Bog Art: περί container rock, μπασογραμμών, Κομπλεξικού, και άλλων συναφών λίγο πριν την εμφάνισή τους την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου στο ΙΛΙΟΝ plus...

Την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου οι Bog Art, το container rock κουαρτέτο από την Αθήνα, εμφανίζεται στη σκηνή του ΙΛΙΟΝ plus, μαζί με τους έξοχους ψυχεδελικούς underground αστέρες The Athenian Phanerothyme Conspiracy. O μπασίστας της μπάντας Αχιλλέας Νασιάδης (aka Achilles III) μπήκε σε ένα αφηγηματικό ταξίδι και μίλησε στο Merlin's για την μπάντα του αλλά και για το Κομπλεξικό, το βιβλίο του που προκάλεσε αίσθηση χάρη στα εξωφρενικά, πλην όμως άκρως διασκεδαστικά, σουρεαλιστικά λήμματα που περιέχει. Το ταξίδιτου Αχιλλέα παρακολούθησαν άναυδοι η Abies Sylos και ο Γιάννης Καστανάρας...

Έχουμε μία σχέση εξ αγχιστείας με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Παλιά έλεγα ότι διαλέξαμε το Bog Art επειδή σε μια πρόβα είχε εμφανιστεί η μορφή του στο τζάμι.Οι Bog Art ξεκίνησαν το 2003, αρχικά σαν τρίο, κιθάρα, μπάσο και τύμπανα. Πρώτος κιθαρίστας μας ήταν ο Ντίνος Νικολάου, ο οποίος σήμερα δεν έχει καμία σχέση με τη μουσική και ασχολείται με το θέατρο. Με τη σύνθεση αυτή δεν κάναμε ποτέ live, μόνο πρόβες σε ένα κοντέινερ, το οποίο είχε παραχωρήσει ο δήμος στους σεισμόπληκτους των Λιοσίων. Εξ ου και το container rock. Τώρα πια, βέβαια, έχουμε φύγει από το κοντέινερ, ωστόσο εξακολουθούμε να παίζουμε container rock. Είμαστε μία ταμπέλα μόνοι μας. Το 2004 έφυγα από την Αθήνα και ζούσα στη Λήμνο. Επί τρία χρόνια φρόντιζα να έρχομαι στην Αθήνα μία φορά το μήνα για πρόβα. Όταν τελικά επέστρεψα στην Αθήνα, το 2007, βάλαμε ξανά μπρος το συγκρότημα σε πιο μόνιμη βάση, μέχρι που ο Ντίνος αποφάσισε ότι δεν ήθελε πλέον να είναι κιθαρίστας και στη θέση του ήρθε λίγο αργότερα ο Παναγιώτης Τρικάτσουλας.

Στην αρχή ο Παναγιώτης έπαιζε blues, έβαζε καρφί στον ενισχυτή και έπαιζε. Σιγά-σιγά, ωστόσο, άρχισε να χτίζει τον ήχο του με τη χρήση πλήθους πεταλιών, επενδύοντας κιθαριστικά κάποια κομμάτια που είχαμε ήδη από παλιά ή διαμορφώναμε μαζί τον καιρό εκείνο. Υπήρξε λοιπόν μία σταδιακή εξέλιξη του ήχου και της κατεύθυνσης της μπάντας, που αποτελεί προϊόν κοπιώδους αναζήτησης.

Το 2010 αρχίσαμε τις ζωντανές εμφανίσεις και το 2012 ηχογραφήσαμε τον πρώτο, ομώνυμο δίσκο όπου όλα τα κομμάτια ήταν παιγμένα live. Εγώ στο μπάσο και στη φωνή, ο Παναγιώτης στην κιθάρα και ο Μάριος Γαμπιεράκης, ντράμερ, γραφίστας και άνθρωπος, o οποίος, συν τοις άλλοις, είναι υπεύθυνος για όλο το καλλιτεχνικό-εικαστικό κομμάτι των Bog Art. Στο πρώτο μας cd, φανταστείτε, όλα είναι κομμένα στο χέρι, η στάμπα πάνω στο δισκάκι είναι με πρέσα, και τα cd στέγνωσαν αργά πάνω στο κρεβάτι της γιαγιάς του Μάριου.

Συνεχίσαμε να γράφουμε κομμάτια, να κάνουμε ζωντανές εμφανίσεις από δω και από κει. Τελικά συγκεντρώσαμε άλλη μία παρτίδα κομματιών, και τον Οκτώβριο του 2015, μία εβδομάδα μετά τη γέννηση του γιου μου, κυκλοφορήσαμε και πάλι μόνοι μας το δεύτερο άλμπουμ, Insidecide.

Από την αρχή με τους Bog Art δεν είχαμε κάποιο συγκεκριμένο μουσικό στυλ που θέλαμε να ακολουθήσουμε. Είχα ήδη αρκετά τραγούδια γραμμένα από παλιά στο μπάσο, με φωνή και στίχους, που σταδιακά τα έφερνα στο συγκρότημα και τα δουλεύαμε όλοι μαζί. Αυτός είναι εξάλλου ο τρόπος που γράφουμε συνήθως. Εγώ εισάγω τα κομμάτια, τον σκελετό τους, δηλαδή, την αρχική δομή και τους στίχους, και από κει και πέρα τα δουλεύουμε όλοι μαζί. Για αυτό και δεν θα έλεγα ποτέ ότι είμαι ο συνθέτης της μουσικής, καθώς το αποτέλεσμα είναι ομαδικό και είμαστε όλοι ανοιχτοί στις ιδέες των άλλων.

Όλα αυτά τα χρόνια που παίζουμε, δεν έχουμε καταλήξει σε κάποιο συγκεκριμένο ήχο και μάλλον δεν θα καταλήξουμε ποτέ - έχουμε, δηλαδή, καταλήξει ότι δεν θα καταλήξουμε. Το container ακούγεται σαν ένα πλαίσιο που μπορεί να περικλείει τα πάντα. Δέχεσαι ότι μπορεί να υπάρχουν πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους που τελικά παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση ενός αποτελέσματος, το οποίο δεν είναι πάντα εύκολο να το κατατάξεις. Αυτό μπορεί να είναι πρόβλημα, αλλά το μη εύκολα κατατάξιμο, το αραφικό, δεν μας πειράζει, παρότι αρκετά συχνά ξενίζει τον νέο ακροατή που χρειάζεται να καταβάλλει κάποιο κόπο για να το φέρει όλο αυτό κοντά του και να το κρατήσει εκεί. Επομένως μπορούμε να πούμε ότι βρισκόμαστε μόνιμα σε ένα στάδιο πειραματισμού και αν κάποιος ακούσει τους δύο δίσκους που έχουμε ήδη αλλά και τον επόμενο που ελπίζουμε ότι θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2018, θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν πολύ διαφορετικά πράγματα. Μολονότι υπάρχουν ενοποιητικά στοιχεία, είναι αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους και για να απολαύσει κάποιος τη μουσική των Bog Art πρέπει να είναι το ίδιο ανοιχτός ως ένα επίπεδο. Η κυματομορφή η δική μας έχει εξάρσεις, έχει υφέσεις, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι επίπεδη.

Το 2016, μετά από ένα live που ήταν να κάνουμε με τους Sons of Zevedeus, κανονίσαμε να παίξει μαζί μας ο Θέμης Βασιλείου, κιθαρίστας και βασικός συνθέτης τους. Εκείνο το βράδυ ο Θέμης έπαιξε σε τρία κομμάτια με αρκετά ρευστή δομή, προκειμένου να υπάρχει αρκετός χώρος για αυτοσχεδιασμό. Τελικά, το αποτέλεσμα άρεσε και στους τέσσερις τόσο πολύ, που του προτείναμε το one night stand να γίνει μόνιμη σχέση. Από εκεί και έπειτα γίναμε κουαρτέτο εγχόρδων και τυμπάνων. Η εισαγωγή δεύτερης κιθάρας άλλαξε τελείως την ισορροπία της μπάντας, όχι μόνο ενορχηστρωτικά, αλλά και όσον αφορά τις δυνατότητες που αναπτύσσονται από το γεγονός ότι έχουμε τη χαρά να παίζουμε με δύο κιθαρίστες που έχουν διαφορετικό στυλ παιξίματος μεταξύ τους, αλλά και όλη την καλή διάθεση να συνεργαστούν, χωρίς ο ένας να πέφτει πάνω στον άλλο, ή να διεκδικεί χώρο και χρόνο από εγωισμό. Βέβαια, ο Μάριος και εγώ (μπάσο και τύμπανα), έχουμε πλέον το πρόβλημα ότι οι άλλοι δύο συζητούν κάθε τόσο κατά τη διάρκεια της πρόβας μεταξύ τους σε ένα θεωρητικό επίπεδο το οποίο συχνά δεν καταλαβαίνουμε, και καταλήγουμε απλώς να περιμένουμε να τελειώσουν, αλλά μαθαίνουμε να ζούμε με αυτό. Βέβαια, ο ντράμερ μας, ο Μάριος όλο και κάτι πιάνει σε σχέση με μένα, αφού νεότερος έπαιζε γαλλικό κόρνο σε μπάντα του δήμου Λιοσίων…

Νομίζω ότι οι μπασίστες που ταυτόχρονα τραγουδούν είναι ειδική κατηγορία. Υπάρχουν ορισμένοι, αλλά η οικογένειά μας είναι συγκριτικά μικρή σε σχέση με τους κιθαρίστες – παρότι είναι μεγαλύτερη από τους τρομπετίστες που τραγουδούν ταυτόχρονα. Όταν ξεκίνησα να το κάνω πίστευα ότι είναι αδύνατο να παίζεις μπάσο και την ίδια στιγμή να τραγουδάς. Τελικά μάλλον ο εγκέφαλος προσαρμόζεται πιο γρήγορα. Φυσικά δεν είμαι κανένας δεξιοτέχνης και αυτό είναι κάπως περιοριστικό, ωστόσο εξακολουθώ να βρίσκω αρκετά δύσκολο το να έχει κανείς ταυτόχρονα το νου του σε δύο πράγματα αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους, όπως το να χειρίζεσαι τη φωνή σου μέσα κι έξω από μία σταθερή γραμμή και ένα ρυθμό, να θυμάσαι τους στίχους και να τους αποδίδεις κατάλληλα. Η αλήθεια είναι ότι αναγκάζεσαι να προσαρμοστείς στους περιορισμούς, όπως άλλωστε γίνεται με όλα τα πράγματα. Έτσι, συνήθως, όταν τραγουδάω κλειδώνω σε μία θέση που να με βολεύει χωρίς να πρέπει να κοιτάζω το μπάσο ή να έχω το νου μου σε ιδιαίτερα σύνθετα πράγματα. Αυτό με τον καιρό εξελίχθηκε σε στυλ παιξίματος. Κατά κάποιο τρόπο το μπάσο υπάκουσε στη φωνή, ωστόσο υπάρχει μία αλληλεπίδραση. Ένα καλό με τον μπασίστα που τραγουδάει σε σχέση με αυτούς που δεν το κάνουν νομίζω πως είναι το ότι αποφεύγει τη φλυαρία στο μπάσο, δεν έχει την πολυτέλεια να το κάνει και μάλλον δεν έχει και νόημα, ίσως επειδή το κομμάτι του εαυτού του που έχει ανάγκη να προβληθεί προβάλλεται με άλλο τρόπο τραγουδώντας, ποιός ξέρει. Στην ουσία, πιστεύω ότι οι δεξιοτέχνες στο μπάσο χρειάζεται να παίζουν τα μισά. Παρότι ο πειρασμός είναι μεγάλος, όταν κατέχεις την τεχνική, δεν πιστεύω ότι είναι ανάγκη να το παρακάνεις, όχι μόνο στο μπάσο, εννοείται, αλλά και σε όλα τα όργανα.

Το στοιχείο της λιτότητας είναι έντονο στους Bog Art. Γενικά, κόβουμε από τα κομμάτια μας οτιδήποτε θεωρούμε περιττό. Ίσως για αυτό ό,τι κάνουμε ακούγεται αρκετά συχνά κάπως συμπυκνωμένο, και το παίξιμο μας δεν είναι σχεδόν καθόλου χαλαρό. Αυτο είναι μάλλον μια συνήθεια που προέκυψε από τις ανάγκες του τριο που ήμασταν για αρκετό καιρό. Εκεί ήταν απαραίτητο να γίνεται οικονομία στον χρόνο και στα ανοίγματα, όχι από τσιγκουνιά αλλά για λόγους ουσίας και άποψης πέρι αισθητικής. Τις περισσότερες φορές η δομή στα κομμάτια μας περιστρέφεται γύρω από την ανάπτυξη των στίχων. Προσωπικά θέλω αυτά που μπαίνουν σε κάθε κομμάτι ως ήχοι να έχουν κάποιο λόγο ύπαρξης εκεί, το σόλο της κιθάρας να έχει λόγο ύπαρξης και να κρατάει όσο πρέπει, να συνδέεται με το νόημα και ούτω καθεξής.

Αντιλαμβάνομαι πολύ καλά ότι στον ήχο των Bog Art υπάρχει μια post-punk αισθητική. Οι πρώτες αγάπες είναι καθοριστικές, άλλωστε. Αν δεν άκουγα Cure και Joy Division, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα διάλεγα να παίζω μπάσο. Στα 80s υπήρχαν μπάντες με ωραίες, καθαρές μπασογραμμές, κάτι που νομίζω ότι σήμερα λείπει. Τα κομμάτια των Bog Art είναι γραμμένα πάνω στο μπάσο κατά κανόνα.

Όσον αφορά τα αγαπημένα μουσικά είδη του καθενός, πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε μία μουσική που είναι πολύ βαθιά μέσα τους, η οποία είναι η μήτρα στην οποία επιστρέφουν όσες Μουσικές και να ακούσουν. Παλιότερα αυτό το αισθανόμουν εντονότερα ως ανάγκη. Ανέκαθεν, όποτε χρειαζόμουν θεραπεία ανέτρεχα στους δίσκους του David Bowie και των Joy Division, σε δίσκους που ενεργούσαν σαν φάρμακο σε διάφορες φάσεις της ζωής μου. Τα τελευταία χρόνια, μπορώ να πω ότι αυτή η ανάγκη έχει ατονίσει ελαφρώς, ίσως επειδή η ζωή μου έχει αλλάξει αρκετά, ή ίσως επειδή έχω αλλάξει εγώ ο ίδιος, ωστόσο τις περισσότερες φορές πλέον βάζω να ακούσω εκείνη τη μουσική μου αισθάνομαι ότι μου λείπει σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή, χωρίς να κάνω ότι έκανα παλιότερα, όπως ας πούμε όταν κάθε Σάββατο βράδυ όσο ετοιμαζόμουν να βγω έβαζα και άκουγα το Ziggy Stardust του Bowie.

Συνήθως όλα ξεκινούν από τους στίχους. Από τους στίχους πιάνω το μπάσο και προσπαθώ να τους συνοδέψω, στην αρχή όσο πιο απλά γίνεται. Βρίσκω κάποια μπασογραμμή που με ενδιαφέρει και πάνω σε αυτή να μπορώ να τραγουδάω. Δεν μπορώ να παίζω οτιδήποτε και ταυτόχρονα να τραγουδάω. Τα δάχτυλά μου πρέπει να υπακούν στο μυαλό και να αφήνουν χώρο για τα υπόλοιπα.

Οι στίχοι είναι ο λόγος που φτιάχτηκε η μπάντα γιατί υπήρχαν από την αρχή και μετά κατάφεραν να γίνουν κομμάτι και έπρεπε το κομμάτι που ήταν σε μινιμαλιστικό επίπεδο να γίνει κανονικό. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε. Mε ενδιαφέρει να καταλαβαίνει ο άλλος τους στίχους, αλλά αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, ιδίως στα live. Επειδή έχω την ψευδαίσθηση ότι ο στίχος μου είναι σοβαρός και όχι γελοίος, είχα κάποια στιγμή την ιδέα να μοιράζω χαρτιά από κάτω με τους στίχους στα live, όπως γίνεται στις όπερες με τα λιμπρέτα. Μετά φυσικά σκέφτηκα ότι θα έχει μάλλον σκοτάδι και δεν θα μπορούν να τους διαβάζουν! Οι στίχοι υπάρχουν στα cd μας και έχουν μεγάλη σημασία γιατί πάνω σε αυτούς δομείται όλη η ερμηνεία που έχει κάποια θεατρικότητα – πολλές φορές μάλιστα ρέπει στην υπερβολή ακριβώς εξαιτίας των στίχων και των υπόλοιπων αναγκών που έχω στην κάθε περίπτωση.

Στο rock, μπάντες όπως οι Deep Purple δεν μου λένε κάτι ιδιαίτερο, ούτε οι μπάντες που διαθέτουν τύπους που τσιρίζουν σε υψηλές συχνότητες. Από κιθαρίστες μου αρέσουν εκείνοι που έχουν προσωπικό στυλ, παρόλο που τεχνικά μπορεί να μην είναι στο ίδιο επίπεδο με το Stevie Ray Vaughan. Η πρώτη φορά που είδα μπασίστα και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι θα ήθελα να παίζω, ήταν ο μπασίστας των Tuxedo Moon, ο Steve Brown. Είχε ένα συμπαγή, ωραίο ήχο, χαρακτηριστικό και ουσιαστικό, χωρίς περιττά στολίδια. Επίσης από τους αγαπημένους μου μπασίστες είναι και ο Ηοοκ των Joy Division που στήριζε με το παίξιμο του όλο τον ήχο της μπάντας.

 

Πριν από περίπου ένα χρόνο ο Αχιλλέας εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Κομπλεξικό», που προκάλεσε αίσθηση…

 

Συστηματικά, η ιδέα ξεκίνησε γύρω στο 2010. Η καταγραφή των λημμάτων και η επεξεργασία τους κράτησε τρία χρόνια και κάτι, μέχρι που πήρε τη μορφή βιβλίου. Σε πρώτη φάση τα λήμματα είναι ένα παιχνίδι με τον ήχο, τις λέξεις και τη γλώσσα αλλά αυτά είναι απλώς η αφορμή. Στην ουσία δεν έφτιαξα ένα βιβλίο με λογοπαίγνια. Με ενδιαφέρει το νόημα, οι λέξεις μου δίνουν αφορμές για να έχω τη δυνατότητα να παίξω με αυτό, να καταγγείλω, να διασκεδάσω φτιάχνοντας κάτι που δεν υπήρχε πριν πας εκεί που σε πηγαίνει το μυαλό σου νοηματικά. Θέλω να πιστεύω ότι και στο Κομπλεξικό αλλά και σε οτιδήποτε άλλο έχω γράψει, υπάρχει μία οικονομία λέξεων, έχει γίνει ένα πολύ προσεκτικό χτένισμα. Μπορεί να αφήνω κάποιο νόημα να οδηγεί κάπου που μπορεί να φαίνεται άσχετο, αλλά στο μυαλό μου υπάρχει μία σύνδεση μπορεί να πηγαίνει συνειρμικά με βάση το πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος μου. Φροντίζω να μην παρασύρομαι σε φλυαρίες.

Πέρα από το Κομπλεξικο και τα λήμματά του, έχω αρκετές ιστορίες όπως αυτές που κοινοποιώ κατά διαστήματα μαζί με φωτογραφίες - συνήθως χρησιμοποιώ παλιές φωτογραφίες. Για τα φωτοαφηγήματα, όπως τα λέω, έχω υλικό για δύο βιβλία. Απλά χρειάζεται μία επεξεργασία και μία επιλογή. Αυτό είναι το πιο δύσκολο, το πιο άχαρο, το πιο χρονοβόρο, θα έλεγα, γιατί μπορείς να αποτυπώσεις μία ιδέα μέσα σε μία ώρα αλλά για να την επεξεργαστείς και να την εντάξεις στο πλαίσιο ενός βιβλίου ώστε να υπάρχει μία ενότητα με τα υπόλοιπα – εκεί είναι το ζόρι. Χώρια που δεν έχεις πάντα όρεξη να το κάνεις επειδή έχεις ικανοποιήσει τη βασική σου ανάγκη για έκφραση γράφοντας το αρχικό. Η επιμέλεια, εξάλλου, είναι μια άχαρη δουλειά.

 

Το Κομπλεξικό πήγε καλά, ιδίως για το είδος του, και η πρώτη έκδοση από τη Fairead κοντεύει να εξαντληθεί. Αξιοποιήθηκε φυσικά η εμπειρία και οι υποδομές της Νεφέλης, αλλά την προώθηση την έκανα σχεδόν αποκλειστικά μόνος μου. Πιστεύω ότι θα υπήρχαν ακόμα καλύτερα αποτελέσματα αν κυκλοφορούσε ως βιβλίο της Νεφέλης, ενός εκδοτικού οίκου με πολύ αξιόλογο κατάλογο, απ’ ότι από τις εκδόσεις Συρτάραρα, ως βιβλίο ενός τύπου με το όνομα ΙΙΙ, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία...Πάντως, για να γιορτάσουμε τη συμπλήρωση ενός έτους από την κυκλοφορία του βιβλίου, πραγματοποιούμε τις βιβλίοαπουσίες μαζί με το Θέμηο οποίος παίζει στην κιθάρα συνθέσεις που έχει γράψει ειδικά για τα λήμματα, όση ώρα εγώ διαβάζω αποσπάσματα από το βιβλίο.

Υπάρχει η εντύπωση ότι τα κείμενα που γράφω έχουν μια post-beat προσέγγιση. Ίσως αυτό να ισχύει, αλλά όπως και στους στίχους έτσι και στα γραπτά αντλώ επιρροές από πολύ διαφορετικά πράγματα. Το τελικό προϊόν δεν το ελέγχω ούτε το προκαθορίζω. Εξάλλου, ανέκαθεν διάβαζα πολύ διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους. Ακούω από blues του ’20, jazz από το 1930 μέχρι το 1960, Eric Dolphy, Coleman, Thelonious Monk – και, φυσικά, rock. Από blues προτιμώ τα παλιά, πριν γίνουν πλαστικοποιημένη κονσέρβα. Από rock λίγα είδη δεν με ενδιαφέρουν. Στη δισκοθήκη μου υπάρχουν πάρα πολλά διαφορετικά πράγματα, απλώς ο καθένας μας λειτουργεί σαν φίλτρο. Αν βάλεις τα ίδια πράγματα σε άλλους ανθρώπους το τελικό αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό.

facebook

bandcam


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 


image

Aylos Abies Sylos

H Abies S. a.k.a. Γεωργία έχει μάθει να ζωγραφίζει, να γράφει μουσική και να διδάσκει κάτι από τα δύο. Τραβάει πολλές φωτογραφίες με φτηνές φωτογραφικές μηχανές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μέρη που μετά έγιναν τα πιο βρώμικα και έρημα αυτής τη πολης. Ακόμα ζει στο κέντρο της.
 
 
 
image

Aylos Abies Sylos

H Abies S. a.k.a. Γεωργία έχει μάθει να ζωγραφίζει, να γράφει μουσική και να διδάσκει κάτι από τα δύο. Τραβάει πολλές φωτογραφίες με φτηνές φωτογραφικές μηχανές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μέρη που μετά έγιναν τα πιο βρώμικα και έρημα αυτής τη πολης. Ακόμα ζει στο κέντρο της.
 
 
 
image

Aylos Abies Sylos

H Abies S. a.k.a. Γεωργία έχει μάθει να ζωγραφίζει, να γράφει μουσική και να διδάσκει κάτι από τα δύο. Τραβάει πολλές φωτογραφίες με φτηνές φωτογραφικές μηχανές. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μέρη που μετά έγιναν τα πιο βρώμικα και έρημα αυτής τη πολης. Ακόμα ζει στο κέντρο της.
 
 
 

 

 

 

 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1