Ο Μανώλης Κιλισμανής και το Χωριό του: "Μου άρεσε η ιδέα ενός τύπου «αφημένου» που έχει δεχθεί ότι η ζωή του πλέον θα κυλάει έτσι χωρίς κάτι που να μπορεί να του την αλλάξει είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο"...

Συνέντευξη: Βαγγέλης Χαλικιάς

Ο Μανώλης Κλισμανής είναι κυρίως γνωστός από το Ρόδον Club όπου εργαζόταν, τις ραδιοφωνικές του εκπομπές και διάφορες άλλες δραστηριότητες που αφορούν τη μουσική και τον κινηματογράφο, αλλά  και γενικότερα με πράγματα άσχετα με τη συγγραφή ενός βιβλίου. Αντί να καθίσει λοιπόν να γράψει ένα βιβλίο γεμάτο με όλες αυτές τις εμπειρίες του, ο Μανώλης έγραψε το «Χωριό», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24 Γράμματα και με χαρά δέχθηκε να πιούμε έναν καφέ και να μιλήσουμε για αυτό – αν και τελικά η κουβέντα μας περιέχει και αρκετή μουσική. 

Βαγγέλης: Μανώλη μίλησε μας λίγο για σένα.

Μανώλης: (γέλια) Γεννήθηκα το ‘63 στην Αγία Παρασκευή, έχω ζήσει όλη μου τη ζωή στην Αθήνα, εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια είμαι μόνιμος κάτοικος κέντρου, έχω σπουδάσει στο πανεπιστήμιο αγγλική φιλολογία. Επαγγελματικά έχω ασχοληθεί με τη διδασκαλία αγγλικών σε φροντιστήριο, με την Άνωση (σ.σ. ΑΝΩΣΗ Α.Ε. εταιρεία μουσικών και τηλεοπτικών παραγωγών 1987-2005) και το Ρόδον  (σ.σ. το Club στη Μάρνης), με τις νύχτες πρεμιέρας και διάφορα dj sets από το ’90 και μετά σε κάποια μαγαζιά της Αθήνας.

Βαγγέλης: Έκανες και ραδιόφωνο...

Μανώλης: Έκανα και ραδιόφωνο αλλά αυτό δεν το θεωρώ επάγγελμα γιατί πρώτον πληρώθηκα ελάχιστες φορές και μόνο όταν έκανα εκπομπές στο Ρόδον (σ.σ. ραδιοφωνικός σταθμός που λειτούργησε από το 1994 έως το 1997). Στο ραδιόφωνο μπήκα εντελώς τυχαία και μου πήρε τρεις – τέσσερις μήνες για να καταλάβω τι ήταν αυτό που μπορούσα να κάνω καλύτερα στη ζωή μου και είναι αυτό το οποίο όποτε το κάνω με κάνει να νοιώθω καλύτερα σαν άνθρωπος.

Βαγγέλης: Αυτή την εποχή κάνεις κάπου εκπομπή;

Μανώλης: Όχι, την τελευταία φορά έκανα στον intersonic  (σ.σ. Web radio) αλλά σταμάτησα γιατί δε μου έβγαιναν οι χρόνοι.

Βαγγέλης: Έγραφες από παλιά;

Μανώλης: Όπως γράφαμε όλοι μας, θέλω να πω κράταγα σημειώσεις, όχι ακριβώς ημερολόγιο, κάποια πράγματα που ήθελα. Ποτέ όμως δε μου είχε μπει η ιδέα ότι θα γίνω ένας άνθρωπος που θα κυκλοφορήσει δημόσια ένα βιβλίο. Δεν ήταν ούτε σκοπός, ούτε στόχος, προέκυψε.

Βαγγέλης: Όταν ξεκίνησες να γράφεις «Το Χωριό» δεν το έκανες με σκοπό να το εκδώσεις;

Μανώλης: Όχι! Το έκανα για μένα. Σκέφθηκα πως τόσα πράγματα έχω στο μυαλό μου, τι μία λες αυτό, την άλλη λες το άλλο, βάλε τα κάτω να δεις αν μπορείς να το κάνεις, αν μπορείς να ολοκληρώσεις κάτι. Έτσι ξεκίνησε. Δεν ολοκληρώθηκε αμέσως, άργησε πάρα πολύ γιατί… παραλίγο να ζήσω κάτι το οποίο περιγράφεται μέσα στο βιβλίο και κει φοβήθηκα και το παράτησα για κάνα χρόνο και μετά λέω, τέλειωσε το να δεις τι θα βγει.

Βαγγέλης: Ποια χρονολογία το έγραψες;

Μανώλης: Γύρω στο ’15 – ’16.

Βαγγέλης: Σε ρωτάω γιατί στο βιβλίο δεν προσδιορίζεται η χρονολογία που εκτυλίσσεται η ιστορία.

Μανώλης: Δεν ήθελα. Αμυδρά μπορεί να προσδιορίζεται, σίγουρα είναι κάτι που εκτυλίσσεται σε ένα χαλαρό τώρα αλλά όχι απαραίτητα πχ. το ’18 ή το ’21.

Βαγγέλης: Ναι υπάρχουν κάποια στοιχεία από αυτά που γράφεις , οι μουσικές που περιγράφεις…

Μανώλης: Ναι. Και μετά το άφησα. Ένα χρόνο μετά και από πιέσεις κάποιων γνωστών άρχισα να σκέφτομαι την ιδέα της έκδοσης.

Βαγγέλης:  Πως προέκυψαν τα 24 γράμματα; Είχες δοκιμάσει να το στείλεις και σε άλλους εκδοτικούς οίκους;

Μανώλης: Αυτό είναι το καλύτερο από όλα. Το είχα στείλει σε ένα δυο (εκδοτικούς) οίκους αλλά δεν έλαβα ποτέ απάντηση. Είχα κάνει προσωπική επαφή με συγκεκριμένο άνθρωπο γιατί πίστευα ότι η θεματολογία του βιβλίου ταιριάζει στον οίκο του, δε θέλω να σχολιάσω τη συνέβη σε αυτή τη συνάντηση. Ένας παλιός ακροατής με τον οποίο έχουμε κρατήσει επαφή με βλέπει μια μέρα εδώ πέρα (σ.σ. στο καφέ όπου έγινε η κουβέντα μας), του λέω την ιστορία, αυτός γράφει ποίηση, ο Στάθης ο Κεφαλούρος και μου λέει, στείλε το μου γιατί θα κάνω εγώ ραντεβού με έναν οίκο, δώσε μου και το δικό σου. Του το στέλνω και μου λέει μετά από λίγο καιρό, φάγαμε πόρτα και συνεχίζουμε. Δεν ασχολήθηκα ξανά εγώ μαζί του. Κάποια στιγμή προς το τέλος εκείνης της χρονιάς , του ’18 με παίρνει τηλέφωνο ένα νούμερο που δεν ξέρω. Ήταν ο Νεκτάριος ο Μπέσης και μου είπε να σημειώσω το τηλέφωνο του Δαμιανού που έχει τα 24 γράμματα γιατί θέλει να μιλήσετε. Τον πήρα και μου είπε μετά τις γιορτές να τα πούμε. Πήγα μετά τις γιορτές στα γραφεία τους στο Χαλάνδρι, άρχισε να μου λέει κάποια πράγματα για το βιβλίο έχοντας του μπροστά του στον υπολογιστή. Κάποια στιγμή σηκώθηκε γιατί κάπου τον ζήτησαν και πήγα και κοίταξα την οθόνη για να βεβαιωθώ ότι αναφερόταν σε αυτό που είχα γράψει εγώ.

 

Βαγγέλης: Γιατί το λες αυτό, σου έλεγε άσχετα πράγματα;

Μανώλης: Όχι αλλά μου έλεγε πράγματα που δεν τα είχα δει εγώ. Δεν είχα φανταστεί ότι  θα τα παρατηρούσε κάποιος. Τα είπαμε για κάνα εικοσάλεπτο και φεύγοντας μου είπε «να σου δώσω και το συμβόλαιο να το διαβάσεις και αν συμφωνείς στείλε το μας να προχωρήσουμε». Εγώ έμεινα κάγκελο. Μετά από αυτό μίλησα και με ανθρώπους που θέλω να έχω τη γνώμη τους όπως τον Άλεξ (σ.σ. Καλοφωλιά), ο οποίος μου έδωσε μια πολύ σωστή συμβουλή, μου είπε «ότι σου πει θα το κάνεις, αυτός ξέρει εσύ δεν ξέρεις, είσαι καινούργιος, αν σου πει να αλλάξεις κάτι θα το κάνεις».

Βαγγέλης: Άρα υπήρξαν αλλαγές στο βιβλίο;

Μανώλης: Ναι, πράγματα που θα πλάτιαζαν λίγο την ιστορία.

Βαγγέλης: Δεν άλλαξε ουσιαστικά όμως η μορφή του;

Μανώλης: Όχι. Κυρίως έφυγαν παράγραφοι. Του το έστειλα διορθωμένο και από κει και πέρα προχώρησε.

Βαγγέλης: Ονομάζεις το βιβλίο σου «Το Χωριό». Γιατί τοποθετείς σε ένα χωριό, δηλαδή σε μια πιο κλειστή κοινωνία από την Αθήνα την ιστορία σου, τουλάχιστον στο ξεκίνημα της;

Μανώλης: Μου άρεσε η ιδέα της περιοχής που περιγράφεται.

Βαγγέλης: Η οποία δεν αναφέρεται...

Μανώλης: Μπορεί να είναι παντού. Δεν με ενδιαφέρει να δώσω τέτοιου είδους λεπτομέρειες, ας το βάλει ο άλλος όπου θέλει. Μπορεί να είναι και είκοσι ή και πεντακόσια χιλιόμετρα από την Αθήνα. Περισσότερο με ενδιαφέρει αυτό που παίζει εκεί πέρα. Μου άρεσε η ιδέα ενός τύπου «αφημένου» που έχει δεχθεί ότι η ζωή του πλέον θα κυλάει έτσι χωρίς κάτι που να μπορεί να του την αλλάξει είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο. Να συμβαίνει κάτι απρόοπτο και να αποκτά ξανά στην ουσία το πάθος να ζήσει, να κάνει πράγματα, να νοιώσει ξανά πραγματικά χαρούμενος.

Βαγγέλης: Η ιστορία ουσιαστικά εκτυλίσσεται σε δύο διαφορετικούς τόπους. Στο χωριό του νεαρού και στην Αθήνα. Στο χωριό η σχέση παραμένει κρυφή, ειδικά στο περιβάλλον του νεαρού ενώ στην Αθήνα εντάσσεται χωρίς κανένα σχεδόν πρόβλημα στην καθημερινή ζωή της πόλης.  Είναι τόσο διαφορετικά τα πράγματα στην ελληνική επαρχία από την μεγαλούπολη;

Μανώλης: Νομίζω ναι. Έχω συναντήσει ανθρώπους που δεν μένουν στην Αθήνα και αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα. Όλη αυτή η απελευθέρωση και η διεκδίκηση της καθημερινότητας που ακούμε από ανθρώπους που είναι βασισμένη στις μεγαλουπόλεις, πχ Αθήνα, Θεσσαλονίκη, είναι πάρα πολύ ωραία αλλά είναι λίγο ουτοπία. Σίγουρα έχουν προχωρήσει τα πράγματα αλλά μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Είναι λίγο αγενές από έναν μόνιμο κάτοικο της Αθήνας να βγαίνει και να λέει και να απαιτεί από ένα παιδί της επαρχίας, μιας κλειστής κοινωνίας «βγες από την ντουλάπα σου τώρα γιατί δεν ξέρεις τι σημαίνει ζωή». Σαφώς η κεντρική ιδέα είναι αυτή αλλά μην το κάνεις τόσο επιτακτικά, μην το κάνεις με τη σιγουριά του που βρίσκεσαι εσύ και σε πιο περιβάλλον ζεις εσύ. Έλα λίγο και στη θέση του άλλου. Υπάρχει μια εγγλέζικη ταινία που το χειρίζεται πολύ καλά, η οποία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, το «Pride». Μία ομάδα gay ακτιβιστών στην εποχή της απεργίας των ανθρακωρύχων στο Λονδίνο συγκεντρώνει λεφτά για να τα δώσει στους ανθρακωρύχους σε ένα χωριό  στην Ουαλία και πηγαίνουν εκεί να τους τα δώσουν. Είναι η πρώτη φορά που στο gay pride του Λονδίνου της επόμενης χρονιάς κατέβηκαν οι ανθρακωρύχοι.

Βαγγέλης: Ουσιαστικά σε μεγάλο μέρος του βιβλίου σου περιγράφεις πως χτίζονται ή μάλλον πως είναι ως ένα σημείο οι σχέσεις ενός gay ζευγαριού. Έχει πολλές λεπτομέρειες  Ήταν ένας από τους στόχους σου αυτός;

Μανώλης: Κάποιοι που το διάβασαν μου είπαν πως το θεώρησαν παιδευτικό. Θεωρώ πως όπως είναι βλακώδες σε μια ταινία να δείχνεις ένα ζευγάρι, πάσης φύσεως, να κάνει έρωτα αλλά να είναι πάντα σκεπασμένο, αυτό νομίζω συμβαίνει όταν έχει πάρα πολύ κρύο το χειμώνα. Θεωρώ ότι από τη στιγμή που θες να δείξεις κάποια πράγματα τι να κάνουμε; Το σεξ αποτελεί συνείδηση της καθημερινότητας.

Βαγγέλης: Δεν αναφέρομαι μόνο στο σεξ, παρουσιάζεις γενικότερα μια πολύ όμορφη σχέση.

Μανώλης: Θεωρώ ότι ήθελα να περάσει αυτό το πράγμα ως απλά σχέση δύο ανθρώπων οι οποίοι τυχαίνει να είναι άντρες. Νομίζω ότι κάλλιστα θα μπορούσε να είναι άντρας – γυναίκα, γυναίκα – γυναίκα κτλ.

Βαγγέλης: Σε αυτή την περίπτωση όμως θα είχε νόημα το βιβλίο;

Μανώλης: Δεν ξέρω, δεν απαντώ γιατί δεν το είχα σκεφθεί ποτέ έτσι.  Αν βάλεις ένα κοινωνικό χάσμα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα, ή ένα θρησκευτικό χάσμα, υπάρχουν τόσα πολλά χάσματα στην κοινωνία που νομίζω ότι το υποστηρίζει αυτό.

Βαγγέλης:  Ο τίτλος από μόνος του και καταλαβαίνοντας από τις πρώτες σελίδες ότι πρόκειται για μια ερωτική ιστορία ενός μεσήλικα και ενός νεαρού σε προδιαθέτει ότι κάτι δε θα πάει καλά. Παρόλα αυτά σχεδόν όλο το βιβλίο είναι περιγραφές της ζωής των δύο αντρών, κυρίως του αφηγητή μεσήλικα και δίνεις ελάχιστο χώρο στο δραματικό φινάλε. Έτσι σου βγήκε;

Μανώλης: Ναι, αυτό με είχε ρωτήσει και ο Δαμιανός (σ.σ. ο εκδότης). Ήθελα να είναι μια πορεία, ένα χτίσιμο, τι ωραία που περνάμε, ήθελα να υπάρξει μια αιτιολόγηση της αρχικής στάσης του ενήλικα απέναντι σε μια σχέση και μετά αυτό που σκέφθηκα ήταν τι μπορεί να συμβεί σε έναν οποιονδήποτε καθημερινό άνθρωπο όταν συμβεί κάτι εντελώς απρόοπτο. Αλλά όταν λέμε απρόοπτο πχ χάνω το κινητό μου, απρόοπτο που σε κάνει να χάσεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Πως μπορούμε να αντιδράσουμε, τι όρια έχουμε όταν ανάψει κόκκινο στο μυαλό. Από τη στιγμή που είναι ξαφνικό εκ των πραγμάτων η εξέλιξη είναι με τρομερές ταχύτητες, θολώνει το μυαλό και κάνω πράγματα τα οποία σε οποιανδήποτε άλλη συνθήκη δεν θα τα έκανα.

 

Βαγγέλης: Είναι συμβολικό το τέλος, επέλεξες αυτό, θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε άλλο.

Μανώλης: Το τέλος το ήξερα. Δεν μου αρέσει που τελειώνει έτσι. Την επόμενη φορά θα είναι πιο αισιόδοξο.

Βαγγέλης: Θα μπορούσε να έχει διαφορετικό τέλος το βιβλίο; Το έχεις σκεφθεί;

Μανώλης: Όχι, πιστεύω πως αν δεν υπήρχε αυτό το τέλος δεν θα είχα καθίσει να το γράψω.

Βαγγέλης:  Στο βιβλίο μιλά ο μεσήλικας πρωταγωνιστής. Θα ήθελα να μας μιλήσεις λίγο και για τον χαρακτήρα του νεαρού σαν να ήταν αυτός ο αφηγητής. Πιστεύεις θα έβγαζε μια ανασφάλεια λόγω της κοινωνίας που μεγάλωσε;

Μανώλης: Θα έβγαζε ανασφάλεια για το περιβάλλον του αλλά όχι για αυτό που είναι. Θα έβγαζε την σιγουριά ότι, δεν μπορώ να μπω στην πλατεία του χωριού με έναν άντρα να πω αυτός είναι ο γκόμενος μου αλλά δε θα έβγαινε ποτέ με μια γυναίκα γιατί πολύ απλά θα το θεωρούσε ψεύτικο. Θα έβγαζε ότι, ναι θέλω να πάω σε ένα αστικό κέντρο για να νοιώσω πιο ελεύθερα ακριβώς επειδή δε θα με ξέρει κανείς και σίγουρα δε θα έκανε ποτέ κάτι για να δείξει ότι είναι κάτι που δεν είναι. Δεν θα έκανε ποτέ κάτι για να καλυφθεί χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα έβγαινε έξω από την ντουλάπα με τη ντουντούκα στο στόμα να φωνάξει είμαι αυτό. Θα είχε μια μέση αντιμετώπιση στη ζωή του.

Βαγγέλης: Πόσο Μανώλη Κιλισμανή έχει μέσα του ο μεσήλικας ήρωας του «Χωριού»; Πόσα προσωπικά ή εμπειρικά στοιχεία έχεις βάλει;

Μανώλης: Από τη στιγμή που το έχει γράψει αυτό σίγουρα έχει.  Εμπειρικά έχει τις διαδρομές στην πόλη, στην Αθήνα και έχει και μια μελαγχολία που νοιώθω όταν περνάω από παλιά στέκια στα οποία έχω περάσει πολλές στιγμές της ζωής μου και τα βλέπω να έχουν κλείσει και να έχουν γίνει κάτι μοντέρνο το οποίο δε μου λέει απολύτως τίποτα. Τα οποία στέκια ήταν πολύ ταπεινά μέρη, δεν ήταν το club πχ, ήταν τα στέκια της καθημερινότητας που περιγράφεται έτσι και αλλιώς.

Βαγγέλης: Μέσα στο βιβλίο «ακούγεται» πολύ μουσική και αναφέρονται και κάμποσα στέκια όπως το μεζεδοπωλείο στου Ψειρή. Φαντάζομαι πως ήθελες να βοηθήσεις τον αναγνώστη να ακούσει καλή μουσική και να φάει και κάνα καλό φαγητό ή απλά ήθελες να βάλεις μέσα αυτά που αγαπάς;

Μανώλης: Αυτά που αγαπάω. Τα μόνα υπαρκτά είναι το μεζεδοπωλείο ο Νικήτας και ο κύριος Μάκης ο κουρέας στα Εξάρχεια οποίος είναι και ο πρώτος άνθρωπος στο οποίο πήγα το βιβλίο όταν το πήρα από τον εκδότη.  Ο κύριος Μάκης το πρώτο πράγμα που μου είπε είναι πως «θέτεις το θέμα της αυτοδικίας και αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό.

Βαγγέλης: Πες μας λοιπόν για την αυτοδικία.

Μανώλης: Δεν ξέρω ρε συ πραγματικά. Επειδή έχω ζήσει μερικές καταστάσεις όλα αυτά τα χρόνια στη ζωή μου, πραγματικά έχω δει κόσμο να «το χάνει» μέσα σε ένα δευτερόλεπτο και να κάνει πράγματα τα οποία δεν περνάνε από το μυαλό σου.

Βαγγέλης: Εσύ δικαιολογείς την αυτοδικία;

Μανώλης: Όχι.

Βαγγέλης: Άρα ως άνθρωπος διαφωνείς με το τέλος του βιβλίου.

Μανώλης: Σαν ήρωα τον δικαιολογώ απόλυτα.

Βαγγέλης: Μήπως κάνει κάτι και είναι κάποιος που ίσως θα ήθελες να είσαι; Άλλωστε ο ήρωας μέσα από σένα βγαίνει.

Μανώλης: Εντάξει ο τύπος χάνει τη ζωή του για δεύτερη φορά, χάνει το νόημα της ζωής του και το χάνει με πολύ χειρότερο τρόπο τώρα από ότι στην πρώτη. Παρόλο που δεν είναι 100% σίγουρο ότι είναι οι γονείς υπεύθυνοι δε σου αφήνει και πολλά περιθώρια.

Βαγγέλης: Θα έχεις διαβάσει κριτικές για το βιβλίο σου. Υπάρχει κάποια που να σε έκανε ευτυχισμένο και κάποια που να σε εξόργισε ή να σε έκανε τέλος πάντων να νοιώσεις έντονα συναισθήματα;

Μανώλης: Όλες, επειδή είναι και η πρώτη φορά που κάνω κάτι τέτοιο, μου δημιούργησαν συναισθήματα. Αρνητικό δεν έχω διαβάσει ακόμα. Δε θα με πείραζε να διαβάσω κάτι αρνητικό. Όταν ξεκίνησα να τις διαβάσω συνειδητοποίησα αυτό που με είχε ρωτήσει ο εκδότης όταν ήμασταν έτοιμοι να προχωρήσουμε, «είσαι έτοιμος να εκτεθείς;». Του είπα «βλέποντας και κάνοντας», ουσιαστικά δηλαδή δεν του έχω απαντήσει ακόμα σε αυτό.

Βαγγέλης: Σε ανύποπτο χρόνο μου είχες πει πως γράφεις το επόμενο, θες να μιλήσεις για αυτό;

Μανώλης: Είναι στο στάδιο της τελικής επεξεργασίας.

Βαγγέλης: Έχει ανάλογη θεματολογία;

Μανώλης: Όχι, θα ήταν αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο. Είναι διηγήματα, είναι κάτι που δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσα να το κάνω. Την εποχή της καραντίνας (σ.σ. της πρώτης πια…) έβγαλε ο εκδοτικός μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Πανδημία» στην οποία ζήτησε από κάποιους ανθρώπους να γράψουν μια ιστορία με βάση αυτό που ζούσαν σε συγκεκριμένο μέγεθος κειμένου και μου ζήτησαν και μένα,. Μου άρεσε αυτή η ιδέα, μου άρεσε αυτός ο περιορισμός και η ιδέα του να πεις όσο πιο πολλά μπορείς σε μικρό διάστημα. Σε μια κουβέντα που είχα με τον εκδότη του είπα ότι μου άρεσε αυτή η ιδέα και μου απάντησε πως αυτή ην εποχή τα διηγήματα έχουν πέραση. Πήρα αυτό που είχα ήδη αρχίσει να γράφω, κατά κάποιο τρόπο το έσπασα, γιατί είχε αυτή τη δυνατότητα, πρόσθεσα και κάποια άλλα και βγήκαν δεκατρία διηγήματα. Δεν έχουν πολύ σχέση με την πραγματικότητα, είναι μεταξύ της  ζώνης του λυκόφωτος, πραγμάτων που θα θέλαμε να ζήσουμε και δεν μπορούμε για διάφορους λόγους, κάτι τέτοιο.

Βαγγέλης: Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι;

Μανώλης: Πολλοί με ρωτάνε γιατί στο οπισθόφυλλο δεν έγραψα μια περίληψη.

Βαγγέλης: Νομίζω ότι καλά έκανες και δεν έγραψες.

Μανώλης: Και εγώ αυτό νομίζω, ειδικά σε αυτό. Είχα τεράστια ελευθερία από τον εκδοτικό. Τη φωτογραφία στο εξώφυλλο εγώ τη διάλεξα και δεν με πίεσε να βάλω και μια περίληψη για να προϊδεάσω τον κόσμο. Δεν το ήθελα. Αυτό είναι, άνοιξε το και άκουσε το. Πραγματικά με άφησα άναυδο το ότι έκανα οτιδήποτε ήθελα.

Βαγγέλης: Για μένα το βιβλίο σου χωρίζεται σε τρία μέρη. Στον τίτλο ο οποίος δεν σε αφήνει να ησυχάσεις αλλά περιμένεις συνέχεια ότι κάτι θα γίνει, στο ίδιο το βιβλίο που περιγράφεις την ιστορία, τι καλά που περνάμε κτλ και στο τέλος που είναι σχεδόν τόσο μικρό όσο ο τίτλος (γέλια).

Μανώλης: Καταρχάς ήθελα να μην υπάρχει κάτι περιττό μετά την τελευταία πρόταση.

Βαγγέλης: Το πέτυχες απόλυτα.

Μανώλης: Δεν ήθελα να γράψω πχ… δυο μέρες μετά σκεφτόταν τι έκανε κτλ. Όταν αντιδράς έτσι όπως αντιδρά αυτός πολύ απλά δε σε ενδιαφέρει το αύριο. Επίσης αφήνεται μια υπόνοια ότι έχει το ελεύθερο να κάνει ότι θέλει χωρίς να φανταστεί κανείς μέχρι που μπορεί να φτάσει.

Βαγγέλης: Εσύ τι διαβάζεις;

Μανώλης: Όταν γράφω τίποτα. Μου αρέσει πολύ η επιστημονική φαντασία, θέλω να ξαναδιαβάσω όλο τον Καμύ γιατί σχεδόν τον έχω ξεχάσει, από το βιβλίο μου  μπορείς να καταλάβεις ότι μου αρέσει πολύ ο Μπορίς Βιάν αλλά διαβάζω και trash best seller για να περάσει η ώρα το βράδυ. Κυρίως Αμερικάνικα.

Κάπου εδώ τελειώνει η κουβέντα μας περί βιβλίου αλλά επειδή το παρελθόν του Μανώλη είναι κυρίως βουτηγμένο σε μουσικά δρώμενα ζήτησα από τον Μανώλη να μας μεταφέρει μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές που έζησε δίπλα σε καλλιτέχνες…

 

Για τους James…

Η πρώτη συναυλία των James στον Λυκαβηττό (σ.σ. 1999) ήταν εμπειρία, τους είχα δει και στο Λονδίνο αλλά στο Λυκαβηττό ήταν εκατό φορές καλύτερη. Συμμετείχα στη διοργάνωση και επειδή ήθελα να είμαι κοντά τους, να μου υπογράψουν τους δίσκους αν μη τι άλλο. Πάντα είχα συστολή στο να πλησιάσω έναν καλλιτέχνη. Βρέθηκα στο ξενοδοχείο την ημέρα που είχαν έρθει , είπα ένα γεια σε όλους και στον Booth, και γίνεται ένα «απειροελάχιστο κλικάκι» το οποίο μου δίνει να καταλάβω ότι δεν θα τον πείραζε να μιλήσουμε λίγο παραπάνω. Ήμασταν την επόμενη μέρα στα παρασκήνια πριν βγουν, αυτοί είναι στα αλήθεια χεσμένοι  παρόλο που ήταν μπάντα τόσων ετών. Ήταν η πρώτη φορά που έρχονταν στην Ελλάδα, δεν είχαν ιδέα τι θα αντιμετωπίσουν. Βγαίνουμε από το κάτω μέρος της σκηνής, εγώ ακολουθούσα, και τους βλέπω όπως περπατάνε να αρχίζουν να ακούν τον κόσμο. Η συναυλία ήταν οικονομική αποτυχία γιατί είχε πολλά ονόματα πχ  Morcheeba και είχε μεγάλο κόστος. Είδα στα πρόσωπα τους σιγά σιγά να φεύγει αυτή η αγωνία και να αρχίζουν να χαμογελάνε. Βγαίνουν, ξεκινούν με το Say something και ο κόσμος αρχίζει να τραγουδάει και έρχεται ο tour manager που καθόταν μαζί μου και μου λέει "Hey they seem to now the words”'. Οι τύποι μετά απογειώθηκαν. Ακόμα και κόσμος που δεν τους πηγαίνει έχει πει πως ήταν μία από τις καλύτερες συναυλίες που έχουν γίνει στην Ελλάδα γιατί υπήρχε φοβερό δούνε και λαβείν. 

Για τους Ramones…

Όταν είχαν έρθει στον Ηχώ FM για να τους πάρω συνέντευξη με τον Παντελή Δημητρίου (σ.σ. Παντελής Γουδής το πραγματικό του όνομα), η εκπομπή λεγόταν «Κύματα Πανικού» 

Για τους Pet Shop Boys…

Απίστευτοι άνθρωποι, τέτοιο μυαλό, τέτοιο τρόπο σκέψης ο Neil Tenant. Είναι απίστευτο τι γνώσεις έχει σε οτιδήποτε. Μπορεί να σου πει τι ήταν στο νούμερο εικοσιέξι  την τάδε εβδομάδα του Βρετανικού chart μέχρι να σου μιλήσει για τέχνη Avant Garde και τα κατέχει εξίσου. Τρομερό χιούμορ, μας έλεγαν για μια περιοδεία που έκαναν στην Αμερική μετά τις 11/09 (σ.σ. δίδυμοι πύργοι) όπου τους είχαν ξεσκίσει στους ελέγχους και λέει ο Neil «ε είχαμε όλους αυτούς τους ελέγχους and Chris (σ.σ. Low)» (γέλια). 

Για τον Moby…

Απίστευτος άνθρωπος, στο Rock of Gods (σ.σ. 1996) έβλεπες έναν πιτσιρικά που ήθελε hang out with the guys, μας ρώταγε πως ήταν την προηγούμενη μέρα οι Slayer κτλ. Βγαίνει λοιπόν στη σκηνή, εγώ είμαι πίσω, στο πρώτο λεπτό που άρχισε να παίζει εγώ είπα για την επόμενη μιάμιση ώρα μην με αναζητήσετε και πήγα κάτω, ήταν απίστευτος (σ.σ. ήμουν και γω, ήταν απίστευτος). 

Για τους REM…

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που είχαν έρθει (σ.σ. 1999), έκλαιγα σαν μικρό παιδί. Τότε είχε πάρει η Manchester το Champions League νικώντας στον τελικό της Bayern (σ.σ. YES!!!) και είχα πάει με μπλούζα της Manchester, την βλέπει ο Mike Mills και μου λέει «you are a champion» (γέλια). Προς το τέλος του live δε θυμάμαι που βρισκόμουν, ξεκινούν να παίζουν όπως πάντα τελευταίο το It’ s the end of the world και έγινε χαμός. 

Για την Siouxsie Sioux…

Ακόμα μετανιώνω γιατί ενώ ήταν δίπλα μου δεν πήγα να της μιλήσω γιατί ντρεπόμουν. Δίπλα μου στο μπαρ του Ρόδον, δίπλα μου στο soundcheck… 

Για τον Eros Ramazotti…

Υποκλίθηκα όσον αφορά θέματα παραγωγής και επαγγελματισμού. Πίστευα ότι θα δω κάτι υποδεέστερο και είδα δύο ώρες σόου με δύο και πλέον ώρες με μια μπάντα που κένταγε. Επίσης υποκλίνομαι παρόλο που δεν ακούω το είδος σε όσους μεταλλάδες έχω γνωρίσει για τον τρόπο αντιμετώπισης τους.


image

Βαγγέλης Χαλικιάς

Ο Βαγγέλης Χαλικιάς γεννήθηκε το 1972 και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια, κυρίως μαζεύοντας δίσκους. Κάνει μια δουλειά για να ζήσει και κάθε Κυριακή 20:00 με 21:00 παρουσιάζει στο διαδικτυακό ραδιόφωνο www.metadeftero.gr την εκπομπή «Όλα είναι δρόμος». Περιστασιακά έχει υπάρξει D.J. και μουσικός αρθογράφος. Ήταν από τους δημιουργούς και για αρκετά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός στο music society web radio και πέρασε για ένα μικρό διάστημα και από το Clip Art Radio ενώ έκανε και δυο εκπομπές στο δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΤ (πριν το μαύρο).
 
 
 
image

Βαγγέλης Χαλικιάς

Ο Βαγγέλης Χαλικιάς γεννήθηκε το 1972 και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια, κυρίως μαζεύοντας δίσκους. Κάνει μια δουλειά για να ζήσει και κάθε Κυριακή 20:00 με 21:00 παρουσιάζει στο διαδικτυακό ραδιόφωνο www.metadeftero.gr την εκπομπή «Όλα είναι δρόμος». Περιστασιακά έχει υπάρξει D.J. και μουσικός αρθογράφος. Ήταν από τους δημιουργούς και για αρκετά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός στο music society web radio και πέρασε για ένα μικρό διάστημα και από το Clip Art Radio ενώ έκανε και δυο εκπομπές στο δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΤ (πριν το μαύρο).
 
 
 
image

Βαγγέλης Χαλικιάς

Ο Βαγγέλης Χαλικιάς γεννήθηκε το 1972 και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια, κυρίως μαζεύοντας δίσκους. Κάνει μια δουλειά για να ζήσει και κάθε Κυριακή 20:00 με 21:00 παρουσιάζει στο διαδικτυακό ραδιόφωνο www.metadeftero.gr την εκπομπή «Όλα είναι δρόμος». Περιστασιακά έχει υπάρξει D.J. και μουσικός αρθογράφος. Ήταν από τους δημιουργούς και για αρκετά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός στο music society web radio και πέρασε για ένα μικρό διάστημα και από το Clip Art Radio ενώ έκανε και δυο εκπομπές στο δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΤ (πριν το μαύρο).
 
 
 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1