Aretha Franklin: Take it like you give it...

Γράφει ο Costinho

Πρωτάκουσα την Aretha Franklin πιτσιρικάς, σε μια δευτεράντζα συλλογή με χιτς του 86. Τραγουδούσε το "Jumpin' Jack Flash" των Stones, χωρίς φυσικά εγώ να γνωρίζω εγώ ποιοι είναι οι Stones και τι είναι η διασκευή. Αν θυμάμαι καλά, το κομμάτι ήταν από μία ταινία με την Γούπι Γκόλντμπεργκ, από εκείνες τις επίσης εξέχουσες δευτεράντζες που αν το βιντεοκλάμπ ήταν σοβαρό κομμάτι της ζωής σου, σίγουρα είχε φτάσει κάπως στο δικό σου VHS player. Έχοντας ακούσει ελάχιστο ροκ μέχρι τότε, κάπως είχα συγκρατήσει ότι το ροκ είναι κάτι τέτοιο, κάτι σαν μια κυρία που τα χώνει πάνω από ένα δυνατό ρυθμό.Την άκουσα ξανά – λίγο μετά, ας πούμε πιο συνειδητά – ως μαγείρισσα δέσποινα να προστάζει να σκεφτούμε. Ήταν στην ταινία των ταινιών, στο πιο λαϊκό υπερθέαμα του αιώνα, το μόνο που μπόρεσε να συνδυάσει απόλυτα παρωχημένο αμερικάνικο χιούμορ και ανελέητα γκρούβι υψηλής τάσης μουσικάρα: Τhe Blues Brothers. Η ακόμα πιο συνειδητή ακρόαση, χρόνια αργότερα εμπλεκόμενος με την μαύρη μουσική, δεν άλλαξε και πολλά στην εικόνα της μαύρης λαϊκής τραγουδίστριας που είχα αυθόρμητα σχηματίσει. Ίσως απλώς να έμαθα τι λένε τα τραγούδια, οι λέξεις – τι σημαίνει αρ η ες πι η σι τι, τι σημαίνει θινκ, τι σημαίνει τσεν τσεν τσεν, τσεν οφούλς. Και ότι η ίδια έφερε και τίτλο: Βασίλισσα της Soul.


Τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Franklin είναι η Ελένη Βιτάλη ή η Ρίτα Σακελλαρίου της μαύρης μουσικής. Τι διαχωρίζει (αξιολογικά μιλώντας) τις δύο κύριες του ελληνικού τραγουδιού; Στην ουσία, μόνο τα μαγαζιά και οι χώροι στους οποίους βιοπορίστηκαν. Άντε και κάποιες επιλογές στους στιχουργούς κατά καιρούς. Η Franklin, πάντα τηρουμένων των αναλογιών και των αναγωγών, αποτέλεσε μια ιέρεια της λαϊκής μουσικής – με όλα τα χαρακτηριστικά μιας λαϊκής μουσικής, αν σκεφτούμε πως γεννήθηκε και τι εκφράζει αυτό που αποκαλούμε μαύρη μουσική. Συχνά δε – ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες αρκετά συχνά – πραγματοποιώντας παρεκτροπές προς αυτό που θα αντιστοιχούσε στο σκυλάδικο της μαύρης μουσικής, δηλαδή στην πιο αγοραία και επιφανειακή εκδοχή του, την φορμαλιστικά τελειωμένη και επίπεδη. Η φωνή όμως, και κυρίως η προσωπική και καλλιτεχνική ακεραιότητα, παρέμεινε αλώβητη. Κι αυτό γιατί ο όρος βασίλισσα δεν της είχε αποδοθεί τυχαία, κανένας τίτλος εντός της μαύρης φυλής και μυθολογίας δεν δίνεται τυχαία και αβίαστα. Κι οι τίτλοι αυτοί είναι όπως οι προεδρίες και τα διδακτορικά της λευκής φυλής: ισχύουν εσαεί. Η Franklin τραγούδησε την καψούρα, την λαϊκή καψούρα, με όρους λαϊκούς, με λαϊκή ποιητικότητα, με τρόπο και μέταλλο που έβρισκε φλέβα και αντηχείο κυρίως στο θυμικό του ανθρώπου που το χρώμα του δέρματός του του είχε αποστερήσει καταχρηστικά τα πιο θεμελιώδη δικαιώματα.Κι ας μην τα έχωνε τόσο σταράτα όπως λ.χ. η Nina Simone. Κατόρθωσε μάλιστα να διαμορφώσει και τους όρους της μελωδικής ποπ των λευκών γούστων, σε τέτοιο βαθμό επιδραστικότητας που είναι εμφανής ακόμα και σήμερα, σε τρέχοντες καλλιτέχνες. Η ιέρεια – όπως κάθε ιέρεια – αναγνωρίστηκε ως τέτοια από τους ίδιους τους πιστούς, από εκείνους που αναγνώρισαν στην φωνή της τόσο την δική τους βάσανο όσο και μια μεταφυσική ιδιότητα (και δυνατότητα) υπέρβασής της – η ταύτιση συν το θεϊκό απλησίαστο είναι που δημιουργούν ιερά άλλωστε. Παρ'όλα αυτά, ο τίτλος της παρέμεινε επίγειος, αναγνωρίζοντας πως στην κορυφή μιας υποτιθέμενης ιεραρχίας που αυτός εκφράζει, βρίσκεται η φωνή όλων, η φωνή που τραγουδάει την ψυχή, που τραγουδάει την καψούρα, που τραγουδάει τον σεβασμό, που τραγουδάει τον ρυθμό του κόσμου, που τραγουδάει για όλους.
Με την αναχώρηση της Franklin περατώνεται ιστορικά αυτό το κεφάλαιο της μαύρης λαϊκής μουσικής – εκείνο που κάθε ξεχωριστό τραγούδι του είχε σημασία, που έφερνε σε επαφή τον δημιουργό με το κοινό, που αναδείκνυε την φωνή ως μεσάζοντα αλλά και σύμβολο, ως φορέα μηνυμάτων και στάσεων, ως το συναισθηματικό ηχείο αφήγησης μιας ιστορίας αλλά και εξιστόρησης μιας αφήγησης. Και ως είναι φυσικό, στις βασίλισσες που αναδεικνύονται από τα κάτω, δεν υπάρχει διαδοχή. Χρειάζεται πρώτα να συμβεί, όπως έλεγε ο Μπιθικώτσης, μία νέα «εισαγωγή πόνου». Να ξεκινήσει το τραγούδι πάλι από την αρχή – να το παίρνεις όπως το δίνεις. Και ανάποδα.

FEATURED VIDEOS

  • 1