Για τον Γιάννη Μπεχράκη...

 Γράφει η ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ

(φωτό: Γιάννης Μπεχράκης)

Μου ζήτησαν να γράψω για τον Γιάννη Μπεχράκη... Πώς όμως να γράψω λέξεις για έναν άνθρωπο που κυρίως μιλούσε με τις εικόνες του, όπως μιλώ κι εγώ. Για έναν άνθρωπο που οι εικόνες ήταν η δύναμη της ψυχής του. Δύσκολο και ίσως άδικο.

 Δεν τον γνώρισα στα νιάτα του. Η γενιά του ήταν αυτή που προηγήθηκε και υποδέχθηκε την δική μου. Η γενιά του ήταν αυτή που ίσως μαγεύτηκε από την “ζωή” του φωτορεπόρτερ με αφορμή την ταινία Αποστολή στη Νικαράγουα με πρωταγωνιστή τον Νικ Νόλτε  Η δική μου ήταν αυτή που μαγεύτηκε από τον Μπεχράκη και πολλούς συναδέλφους της δικής του γενιάς για να παρασυρθεί σε αυτό το ζόρικο αλλά μαγικό επάγγελμα. 

 Θα τολμήσω να μιλήσω για εκείνον όπως εγώ τον έζησα... 

Νομίζω ότι εκείνος με εκτιμούσε (μεγάλο παράσημο) κι εγώ πάλι τον θαύμαζα. Τότε, το 1989 που ξεκινούσα, ο Γιάννης ήταν ήδη όνομα κι έτσι δεν τολμούσες να σηκώσεις τα μάτια πολύ ψηλά και να τον κοιτάζεις στα ίσια αφού ήσουν “ψάρακας” και δεν σου επιτρέπονταν και πολλά-πολλά. Όχι από τον ίδιο,αλλά από τους ηθικούς κώδικες της δικής μου γενιάς.

 Πολλές φορές συναντηθήκαμε στον δρόμο καλύπτοντας την επικαιρότητα αλλά τα γαλόνια του ήταν ήδη αρκετά κι έτσι απλώς τον παρατηρούσα χωρίς να τολμώ να του μιλήσω.

 Προχωρώντας κι εγώ στα δικά μου βήματα, σιγά σιγά οι κουβέντες του έγιναν μετρημένες αλλά ποτέ δεν ήταν απαξιωτικές όχι μόνον απέναντι σε εμένα αλλά και για κανέναν από το "σινάφι" μας.

 Έλεγαν ότι ήταν ένα δύσκολος χαρακτήρας αλλά με την πάροδο των χρόνων εγώ κατάλαβα ότι ήταν απλά ένα “ιδιαίτερος άνθρωπος”. Τόσο ιδιαίτερος που (ίσως αυθαιρετώ) είχα την αίσθηση ότι επωμιζόταν ένα μεγάλο βάρος. Ίσως γιατί οι ιδιαίτεροι άνθρωποι όπως εκείνος δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Ίσως γιατί (τώρα το καταλαβαίνω καλύτερα και από τις δικές μου εμπειρίες) όλα αυτά που ζεις και οι εικόνες που εισπράττεις καταγράφοντας μέσα σε πολύ ζόρικες συνθήκες δύσκολα γεγονότα, τα “βάζεις τόσο μέσα σου” την στιγμή που ανοίγει το κλείστρο της φωτογραφικής μηχανής,που σε αλλάζουν ως άνθρωπο.

 Κι αν η ψυχή και η καρδιά σου είναι ταγμένη στην αποστολή σου να φτάσει η εικόνα-είδηση και να χαράξει στην καρδιά τον αναγνώστη-και για εκείνον αυτή ήταν-τότε ο Γιάννης θυσίασε πολλά κομμάτια από την ψυχούλα του.

 

Τα χρόνια πέρασαν εγώ “πάλιωσα” κατά κάποιον τρόπο και πολλές φορές βρεθήκαμε δίπλα δίπλα στον δρόμο.

 Δυο στιγμές με έφεραν πιο κοντά του: 

Το 2010,όταν το ένστικτό του εκείνο το πρωί στην Πλατεία Συντάγματος τον έβγαλε στο μπαλκόνι του Reuters, γιατί κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά στο τέλος της πορείας με την ομάδα μας και δεχθήκαμε την επίθεση από διμοιρίες των ΜΑΤ.  Όταν τράβηξε εκείνη την φωτογραφία που έκανε τον γύρο του κόσμου και μας/με  βοήθησε να αποδείξω ότι δεν ήμουν ελέφαντας. Με πήρε τηλέφωνο ενώ είχα μεταφερθεί στο νοσοκομείο και μου είπε “τα έχω όλα, θα σου τα δώσω άμεσα ως αποδεικτικό υλικό και ότι χρειαστείς είμαι εδώ ακόμα και στο δικαστήριο”.Ήξερα ότι θα έπρεπε να ζητήσει άδεια, του το είπα και η απάντησή του ήταν αυτή που περίμενα. Με πήραν τα “ζουμιά”, ντρεπόμουν αφάνταστα γι αυτό που μου συνέβη και είχα πάθει σοκ. “Ρε σήκωσε το κεφάλι, δεν σε φοβάμαι, ό,τι αποφασίσεις είμαι εδώ”.

Στην πρώτη πορεία που κατέβηκα με απίστευτο φόβο, τον είδα. Με ρώτησε πως είμαι και του είπα φοβάμαι πολύ αλλά αν δεν ερχόμουν δεν θα ξανακατέβαινα ποτέ. “Εσύ ρε Γιάννη, δεν φοβάσαι;”, τον ρώτησα.  “Φυσικά και φοβάμαι. Όποιος σου πει το αντίθετο σου λέει ψέμματα. Η μαγκιά είναι να πολεμήσεις τον φόβο σου για να μην σε εμποδίσει να κάνεις αυτό που αγαπάς”. Κι αυτό έκανα. Κι αυτό του το χρωστάω...

 

Το 2016 στο πρώτο ταξίδι μου στην Ειδομένη, βρεθήκαμε εκεί. Τα σύνορα με τα Σκόπια είχαν κλείσει. Τραβούσαμε όλοι από το πρωί για ώρες. Είχε πυρετό και ήταν χάλια. Φύγαμε όλοι για να στείλουμε την πρώτη δόση του ρεπορτάζ, αλλά ακόμα δεν είχα μάθει τα κατατόπια,δεν είχαμε βρει ούτε δωμάτιο για να κοιμηθούμε το βράδυ.

Ήμουν μαζί με τον Μάριο τον Λώλο και μας είπε, “Ελάτε στο ξενοδοχείο που μένω να στείλετε και να δούμε αν υπάρχει δωμάτιο να κοιμηθείτε, στην ανάγκη θα βολευτούμε εδώ". Πήγε να ξαπλώσει γιατί ψηνόταν στον πυρετό. Τελειώσαμε την δουλειά και φύγαμε γιατί τελικά είχαμε βρει δωμάτιο σε έναν ξενώνα κάποια χιλιόμετρα μακρυά.

 Κάποια στιγμή αργά το απόγευμα ενώ είχε αρχίσει να βρέχει “έπεσε σύρμα” ότι τα σύνορα ανοίγουν για μια ώρα. Τρεχάλα να προλάβουμε. Φτάνοντας  εμείς, ο Γιάννης ήταν ήδη εκεί. 

Είχα αγριέψει από αυτά που έβλεπα, ήταν σαν να ζούσα πόλεμο. Κρύο, βροχή, λάσπη, αλλά βλέποντας τον Μπεχράκη δίπλα μου και ξέροντας ότι ήταν άρρωστος τα ξέχασα όλα. Μείναμε όλοι μέχρι αργά την νύχτα. Το επόμενο πρωί από τα χαράματα ήταν πάλι εκεί. Κι αυτό του το χρωστάω... την εικόνα του, την δύναμή του!

 

 Έλεγαν ότι ήταν ένα δύσκολος χαρακτήρας, εγώ περνώντας τα χρόνια κατάλαβα ότι ήταν απλά ένα “ιδιαίτερος άνθρωπος”. Νομίζω πως με εκτιμούσε (μεγάλο παράσημο), εγώ πάλι τον θαύμαζα και τον αγαπούσα γι αυτό που ήταν. Δεν του το είπα ποτέ ευθέως,αλλά νομίζω ότι το ήξερε. 

Αντίο Γιάννη Μπεχράκη, συνάδελφε...

 

 

 

 

Η Τατιάνα Μπόλαρη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970 Αποφοίτησε από την σχολή ΑΚΤΟ στον κλάδο φωτογραφίας το 1989. Την ίδια χρονιά,ξεκίνησε να εργάζεται ως φωτορεπόρτερ στο "Φωτορεπορτάζ Αθηναϊκού Τύπου" των αδελφών Φλώρου. Είναι ιδρυτικό μέλος του πρακτορείου EUROKINISSI που ξεκίνησε την πορεία του το 1990 και στο οποίο παραμένει μέχρι σήμερα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1