Γιάννης Σκαρίμπας (28 Σεπτεμβρίου 1893 – 21 Ιανουαρίου 1984): «Από τη μέρα που ένας άνθρωπος ξεστόμισε ότι "αυτό είναι δικό μου", από τη στιγμή εκείνη γεννήθηκεν η βία και το ψέμα...»

Γεννήθηκα το 1893 στο χωριό Αγια-Θυμιά της Παρνασσίδος – πρώην Δήμου Μυωνίας. Το δημοτικό μου σκολειό το πέρασα στην Ιτέα των Σαλώνων. Το Σχολαρχείο στο Αίγιο και το Γυμνάσιο στην Πάτρα. Εδώ (στη Χαλκίδα) ελθόντας για στρατιώτης (κληρωτός) το 1914 παντρεύτηκα (... εξ’ έρωτος). Έκτοτε, σχεδόν δεν ‘‘το κούνησα’’ από την πόλη ετούτη = τη Χαλκίδα. Έκανα οικογένεια (παιδιά, νύφες κι εγγόνια) και μνέσκω ακόμα, γράφοντας Λογοτεχνία και Ιστορία. Αλλά και Ποίηση και Θέατρο.
Τώρα υπέρ τα 84 μου χρόνια γεγονώς, εφησυχάζω (σχεδόν μόνος) στο σπιτάκι μου, ζων ‘‘αεί -μη- διδασκόμενος’’, εν αναμονή του ‘‘εσχάτου-μου-μαθήματος’’, ευχαριστώντας εκείνο που ονομάζουμε Θεό, ‘‘για τα βουνά και για τα δάση που είδα...’’ (του Ζαχ. Παπαντωνίου).
Και για το ακριβές των παραπάνω αυτών μου ασημάντων, υπογράφομαι,
ο ταπεινότατος
Γιάννης Σκαρίμπας

Τρελός;

ΕΙΜΑΙ –το ξέρω- λογικός. Ω δεν μιλάω.
Σαν λάμψει η μέρα σβω το φως μου.
Αν ιδώ ένα φύλλο πούπεσε – εντός μου
Λεω: είδα ένα φύλλο πούπεσε και… πάω/

Τόσο πολύ! Προσέχω. Τα’ όντι
Δεν έχω αντίρρηση καμιά. Χαρά μου
Νάναι τα δυο διπλό σε ένα . νοερά μου:
Πως είναι στόγγυλοι – επιμένω- οι οριζόντοι

Τρελός εγώ; Αστείο! Και στίχους
Φιάχνω, και πάω πατώντας ούτε λόγος
Ότι όπως στρίβει ο δρόμος, αναλόγως
Στρίβω να μη σκουντάψω πια στους στίχους

Λοιπόν δεν είμαι. Ωραία. Το ψέμα
Μισώ. Τώρα εννοώ γιατί η καρδιά μου
Έκανε τίκι- τακ για κείνηνα – στοχιά μου:
Για να κυκλοφοράει μου το αίμα!

Πέθανε: πως την έλεγαν ξεχνάω…
– χάθηκε μαζί της η χαρά, το φως μου-
και είμαι τόσο λογικός που εντός μου
λεω: είδα ένα φύλλο πούπεσε –και πάω…

 

Ουλαλούμ

ΗΤΑΝ σαν να σε πρόσμενα Κερά
Απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα
Κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
Κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή
Αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
Και θα μυρίζει φώτα και βροχή
Και νειο φεγγάρι…

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
Στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
Και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
Χρυσή κουβέντα:

…Πως – να , θα μείνει ο κόσμος με το «μ π α»
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας- σύγνεφα θαμπά
προς την Σελήνη…

………………………………………………….

Νύχτωσε και Δε φάνηκες εσύ
Κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωϊμένα-
Μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
Κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ’ αγάπησες Κερά
Που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
Κι εσύ κοντά μου…

 

 

Φαντασία

Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός:
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.

Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

 

Το εισιτήριο

Νάναι σα νάμουν έτοιμος. Και νάναι σαν νάχω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε μέσ’ στους καπνούς του –όρνιο– ένα καράβι. Κι εγώ να ψάχνουμαι εδώχάμω. Και όλο-όλο …το ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ… να λέω συντρόφοι ωραίοι!… Και να μην έρχεται μια βάρκα έως το μώλο, να μην φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι… Οι βαρκαρέοι!… Το εισιτήριο!… Να τρέμει –ζαγάρι εντός μου– η Χαλκίδα και τα όρη. Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι μετέωρο –μες στις αχλές του– το βαπόρι… Ω διάολε!… Όλα νάχουν χαθεί και νάχουν πάει κι οι ανθρώποι δραπετεύσει από τους τόπους, κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους… Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο! Και όλο να χλιμιτράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω –κιόλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο κι όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω…

 

Σπασμένο Καράβι

Σπασμένο καράβι να 'μαι πέρα βαθειά

έτσι να 'μαι

με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά

να κοιμάμαι

 

Να 'ν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική

γύρω-γύρω

με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί

που θα γείρω

 

Να 'ν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά

έτσι να 'ναι

και τα βράχια κατάπληχτα και τ' αστέρια μακριά

να κοιτάνε

 

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές

δίχως χάρη

κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές

το φεγγάρι

 

Έτσι να 'μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό

έτσι να 'μαι

σ' αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό

να κοιμάμαι

 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1