Thelonious Monk: Μια παρακαταθήκη που ευδοκιμεί...

του Doug Hall

μετάφραση: Πάνος Τομαράς

Αν υπήρχε ένα τεράστιο παζλ με όλους τους θρυλικούς μουσικούς της τζαζ, όπου κάθε κομμάτι είναι και ένας μουσικός, το κομμάτι του Θελόνιους Μονκ θα είχε τέτοιο σχήμα ώστε θα ήταν αδύνατον να ταιριάξει με τα υπόλοιπα. Ως καλλιτέχνης ήταν μοναδικός και η θέση του στην τζαζ ήταν μοναδικά αντικομφορμιστική. Από μουσική και ιστορική άποψη, αναγνωρίζεται ως ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης τζαζ και άσκησε τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση του κινήματος του bebop. Επηρέασε όλους του σημαντικούς εκπροσώπους του και λειτούργησε σαν μέντορας τόσο για τον Τζον Κολτρέιν όσο και για τον Σόνι Ρόλινς, που έπαιξαν σε κουαρτέτα του τη δεκαετία του 1950. 

Ήταν καινοτόμος εκ φύσεως, και όχι μόνο επειδή επινόησε το ανορθόδοξο στυλ παιξίματος και την ιδιαίτερη τεχνική του, αλλά κυρίως για τον τρόπο που προσέγγιζε το πιάνο. Σύμφωνα με τον Τόμας Όουενς και το βιβλίο του, Bebop: The Music and Its Players (Oxford University Press): «Συνήθως το άγγιγμα του Μονκ ήταν τραχύ και ‘κρουστό’, ακόμη και στις μπαλάντες. Με κάθε νότα έκανε νέα επίθεση στα πλήκτρα, χωρίς να επιδιώκει ποτέ να παίξει κάτι που να μοιάζει με λεγκάτο».
Οι συνθέσεις και οι αυτοσχεδιασμοί του σε συνδυασμό με την τεχνική του φανερώνουν μια ιδιοφυΐα που εξύμνησαν τόσο οι συνάδελφοί του όσο και οι κριτικοί της τζαζ και οι ιστορικοί της μουσικής. Επιπλέον, πολλοί σύγχρονοι τζαζ μουσικοί και συνθέτες (ιδίως οι Jon Batiste, Ethan Iverson, Jason Moran, Vijay Iyer και Kamasi Washington) έχουν χαρακτηρίσει τον Μονκ αναπόσπαστο τμήμα των επιρροών τους στη μουσική τους εξέλιξη και έκφραση. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη στο περιοδικό The Root ο κορυφαίος σε πωλήσεις σύγχρονος τζαζ συνθέτης και ενορχηστρωτής Kamasi Washington δήλωσε: «Αν είσαι μουσικός της τζαζ και δεν έχεις επηρεαστεί από τον Θελόνιους Μονκ, τότε ή δεν είσαι μουσικός της τζαζ ή έχεις επηρεαστεί από τον Θελόνιους Μονκ».
Η κληρονομιά του Μονκ παραμένει ζωντανή και στη σκηνή και στο στούντιο, καθώς η μουσική του εξακολουθεί να ηχογραφείται και να παίζεται από σύγχρονους μουσικούς της τζαζ και άλλων μουσικών ειδών με τεράστια συχνότητα και ευλάβεια.

Παραδόξως, χωρίς ο ίδιος να προωθεί τον εαυτό του όσο ζούσε και χωρίς οι δίσκοι του να σημειώσουν ιδιαίτερα υψηλές πωλήσεις, ο Μονκ είναι ο δεύτερος τζαζ συνθέτης μετά τον Έλινγκτον όσον αφορά τον αριθμό των κομματιών του που έχουν ηχογραφηθεί. Η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν απλώς να συνθέτει και να παίζει. Ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε να προωθεί τον εαυτό του, ούτε είχε ιδιαίτερη όρεξη για επικοινωνία γενικώς, παρά μόνο μέσω του πιάνου και μόνο με λίγους έμπιστους φίλους, θιασώτες του ταλέντου του και την αφοσιωμένη σύζυγό του, τη Νέλι.
Ακόμα πιο εκπληκτικό –ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι απέφευγε τη δημοσιότητα– είναι το γεγονός ότι ο Μονκ συμπεριλαμβάνεται στους πέντε τζαζ μουσικούς που έχουν μπει στο εξώφυλλο του περιοδικού Time (οι άλλοι είναι ο Λούι Άρμστρονγκ, ο Ντέιβ Μπρούμπεκ, ο Ντιούκ Έλινγκτον και ο Γουίντον Μαρσάλις). Η αναγνώρισή του είναι δικαιολογημένη, αλλά σίγουρα δεν ήταν κάτι που επιδίωξε ο ίδιος, λόγω της φύσης και του χαρακτήρα του.
Έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 45 άλμπουμ αφιερωμένα στον Μονκ, από πολλούς και διαφορετικούς καλλιτέχνες, όπως είναι οι Kronos Quartet, ο Άντι Σάμερς, ο κιθαρίστας των Police, και ο θρυλικός τζαζ πιανίστας Τόμι Φλάναγκαν. Ο γιος του, ο τζαζ ντράμερ T.S. Monk, κυκλοφόρησε μια ωδή στον πατέρα του, με τίτλο Monk on Monk (N2K Encoded Music, 1997), όπου συμμετέχουν οι Χέρμπι Χάνκοκ, Ρον Κάρτερ, Γουέιν Σόρτερ, Γκρόβερ Ουόσινγκτον Τζούνιορ, Ρόι Χάργκροουβ, Κλαρκ Τέρι και Τζέρι Άλλεν. Ένα αξιοσημείωτο φάσμα από εξαιρετικά ταλέντα, που αποτελεί από μόνο του ένα είδος επικύρωσης.

Τη δεκαετία του 1920, αφού η οικογένειά του μετακόμισε στη Νέα Υόρκη από τον νότο, ο Μονκ βαφτίστηκε στο μουσικό στυλ του γκόσπελ, έλαβε αυστηρή εκπαίδευση και κέρδιζε συχνά στον εβδομαδιαίο διαγωνισμό ερασιτεχνών μουσικών του Απόλο Θίατερ. Έπειτα, στα 17 του περιόδευσε για έναν χρόνο μαζί με έναν ευαγγελιστή ιεροκήρυκα και «μυήθηκε στις ιδιαιτερότητες της rhythm and blues συνοδείας».
Λίγο αργότερα, αμέσως μόλις επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, έπιασε την πιο σημαντική δουλειά της ζωής του, όταν τον προσέλαβαν ως μόνιμο πιανίστα στο Minton’s Playhouse, το θρυλικό τζαζ κλαμπ της δεκαετίας του 1940. Εκεί ο Μονκ δημιούργησε ένα στυλ της τζαζ που απομακρυνόταν από την εποχή του swing και των big bands του Μπένι Γκούντμαν, του Γκλεν Μίλερ, του Άρτι Σω και του Ντιούκ Έλινγκτον (ο οποίος άσκησε σημαντική επιρροή στον Μονκ). Το bebop γεννήθηκε στο Minton’s Playhouse, είτε επί σκηνής είτε μετά το τέλος του προγράμματος, όταν μαζεύονταν μουσικοί και έπαιζαν όλη νύχτα. Μερικοί από τους συνεργούς του Μονκ ήταν ο Ρόι Έλντριτζ, ο Χάουαρντ ΜακΓκι και ο Τέντι Χιλ.

Η Μέρι Λου Γουίλιαμς, η γνωστή πιανίστρια, συνθέτρια και ενορχηστρωτής εκείνης της περιόδου, η οποία είχε συνεργαστεί επίσης με τον Ντιούκ Έλινγκτον και τον Μπένι Γκούντμαν, ήταν η μέντορας του Μονκ εκείνο το διάστημα εντατικής δημιουργικότητας. Η Γουίλιαμς παρατήρησε το καινούργιο στυλ με το «γρήγορο» τέμπο και τα εκτενή σόλα που ξεπηδούσε με τον Μονκ στο επίκεντρο. «Έτσι λοιπόν έφτιαξαν μια μουσική που ήταν δύσκολο να την κλέψει κανείς. Οι ‘βδέλλες’ προσπάθησαν, βέβαια, και στην αρχή ούτε καν οι δικοί μας δεν έδειξαν στον Μονκ την αναγνώριση που του άξιζε. Ακόμα και την ιδέα του μπερέ και των γυαλιών την έκλεψαν απ’ αυτόν». Ο Ντίζι Γκιλέσπι, ο Τσάρλι Κρίστιαν, ο Κένι Κλαρκ και ο Τσάρλι Πάρκερ θα καινοτομούσαν, βασισμένοι στα θεμέλια που μπήκαν στο Minton’s Playhouse κατά την περίοδο εκείνη, αλλά ο Μονκ θα ήταν «το μάτι του επερχόμενου κυκλώνα του bebop».

Ορισμένοι πιστοί στήριξαν τον Μονκ στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή και έπαιξαν ζωτικό ρόλο στην προώθησή του, παρέχοντάς του ευκαιρίες να παίξει και να ηχογραφήσει τη μουσική του σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του. Μετά την περίοδο του Minton’s έκανε την πρώτη από αυτές τις σημαντικές γνωριμίες του, όταν του σύστησαν τη σύζυγο του Άλφρεντ Λίον, του συνιδρυτή της Blue Note, τη Λορέιν Γκόρντον, η οποία διακήρυξε τη μεγαλοφυΐα του σε όλο τον κόσμο της τζαζ και αγωνίστηκε ενεργά για την αναγνώριση της τέχνης του και της πρωτοτυπίας του. Το 1947 ακολούθησε η πρώτη σημαντική του ηχογράφηση, που κυκλοφόρησε τελικά από την Blue Note το 1951 με τίτλο Genius of Modern Music, Vol. 1.
Το 1948 η Γκόρντον αναγκάστηκε να πιέσει τον ιδιοκτήτη του Village Vanguard για να εξασφαλίσει στον Μονκ την πρώτη του εμφάνιση στο νεοϋορκέζικο κλαμπ. Ο Μονκ, αν και ιδιοφυής, ήταν παραγνωρισμένος, οπότε είχε ανάγκη από την υποστήριξή της. Η ίδια θα εξακολουθούσε να τον στηρίζει πιστά σε όλη του τη ζωή.
Μετά τον γάμο του με τη Νέλι Σμιθ το 1947, ο Μονκ βρήκε μια αληθινή σύντροφο που του παρείχε αγάπη, κατανόηση και υποστήριξη τόσο επαγγελματικά όσο και ψυχολογικά, κάτι που απαιτούσε συχνά από τη Σμιθ να παρεμβαίνει μαζί με άλλους πιστούς φίλους σε διάφορες περιστάσεις για λογαριασμό του Μονκ, έτσι ώστε να προασπίσει τα συμφέροντά του. Αργότερα ο Μονκ της έγραψε ένα κομμάτι για να εκφράσει την αγάπη του, το «Crepuscule with Nellie», που ήταν σύνθεση, όχι αυτοσχεδιασμός.

Ενώ η αναγνώριση έμοιαζε να πλησιάζει και η ζήτηση για εμφανίσεις, άρα και η δημοσιότητα, αυξάνονταν, τον συνέλαβε η αστυνομία στη Νέα Υόρκη το 1951, μαζί με τον φίλο του και επίσης τζαζ πιανίστα, Μπαντ Πάουελ, για κατοχή μαριχουάνας. Αν και είναι κοινώς θεωρούμενο ότι η μαριχουάνα ήταν για την προσωπική χρήση του Πάουελ, ο Μονκ συμπαραστάθηκε στον φίλο του και αρνήθηκε να καταθέσει εναντίον του. Το αποτέλεσμα ήταν να του αφαιρέσει ο Δήμος της Νέας Υόρκης τη άδεια εργασίας σε καμπαρέ και να φυλακιστεί για 60 μέρες, αλλά ο αντίκτυπος της σύλληψής του στη μουσική ήταν πολύ πιο σοβαρός. Χωρίς την άδεια εργασίας σε καμπαρέ του Δήμου της Νέας Υόρκης, ο Μονκ απαγορευόταν τυπικά να παίζει σε κλαμπ που σέρβιραν οινοπνευματώδη ποτά, οπότε έπρεπε να περιοριστεί σε εμφανίσεις σε μικρά, τοπικά κλαμπ, χωρίς ιδιαίτερη διαφήμιση, παράνομα. Για κάμποσα χρόνια μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Μονκ αναγκάστηκε να βασιστεί στην καλοσύνη και στην αφοσίωση των φίλων και των υποστηρικτών του.
Η βαρόνη Πανόνικα ντε Κενιγκσβάρτερ (μέλος της οικογένειας Ροθστσάιλντ και χρηματοδότης πολλών τζαζ μουσικών της Νέας Υόρκης) μπήκε στη ζωή του Μονκ το 1954. Μαζί με τη σύζυγό του, τη Νέλι, παρέμεινε πιστή φίλη και υποστηρίκτρια σε όλη του τη ζωή. Σύμφωνα με ένα άρθρο της εφημερίδας New York Times από το 2020 με τίτλο «Η βαρόνη της τζαζ», «λειτουργούσε σαν αναπληρώτρια σύζυγος δίπλα στην εξίσου αφοσιωμένη, πραγματική σύζυγο του Μονκ, τη Νέλι, πλήρωνε τους λογαριασμούς του Μονκ, τον έσερνε σε μια ατέλειωτη σειρά από γιατρούς, τον έβαλε να μείνει μαζί με την οικογένειά του στο σπίτι της και όταν πια κατέστη απαραίτητο, βοήθησε τη Νέλι να τον κλείσουν σε ίδρυμα».

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, μετά από ηχογραφήσεις για την Blue Note και έπειτα για την Prestige, όπου ξεκίνησε τη θρυλική συνεργασία του με τον Σόνι Ρόλινς, τον Μάξ Ρόουτς και τον Αρτ Μπλέικι, η φήμη του Μονκ είχε ανέλθει σημαντικά, ιδίως ανάμεσα στους συναδέλφους του. Εκείνη την παραγωγική περίοδο ο Μονκ ηχογράφησε μαζί με τον Μάιλς Ντέιβις, τον Τσάρλι Πάρκερ, τον Τζέρι Μάλιγκαν, τον Τζον Κολτρέιν και τον Πέρσι Χιθ και κυκλοφόρησε το Piano Solo (Disques Vogue, 1954), τον πρώτο δίσκο από μια σειρά θρυλικών ζωντανών ηχογραφήσεων από το Παρίσι. Αυτό το άλμπουμ, μεταξύ άλλων, θα αναδείκνυε και θα προωθούσε το καινούργιο στυλ του και τη μοναδική προσέγγισή του στην τζαζ σε ένα μεγαλύτερο, διεθνές κοινό.

Το 1957, όταν ανέκτησε την άδεια εργασίας σε καμπαρέ, εγκαινίασε μια σειρά εμφανίσεων στο κλαμπ Five Spot της Νέας Υόρκης, ως επικεφαλής ενός δυναμικού κουαρτέτου με τον ανερχόμενο σαξοφωνίστα Τζον Κολτρέιν, τον Γουίλμπουρ Γουέαρ στο μπάσο και τον Σάντοου Γουίλσον στα ντραμς. Τότε ήταν που άρχισε να αναγνωρίζεται η ιδιαιτερότητα του συνθετικού στυλ του Μονκ, καθώς και οι ανορθόδοξοι, απρόβλεπτοι αυτοσχεδιασμοί του. Αφού υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρεία Riverside, ηχογράφησε μερικούς εξαιρετικούς δίσκους στα τέλη της δεκαετίας του 1950: το Brilliant Corners (1957) με τη συμμετοχή του Σόνι Ρόλινς και του Κλαρκ Τέρι, το Thelonious Himself (1957) με τον Τζον Κολτρέιν και τον Γουίλμπουρ Γουέαρ, και το Thelonious Monk with John Coltrane (ηχογραφήθηκε το 1957 αλλά κυκλοφόρησε το 1961). Οι συνάδελφοί του, οι τζαζ μουσικοί, εξυμνούσαν πλέον τις ικανότητές του, οπότε ξαφνικά το όνομα του Μονκ άρχισε να αποκτάει δημοσιότητα, ιδίως όταν τόσο ο Τζον Κολτρέιν όσο και ο Σόνι Ρόλινς τον «αναγνώριζαν ως γκουρού τους».

Οι δίσκοι του στη Riverside πήγαν αρκετά καλά ώστε το 1962 να του προσφέρει συμβόλαιο η Columbia, χάρη στους πόρους της οποίας ο Μονκ γνώρισε πολύ περισσότερη προώθηση απ’ ό,τι στην αρχή της καριέρας του. Το πρώτο του άλμπουμ για την Columbia, το Monk’s Dream, κυκλοφόρησε το 1963 και ήταν το πιο εμπορικά επιτυχημένο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η Columbia θα αύξανε κι άλλο την καινούργια δημοτικότητα του Μονκ, κυκλοφορώντας αρκετές ζωντανές ηχογραφήσεις, τα Miles and Monk at Newport (1963), Live at the It Club (1964, αλλά κυκλοφόρησε το 1982, μετά τον θάνατό του) και Live at the Jazz Workshop (1964). Το 1963 ήρθε μια στιγμή επαγγελματικής και προσωπικής ικανοποίησης, όταν εμφανίστηκε στο Philharmonic Hall της Νέας Υόρκης παίζοντας συνθέσεις του με τη συνοδεία big band. Επίσης, το 1964 εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Time – μια εξαιρετικά σπάνια τιμή για έναν τζαζ καλλιτέχνη.

Δυστυχώς, η έλευση της δεκαετίας του 1970 επέφερε μια περίοδο απομόνωσης και απόσυρσης από τη σκηνή και τις δημόσιες εμφανίσεις, καθώς ο Μονκ επέλεξε να παραμένει κλεισμένος στο σπίτι του με την οικογένειά του, χωρίς να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο είτε με λόγια είτε με μουσική. Ο Μονκ είχε επίσης αποξενωθεί από πολλούς φίλους και συναδέλφους του, με αποτέλεσμα να διολισθήσει ξανά στην αφάνεια. Υπήρχαν διάφορες εικασίες σχετικά με την απομόνωσή του, αλλά ο ίδιος δεν έδωσε ποτέ κάποια εξήγηση. Ο παραγωγός Όριν Κίπνιους δήλωσε στο περιοδικό Keyboard: «Μπορεί να εξαντλήθηκε πια και να έχασε το ενδιαφέρον του». Όσοι συνάδελφοι του Μονκ παρέμεναν κοντά του είχαν ήδη κατανοήσει τον χαρακτήρα του και είχαν συνειδητοποιήσει ότι δεν ήθελε να έχει ιδιαίτερη επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο, παρά μόνο μέσω του πιάνου του ή στις ζωντανές εμφανίσεις του. Η τελευταία του εμφάνιση, ενώ η υγεία του είχε πάρει την κατιούσα, πραγματοποιήθηκε στο Κάρνεγκι Χολ τον Μάρτιο του 1976. Πέθανε στις 17 Φεβρουαρίου 1982 στο νοσοκομείο Ένγκλγουντ του Νιού Τζέρζι, μετά από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο.

Στα λόγια του βρίσκονται τα μαθήματα της πρωτοτυπίας και της δημιουργικότητας, που ήταν ζωτικής σημασίας για την ταυτότητά του ως καλλιτέχνη: «Ήμουν δεκαεννιά με είκοσι, νομίζω, όταν άρχισα να ακούω τη μουσική μου στο μυαλό μου», είπε ο Μονκ στο περιοδικό Crescendo International, «έτσι λοιπόν έπρεπε να συνθέσω μουσική για να εκφράσω τις ιδέες που είχα. Γιατί αυτή η μουσική δεν υπήρχε. Έπρεπε να τη συνθέσει κάποιος». Σχετικά με τη δημιουργία του bebop είπε: «Δεν προσπαθούσα να φτιάξω κάτι που θα ήταν δύσκολο να παιχτεί. Απλώς έγραψα τη μουσική που ταίριαζε με τον τρόπο σκέψης μου… Δεν ήθελα να παίξω έτσι όπως άκουγα να παίζουν μουσική σε όλη μου τη ζωή. Είχα βαρεθεί να τα ακούω αυτά, ήθελα να ακούσω κάτι άλλο, κάτι καλύτερο».
Κι ενώ η κληρονομιά του Μονκ συνεχίζει να εξελίσσεται στα χέρια και στο πνεύμα της επόμενης γενιάς τζαζ μουσικών, η επιρροή του παραμένει τεράστια. Τόσο σύγχρονοι όσο και παλιότεροι καλλιτέχνες εξακολουθούν να την αναγνωρίζουν, καθώς οι συνθέσεις του παίζονται συχνά στις κορυφαίες μουσικές σχολές, στις μεγάλες αίθουσες συναυλιών και στα διεθνή φεστιβάλ, κερδίζοντας νέους ακροατές.

To άρθρο του Doug Hall πρωτοδημοσιεύτηκε στο All About Jazz


image

Πάνος Τομαράς

O Πάνος Τομαράς είναι μουσικός και μεταφραστής. Ως μπασίστας σήμερα κατοικοεδρεύει στους Swing Shoes, στους Happy Dog Project, στους Rosewodd Brothers, Maximum High και στους Βabi Bone Project, ενώ στο παρελθόν συμμετείχε στα θρυλικά πλέον συγκροτήματα των Honeydive, των Engine V και των Earthbound.
 
 
 
image

Πάνος Τομαράς

O Πάνος Τομαράς είναι μουσικός και μεταφραστής. Ως μπασίστας σήμερα κατοικοεδρεύει στους Swing Shoes, στους Happy Dog Project, στους Rosewodd Brothers, Maximum High και στους Βabi Bone Project, ενώ στο παρελθόν συμμετείχε στα θρυλικά πλέον συγκροτήματα των Honeydive, των Engine V και των Earthbound.
 
 
 
image

Πάνος Τομαράς

O Πάνος Τομαράς είναι μουσικός και μεταφραστής. Ως μπασίστας σήμερα κατοικοεδρεύει στους Swing Shoes, στους Happy Dog Project, στους Rosewodd Brothers, Maximum High και στους Βabi Bone Project, ενώ στο παρελθόν συμμετείχε στα θρυλικά πλέον συγκροτήματα των Honeydive, των Engine V και των Earthbound.
 
 
 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1