, πάνω από την πλατεία Εξαρχείων. Εκεί έπιασα κουβέντα με τον Leaf, τον μάνατζερ της μπάντας. Σε πέντε μέρες θα έπαιζαν στο Οντάριο του Καναδά με τους Chameleons Vox του Mark Burgess των Chameleons και κατόπιν μαζί του στο Michigan και στο Illinois.


«Kirk, έλα να σου συστήσω τον Mike», είπε κάποιος και είδα τον Brandon να με πλησιάζει χαμογελαστός απλώνοντας το χέρι του.
Στις 4.30 το πρωί έφευγαν για το αεροδρόμιο και έκλεισα την βραδιά με μία ερώτηση προς τον Brandon: «Τι σε έκανε να γράψεις το “Westworld”;»
Το πρόσωπό του άλλαξε σε μια έκφραση αναζήτησης, σαν να τον είχα ρωτήσει την τετραγωνική ρίζα του 156,12, αλλά επέστρεψε με μια απάντηση που χαρακτηρίζει μια ολόκληρη εποχή: «Ο φόβος για την ατομική βόμβα».

Το συγκρότημα μας κέρασε όλους τα ποτά και κάποιοι με προσκάλεσαν να τους επισκεφτώ στην Αγγλία. Είναι αλήθεια ότι πέρασα μαζί τους μια σύντομη και πολύ σπιντάτη βραδιά και καταχωρώ την συναυλία στις καλύτερες που έχω δει, ανάμεσα σε εκείνες των Damned στο Ροδον το 1988 και το 2008 στο Gagarin, του Herman Brood στο Ροδον το 1990 και των New Model Army το 2013 στο Gagarin.
Ευχήθηκα σε όλους να τα ξαναπούμε σύντομα εδώ ή στην Αγγλία και έφυγα σιγοτραγουδώντας το “Westworld”.


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.