Αντώνης Σουρούνης: 44 λέξεις που δεν περιέχουν ούτε ένα ρο. Όχι κι άσχημα…

Πολυβραβευμένος πεζογράφος ο Αντώνης Σουρούνης (1942-2016) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και το 1960 μετανάστευσε στη Γερμανία. Εκεί και στην Αυστρία σπούδασε κοινωνιολογία και πολιτικές επιστήμες, ενώ στη συνέχεια εργάστηκε σε ποικίλα επαγγέλματα. Έζησε στη Φρανκφούρτη έως το 1970. Στην πεζογραφία άντλησε τα θέματά του από την περιπετειώδη ζωή του ως μετανάστης στη Γερμανία, διακωμωδώντας με ένα γλυκόπικρο χιούμορ τις καθημερινές του ιστορίες. Δημοσίευσε τα μυθιστορήματα «Ένα αγόρι γελάει και κλαίει» (1969), «Οι συμπαίχτες» (1977), «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» (1985), «Πάσχα στο χωριό» (1991), «Υπ’ όψιν της Λίτσας» (1992), «Ο χορός των ρόδων» (1994), «Γκας ο γκάνγκστερ (2000)» και «το μονοπάτι στη θάλασσα» (2006). Στα έργα του περιλαμβάνονται επίσης το αφήγημα «Το μπαστούνι» (2007)  και οι συλλογές διηγημάτων «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» (1982), «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» (1983), «Μισόν αιώνα άνθρωπος» (1996), «Κυριακάτικες ιστορίες» (2002) και «Νύχτες με ουρά» (2010). Από το 1987 ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Το 1995 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για τον «Χορό των ρόδων». Το 2006 βραβεύτηκε από το περιοδικό «Να ένα μήλο» ενώ έναν χρόνο αργότερα πήρε το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» για το έργο του «Το μονοπάτι στη θάλασσα».

Τα δο του έδωτα 

Είχα ένα κουσούρι, το ρο το έλεγα δο. Δεν ήξερα αν είχα κι άλλα κουσούρια, όμως αυτό το ήξερα - και το ήξεραν κι όλοι οι άλλοι.

 Κάθε φορά που κάναμε θέατρο στο σχολείο, πάντα έπαιζε μπροστά μπροστά αυτή, πίσω όλοι οι άλλοι. Μου λέγανε κι εμένα να παίξω, αλλά δεν ήθελα. Μια φορά μόνο είπα ‘ναι’, παρόλο που θα ‘παιζα λιγότερο απ’ όλους, θα ‘λεγα τα λιγότερα λόγια και θα ‘μουν ντυμένος με κουρέλια. Και είπα ‘ναι’, γιατί θα με φιλούσε η Νανά. Ένα φιλί έδινε όλο κι όλο στο έργο, κι αυτό σε μένα. Όχι στο στόμα, στα μάγουλα μόνο, αλλά και στα δύο μάγουλα. Ήμουν ντυμένος με βρώμικη και σκισμένη φουστανέλα, τυλιγμένος με ματωμένα κουρελόπανα στα χέρια κι ένα στο κεφάλι μου. Ερχόμουν από μάχη με Τούρκους, γι’ αυτό ήμουν έτσι. Έμπαινα στο παλάτι της Νανάς κουτσαίνοντας, έτοιμος σε κάθε βήμα να πέσω, επειδή θα της έλεγα ό,τι είχα να της πω και μετά θα πέθαινα - ως το τέλος δεν θα ξανάπαιζα.

’Αρχόντισσα, κατατροπώσαμε τους Τούρκους. Αρχόντισσα, σου φέρνω χαιρετίσματα του κύρη σου και τρανού άρχοντά μου και την ορμήνεια του να περιοριστείς στο χώρο του αρχοντικού, μέχρι το περιβόλι αν σ’ αρέσει, όχι παραπέρα, γιατί οι Τούρκοι προετοιμάζονται να ριχτούν στ’ αρχοντικό και να σ’ αρπάξουν. Ο άρχοντάς μου βρίσκεται στο δρόμο για το αρχοντικό, αρχόντισσα, κι έρχεται τρέχοντας να προλάβει τη συμφορά’. Αυτά θα έλεγα, και μετά θα έπεφτα πεθαμένος. Ο άρχοντάς μου και κύρης της ήταν το μεγαλύτερο κωλόπαιδο του σχολείου, κι ούτε και πέθαινε στο τέλος - γινόταν ακόμα πιο τρανός. Αλλά σ’ όλο το έργο, ένα φιλί δεν του ‘δινε η γυναίκα του. Ενώ εγώ μπορεί να πέθαινα αρχή-αρχή, αλλά προτού πεθάνω η Νανά θα με φιλούσε. Ας με φιλούσε κι ας πέθαινα, δεν με πείραζε - μ’ αυτό το όνειρο ζούσα εξάλλου. Θα μ’ αγκάλιαζε, θα με φιλούσε στα δυο μάγουλα και, χαϊδεύοντας την πληγή της κεφαλής μου, θα μου ‘λεγε: ‘Γενναίε μου πολεμιστή, ο Θεός να σ’ έχει καλά για τα καλά νέα που άκουσαν τ’ αυτιά μου’. Δεν ξέρω ποιανού ιδέα ήταν να μου λέει τέτοια πράγματα, αφού ήξερε ότι σε λίγο θα πέσω να πεθάνω, αλλά τέλος πάντων. Θα με φιλούσε, αυτό μέτραγε. Η Νανά ήταν η Μπουμπουλίνα, η Θεοδώρα, ούτε κι ήξερα ποια ήταν, ας ήταν κι ο Παπαφλέσσας, δεν μ’ ένοιαζε. Εμένα μ’ ένοιαζε που θα με φιλούσε. Θα με φιλούσε - και θα μ’ έλεγε και γενναίο. Μετά απ’ αυτά θα μπορούσα να πεθάνω και στ’ αλήθεια αν θέλανε.

……….

Πήγα σπίτι και στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη να κάνω μια πρόβα. ‘Αδχόντισσα…’ είπα και σταμάτησα. Διάβασα δυνατά από το χαρτί τα λόγια που είχα να πω, και τότε είδα ότι όλες οι γαμημένες λέξεις είχαν μέσα τους το ρο. Κάθισα και τις έψαξα μία μία, να δω αν υπήρχε κάποια χωρίς το γαμημένο γράμμα – καμία δεν υπήρχε. Μόνο κάτι μου, σου, του, τέτοια. Τρεις φορές έλεγα ‘αρχόντισσα’, δύο φορές ‘άρχοντας’ και τρεις φορές ‘αρχοντικό’. Μα τόσο μαλάκες ήταν; Αφού εγώ ξεψύχιζα και δυσκολευόμουν και να μιλήσω, γιατί να λέω δυο και τρεις φορές το ίδιο πράγμα; Τόσο μαλάκας πολεμιστής ήμουν; Θα ‘μουν, για να πάω λεβέντης στη μάχη και να γυρίζω σ’ αυτά τα χάλια και ετοιμοθάνατος. Τριάντα τρία ρο θα έλεγα, τα μέτρησα όλα έναν ένα για να δω πόσες φορές θα ξεφτιλιζόμουν. Πιο πολλά κι από τις λέξεις ήταν! Δεν μπορεί να είχαν μπει τόσα ρο από μόνα τους, στην τύχη, ξεπίτηδες θα μου το ‘καναν οι πούστηδες… ‘Θα τδελαθώ’ είπα στον καθρέφτη. Της Νανάς οι λέξεις δεν είχαν ούτε ένα ρο, αλλά δεν γινόταν βέβαια να πω εγώ τα δικά της λόγια κι εκείνη τα δικά μου. Σκέφτηκα ότι αν κατάφερνα να ζήσω μέχρι το βράδυ που θα παίζαμε, θα μπορούσα ν’ αλλάξω μόνος μου τα λόγια αντί γι’ αυτά και να λέω: ‘Καπετάνισσα, τα φάγαμε τα σκυλιά. Να , εδώ έχω τα δέοντα του συζύγου σου και καπετάνιου μου, και τη συμβουλή του να κλειστείς στο παλάτι, να πας ως τον κήπο το πολύ πολύ, γιατί τα σκυλιά ετοιμάζονται να πέσουν στο παλάτι και να σε μαγκώσουν’.

44 λέξεις που δεν περιέχουν ούτε ένα ρο. Όχι κι άσχημα…

[Ευχαριστούμε τη Γιούλη Καλοφωλιά και τον Χριστόφορο Κάσδαγλη για την ιδέα]

(απόσπασμα από το βιβλίο Γκας ο Γκάνγκστερ, Καστανιώτης, 2000)

 

FEATURED VIDEOS

  • 1