Πέντε στιγμές από πέντε φανταστικές μπάντες, αλλά... σίγουρα φανταστικές;

Εισαγωγή...

Μέσα στα χρόνια έχουμε ορισμένοι φίλοι φτιάξει μια ομάδα στο internet που της έχουμε δώσει τον τίτλο Ξέρει το Παπί τη Λίμνη. Φυσικά δεν είμαστε «ενδιαφερόμενοι» και «νοιαζόμενοι» του ιστού, αλλά συναντιόμαστε και τα πίνουμε, καπνίζουμε και κουτσομπολεύουμε, λέμε βία και όχι μπουλινγκ, γράφουμε στα παλιά μας τα παπούτσια τα μπούμερ-μούμερ, πάμε σε συναυλίες που δεν παίζουμε οι ίδιοι , βγαίνουμε ραντεβού και γενικώς είμαστε αντι-ιντερνετικές προσωπικότητες. Κατά καιρούς γράφουμε και διηγήματα και βασανίζουμε τον Μάγο Μέρλιν να μας τα δημοσιεύσει. Και αυτός δεν λέει όχι γιατί οι Μάγοι δεν λένε όχι, κάνουν μόνο μαγικά. Στην ομάδα μας είμαστε και άλλοι όμως αυτή τη φορά γράψαμε μόνο οι πέντε για πέντε στιγμές από πέντε φανταστικά συγκροτήματα που θα μπορούσαν να ήταν αληθινές και  δεν είναι. Αν διαβάζετε ακόμα κείμενα σας προσκαλούμε να μας διαβάσετε.

Σας ευχαριστούμε ήδη

Οι Ξέρει Το Παπί Την Λίμνη

Billy and the Ultrecs

του Αντώνη Λιβιεράτου

Οι Billy and the Ultrecs σχηματίστηκαν τον Μάιο του 1983 από τον Κώστα (κιθάρα και φωνή), τον Δημήτρη (μπάσο) και τον Κώστα (τύμπανα). Από τότε μέχρι το 1986 που έληξε η αναβολή του Κώστα (του ντράμερ, όχι του κιθαρίστα) και παρουσιάστηκε στον στρατό έκαναν πρόβες μια, δυο ή και τρεις φορές την εβδομάδα στο υπόγειο του ξυλουργείου του πατέρα του Κώστα (του κιθαρίστα, όχι του ντράμερ) στο Μπραχάμι. Σ’ αυτές συμμετείχε, ενίοτε, κι ο Άλκης (πλήκτρα) ο οποίος ήταν κανονικό μέλος της μπάντας απ’ την πρώτη μέρα ως το τέλος αλλά τρεις φορές στις τέσσερις ξεχνούσε να φέρει καλώδιο για να συνδέσει το σύνθι του στην κονσόλα οπότε απλώς την άραζε, έπινε μπύρες, κάπνιζε κι άκουγε τους υπόλοιπους να παίζουν περιμένοντας να ξεσπάσει ο καθιερωμένος καυγάς ανάμεσα στον Κώστα (τον κιθαρίστα, όχι τον ντράμερ) και τον Δημήτρη σχετικά με το ποιός απ’ τους δυο ήταν ξεκούρδιστος ώστε να παρέμβει συντελώντας στη γενίκευση της σύρραξης. Το, παραπλανητικό, “Billy” το είχαν συμπεριλάβει στο όνομά τους στην διάρκεια της προσπάθειάς τους να δελεάσουν τον παλιό τους συμμαθητή τον Βασίλη, ο οποίος επίσης έπαιζε κιθάρα, και να τον πείσουν να παίξει μαζί τους. Πίστευαν πως η ένταξή του στην μπάντα θα την απογείωνε δεδομένου πως εκείνος ήταν καλύτερος μουσικός απ’ τους ίδιους κι επίσης διέθετε προφίσιενσυ και θα μπορούσε να τους βοηθήσει να διορθώσουν, κάπως, τα Αγγλικά των στίχων τους. Ο Βασίλης όμως δήλωσε ορθά κοφτά πως η ροκενρόλ συνείδησή του δεν του επέτρεπε να παίξει σε μια μπάντα που το όνομά της παρέπεμπε ευθέως σε σαμπουάν κατά της πιτυρίδας και πως, επίσης, έβρισκε την ιδέα τους πως θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα χαρακτηριστικό κι αναγνωρίσιμο πειραματικό στυλ με διάφορα κόλπα, όπως το να παίζει το μπάσο φα κάθε φορά που η κιθάρα έπαιζε μι μινόρε, χοντρή μαλακία. Έτσι η συνεργασία δεν ευοδώθηκε ποτέ.

Βλέποντας, σήμερα, τα πράγματα από κάποιαν απόσταση οι Billy and the Ultrecs διέθεταν όλα όσα χρειαζόταν μια μπάντα στα ‘80s για να περάσει στην ιστορία: Είχαν δικά τους όργανα, τσάμπα στούντιο για όσες πρόβες τραβούσε η ψυχή τους, αφοσίωση στον στόχο τους, ήταν ωραία παιδιά και, πάνω απ’ όλα, διέθεταν τα πιό ωραία χτενίσματα όχι μόνο στην αθηναϊκή σκηνή της εποχής αλλά, ενδεχομένως, και στο πανελλήνιο. Το μυστικό των φοβερών και τρομερών κομμώσεών τους είχαν αρνηθεί πεισματικά να το αποκαλύψουν σε οποιονδήποτε, αδιαφορώντας για τις φήμες που είχαν διασπείρει κάποιοι κακεντρεχείς σύμφωνα με τις οποίες αυτό κρυβόταν στην ηχητική συγγένεια του δικού τους ονόματος με εκείνο του σαμπουάν που χρησιμοποιούσαν.

Η μπάντα δεν έπαιξε ποτέ μπροστά σε κοινό και για κανονική ηχογράφηση σε στούντιο ούτε λόγος, φυσικά. Κάποιες ηχογραφήσεις από πρόβες τις οποίες έκανε περιστασιακά ο Κώστας (ο ντράμερ, όχι ο κιθαρίστας) με ένα φορητό κασετόφωνο χάθηκαν όταν, ενώ εκείνος υπηρετούσε ως φαντάρος στον Έβρο, ο κύριος Νίκος, ο πατέρας του, χρησιμοποίησε τις κασέτες που βρήκε φυλαγμένες σε ένα κουτί παπουτσιών στη ντουλάπα του απόντος γιού του για να γράψει δίσκους του Γιάννη Πάριου και του Χούλιο Ιγκλέσιας ώστε να μπορεί να τους ακούει και στο αυτοκίνητο.

Έτσι δε μάθαμε μέχρι σήμερα κι ούτε θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε αν, τελικά, η μουσική των Billy and the Ultrecs άξιζε τον κόπο. Κι ούτε αν η στερεότυπη απάντηση “δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι” που έδιναν κάθε φορά που κάποιος τους ρωτούσε πότε, επιτέλους, θα κάνουν καμμιά συναυλία ήταν ειλικρινής ή πίσω της κρυβόταν κάποια, υπερβολική, συστολή που τους εμπόδιζε να εκτεθούν ενώπιον του, όποιου, κοινού. Ή αν έπασχαν από, ανεπίτρεπτη για την εποχή και το ιδίωμα που υπηρετούσαν, τελειοθηρία. Ή αν είχαν παγιδευτεί στη ρουτίνα των ατέλειωτων προβών τους κι αδυνατούσαν να δραπετεύσουν. Ή αν είχαν, κατά βάθος, κι οι ίδιοι καταλάβει πως το να παίζει το μπάσο φα κάθε φορά που η κιθάρα έπαιζε μι μινόρε ήταν χοντρή μαλακία αλλά ντρεπόντουσαν να το παραδεχτούν και να το αλλάξουν.

Όπως και να έχει, πάντως, το πράγμα θα έχουν για πάντα μια θέση στην καρδιά όποιου από εμάς έτυχε να τους συναντήσει, τότε, ως η μπάντα με τα πιο γαμάτα χτενίσματα που πέρασε απ’ την Ελλάδα στη διάρκεια της δεκαετίας του 80.

 

Pinhole Voyeurs

της Γεωργίας Συριοπούλου (Abies S.)

Έμοιαζε με το Hugh Laurie.Έτσι πανύψηλος και με μία αντίστοιχη φάτσα Εγγλέζικη. Πέρασε μπροστά από τα δύο σπιτάκια γατιών που κάποιος είχε φτιάξει με μέριμνα έξω από ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό, τα είδε να λιάζονται στον παγωμένο χειμωνιάτικο ήλιο πάνω στον ουρανό ενός αυτοκινήτου παράλληλα και τα δυο τους σαν σφιγγες. Προχώρησε λίγο στο μικρό δρόμο που έτεμνε χιαστί μια φαρδιά αρτηρία σε κεντρική περιοχή της Αθήνας. Μπήκε σε μια χαμηλή ημιυπόγεια πόρτα στη βάση της τεράστιας πολυκατοικίας με τις τέντες και βρέθηκε στο χαμηλοτάβανο, πλουσιοπάροχα μονωμένο στούντιο. Ήταν εκτυφλωτικά φωτισμένο σε πολύ ανοιχτούς τόνους οι επενδύσεις του σε αντίθεση με τα περισσότερα studio που είτε είναι μαύρα είτε έχουν ένα ημίφως τρυφερής οικειότητας. Οι υπόλοιποι ήταν ήδη εκεί ζέσταιναν τους ενισχυτές και μιλούσαν με τον ηχολήπτη που είχε την έδρα του σε ένα μικρό και σκοτεινό θάλαμο. Έβγαλε τα πλήκτρα του από μία θήκη που του είχε φτιάξει μία φίλη του και έγραφε σε ένα μικρό κεντημένο μπανεράκι το όνομα της μπάντας: Pinhole Voyeurs. Τα έστησε στη βάση τους συνέδεσε, την πεταλιέρα που είχε αφήσει από χθες και έβαλε το καρφί του καλωδίου προσεκτικά στην τρύπα. Ένιωσε αυτή τη μικρή αντίσταση που εγγυάται την κανονική επαφή με την είσοδο της κονσόλας. Αυτή που σε κάνει να αισθάνεσαι ασφαλής ότι το ηλεκτρικό σου σήμα θα φτάσει εκεί που πρέπει.


Συνέχισαν να στήνουν όλοι μαζί σιωπηλοί κυρίως -μόνο που και που κάποιο πολύ μικρό αστείο- τα όργανα, τα μηχανήματα, τα καλώδια, τον ήχο, τα monitor και τους ενισχυτές, κονσόλες τα μικρόφωνα με τη σωστή σειρά και όλα με την μικρή επιβεβαίωση της αντίστασης που πρέπει να έχει το καρφί όταν μπαίνει στην είσοδο. Ο ηχολήπτης είχε πάει στο σκοτεινό του θάλαμο και πείραζε και αυτός τα κουμπιά του.
Μετά με μία γρήγορη, δεξιοτεχνική, ταχυδακτυλουργική κίνηση που ήταν αδύνατον να την παρατηρήσει κάποιος, σχεδόν σαν να εδιωξε κάποιο μυγάκι από κοντά του, εβαλε τις ωτοασπίδες του που είχε φέρει σε ένα μικρό κουτάκι από καραμελες. Μετά χτύπησε ρυθμικά μετρώντας 1 2 3 4 με μία ξύλινη καβίλια σα στυλό ή ραβδάκι μάγου πάνω στο μεταλλικό rack. Δεν άκουσε σχεδόν τίποτα, ξεκίνησε η ηχογράφηση ενώ αυτός με κλειστά μάτια μπροστα στο άσπρο φώς που αποκάλυπτε τα πάντα ακουμπούσε τα μακριά δάχτυλα του με σταθερή πίεση στα πλήκτρα και στριφογυρνούσε τα ποτενσιόμετρα αργά συνήθως, εκτός από μικρές κορυφώσεις τακτοποιημένες στο χρόνο.
Οι σφυγμοί του πάλλονταν στους κροτάφους τους άκουγε μέσα στο πηχτό σα τζελ υπερήχου βόμβο, ένα white noise που του εξασφάλιζαν οι ωτοασπιδες. Άκουγε την ανάσα του καθώς και το μικρό σφύριγμα του άσθματος στα κόκκαλα του κρανίου του.
Άνοιξε τα μάτια του σηκώνονται στο κεφάλι του καθώς ο φίλος του με την κιθάρα έκανε με την πένα μιαν απότομη σταθερή κίνηση της άρσης προς τα πάνω παίζοντας κάποιο τελευταίο ακόρντο.

***

Άρχισε να παίζει κιθάρα μεγάλος. Τριάντα εφτά χρόνων. Για πολλά χρόνια πριν ξεκινήσει έμπαινε σε ένα forum και χάζευε ταμπλατούρες, tutorial video, κομμάτια από ημιερασιτέχνες, αρχάριους που έπαιζαν τα πρώτα τους ακόρντα, και βιρτούζους που φλέξαραν στο φόρουμ. Διάβαζε ατελείωτα threads για το ποια είναι η σωστή κλίση της κιθάρας για την ισοκατανομή του βάρους στο σώμα για όλα τα μοντέλα μαγνητών με τα ριβιου τους, αν οι τρύπες από το λουρί της κιθάρας πρέπει να ναι μικρές μεγάλες και τι κάνεις όταν αυτές ξεχειλώσουν. Κάποια στιγμή απλά αγόρασε την πιο φθηνή κιθάρα του εμπορίου και ακολούθησε όλα όσα έπρεπε να κάνει που ήξερε πάρα πολύ καλά πια. Σε ένα μήνα αποφάσισε ότι είναι γεννημένος για αυτό, αγόρασε μία πανάκριβη κιθάρα με όλα τα παραφερνάλιά της που δεν μπορούσες να μην την προσέξεις και άρχισε να μελετάει όλο και πιο σύστηματικά. Δεν ξαναμπήκε ποτέ στο φόρουμ. Πολύ γρήγορα συνδέθηκε με φίλους που έπαιζαν χρόνια μουσική, άρχισε να τζαμάρει και καθώς ήδη τα χέρια του είχανε πάρει τη θέση τους τόλμησε να τους πει ότι πρέπει να σχηματίσουνε τη μπάντα.
Σε κάθε πρόβα, σε κάθε live, σε κάθε ηχογράφηση ο Σ. έκλεινε τα μάτια του όταν έπαιζε πλήκτρα σαν να μη βρισκόταν εκεί. Τον ζήλευε. Ζήλευε τον τρόπο που πατούσε τα πλήκτρα όπως θα ζούλαγε ένα σημείο του ίδιου του σώματος του που ίσως πόναγε ή ίσως τον ηδόνιζε. Ζήλευε τον τρόπο που συνέδεε τα καρφιά στις κονσόλες σαν να το έκανε από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε ίσως και από την κοιλιά της μάνας του. Τον παρατηρούσε συνέχεια καθώς είχε κλειστά τα μάτια. Έπαιζε κιθάρα μόνο για αυτόν σα να ‘τανε το μοναδικό του κοινό. Μόνο που ο Σ. δεν τον έβλεπε ποτέ. Μπορεί και να μην τον άκουγε κιόλας. Του πέρναγε αυτό από το μυαλό ότι ο Σ. δεν άκουγε γενικά.
Το τελευταίο beat ήταν δικό του αυτός έκλεινε το κομμάτι πάντα, πάντα με την πένα προς τα πάνω και ένα μετρημένο λύσιμο του πεταλιού. Το κοινό αυτόν αγάπαγε, ο ίδιος πίστευε ακριβώς λόγω αυτής της αποφασιστικής κίνησης του φινάλε που έστελνε κάτι προς τον ουρανό όπως τα παιδιά πετούν κάτι προς το έδαφος.
Άνοιξε τα μάτια Σ.!!!

 

Destroy the Silence

του  Achilles III

Ήταν το πρώτο τους γκιγκ και, όπως ήταν φυσικό, όλοι στη μπάντα είχαν μεγάλο αγχος, ακόμη και ο Ίγκυ Άικεν, που τόσο καιρό το έπαιζε άνετος και είχε πείσει τους υπόλοιπους ότι δεν του καιγόταν καρφάκι. Τώρα όμως, όρθιος στο κέντρο της σκηνής, με το μικρόφωνο στο δεξί του χέρι και το καλώδιο τυλιγμένο στο αριστερό, αισθανόταν τρομοκρατημένος μπροστά στον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί από κάτω. Οι αρθρώσεις των δακτύλων του άσπρισαν καθώς τέντωσε το χέρι του ψηλά και ύψωσε το μικρόφωνο προς τον ουρανό. Ο Πητ Νοτ, στα αριστερά του, σήκωσε και εκείνος το χέρι του που κρατούσε την πένα, έτοιμος για το εναρκτήριο ακόρντο, με τα κρόσια από το δερμάτινό τζάκετ του να τρέμουν τόσο ανεπαίσθητα που μόνο κάποιος πολύ παρατηρητικός από την πρώτη σειρά θα το πρόσεχε, ενώ από την άλλη πτέρυγα της σκηνής ο Τζονυ Χίρ έσφιξε το μπράτσο του μπάσου του και ξεροκατάπιε, με τα ακροδάκτυλα του να αγγίζουν τις χοντρές μεταλλικές χορδές. Ήταν κάτι που είχαν προετοιμάσει άπειρες φορές στο υπόγειο όπου πρόβαραν. Είχε πλέον έρθει η στιγμή που περίμεναν. Μόλις ο Ίγκυ κατέβασε το χέρι του, και οι τρεις τους στράφηκαν και κοίταξαν τον Κηθ Εθίνγκ στα τύμπανα, στο μέτωπο του οποίου κυλούσε ήδη μια σταγόνα ιδρώτα. Αν και τα πόδια του έτρεμαν πάνω στα πετάλ του σετ του, ο Κηθ ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

 


Σταυρώνοντας τις μπαγκέτες πάνω από το κεφάλι του ο ντράμερ, μέτρησε τέσσερα και τότε όλη η μπάντα μπήκε μαζί, στο πρώτο κομμάτι της πρώτης συναυλίας των Destroy the Silence. Ναι, μπήκαν όλοι μαζί, δυναμικά, σαν να περίμεναν αυτήν ακριβως τη στιγμή από τότε που γεννήθηκαν. Από τα ηχεία εξαπολύθηκε ένας τρομερός ορυμαγδός, καθώς ο καθένας έπαιζε ό,τι ήθελε, στην ταχύτητα που επιθυμούσε, με μεγάλο πάθος, αλλά χωρίς κανένα είδος συγχρονισμού ή συνάφειας με τους υπόλοιπους τρεις. Τα φωνητικά του Ίγκυ αποτελούνταν κυρίως από άναρθρες κραυγές διανθισμένες από μερικές κακοσχηματισμένες λέξεις, και ακούγονταν σαν μηνύματα απελπισίας από έναν άλλον, όχι και τόσο ευχάριστο είναι η αλήθεια, κόσμο. Η κιθάρα εξαπέλυε ισχυρά ηλεκτρικά φορτία, βάλλοντας κατά ριπάς προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς ρυθμό ή μελωδικότητα, παράγοντας ορισμένους από τους πιο δυσάρεστους ήχους που είχαν βγει ποτέ από ενισχυτή, όση ώρα ο Πητ χοροπηδούσε σαν ακρίδα αριστερά δεξιά, μαζεύοντας και τεντώνοντας τα πόδια του στον αέρα, περιστρέφοντας το δεξί του χέρι σαν φτερωτή ανεμόμυλου ή πέφτοντας στα γόνατα. Πιο πέρα, ο Τζόνυ, με το κεφάλι σκυμμένο μπροστά, με τα μακριά μαλλιά του να δημιουργούν μια κουρτίνα που τον προφύλασσε από τα βλέμματα, σταθερός στο ίδιο σημείο σαν βράχος, βασάνιζε τις χορδές και την ταστιέρα του Fender Precision του, στέλνοντας προς τα έξω έναν βόμβο που τρύπωνε στα σώματα όσων βρίσκονταν στην εμβέλεια του ενισχυτή του και αναστάτωνε με τον άρυθμο παλμό του τις εκεί κρυμμένες καρδιές. Και πίσω απ’ όλους τους, αεικίνητος σαν σεληνιασμένος, ο Κηθ χτυπούσε με τις μπαγκέτες του, ό,τι τύμπανο και πιατίνι υπήρχε μπροστά του, αδιαφορώντας για ασήμαντα θέματα όπως νότες, ρυθμός, αξίες ή δυναμικές, και σκόρπιζε παντού τρίηχα πεντάηχα, εξάηχα και εφτάηχα προς κάθε κατεύθυνση, ιδρώνοντας από κάθε πόρο του σώματός του.
Και το κοινό; Το κοινό βρίσκονταν σε φρενήρη κατάσταση! Αγόρια, κορίτσια, άνδρες και γυναίκες χόρευαν έξαλλα με τον δικό τους τρόπο και τον δικό τους ρυθμό, λες και είχαν πάθει ηλεκτροπληξία. Χοροπηδούσαν εκστασιασμένοι και τίναζαν τα άκρα τους ανεξέλεγκτα, σαν να αγωνίζονταν να εκφράσουν με κινήσεις κάτι που με κανέναν λόγο δεν θα πετύχαιναν να εξηγήσουν∙ σαν να εξαρτώνταν ολόκληρη η ύπαρξή τους από τον χορό και μέσω αυτού πάλευαν να σωθούν, ελεύθεροι από κάθε κοινωνική σύμβαση, χωρίς να ενδιαφέρονται για το τι μπορούσε να σκεφτεί κανείς κοιτάζοντάς τους. Κάποια στιγμή τα σώματα συντονίστηκαν μεταξύ τους και σχημάτισαν ένα κύμα στον χώρο. Ένα κύμα άγριας φουρτούνας, που απειλούσε να παρασύρει τα πάντα και να τα συνθλίψει: σκηνή, τοίχους, γειτονικά κτίρια, τον κόσμο ολόκληρο.

Ήταν μια μεγάλη ημέρα για τη Σχολή κωφών και για τους Destroy the Silence, το πρώτο συγκρότημα που ξεπήδησε από τα σπλάχνα της και αποτελούνταν από μαθητές. Όταν η συναυλία τελείωσε, ξέσπασε έντονο χειροκρότημα που διήρκεσε αρκετή ώρα. Οι τέσσερις μουσικοί, μούσκεμα στον ιδρώτα, δεν το άκουσαν καθόλου, αλλά αισθάνθηκαν όλη την ευγνωμοσύνη των ανθρώπων που τους ευχαριστούσαν. Έπειτα, ενώ οι τέσσερις φίλοι άρχισαν να μαζεύουν τα όργανά τους, κάτω στην πίστα αγόρια, κορίτσια, άνδρες και γυναίκες, προσπαθούσαν αγκαλιασμένοι να συνέλθουν από την ένταση του χορού και την βαθιά ευφορία που είχαν βιώσει. Ενώ οι ένοικοι των γειτονικών διαμερισμάτων είχαν βγει στα μπαλκόνια και στους διαδρόμους και, εδώ και αρκετή ώρα, φώναζαν, διαμαρτύρονταν αγανακτισμένοι και καλούσαν την αστυνομία, μέσα στη μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων της Σχολής απλώθηκε σιωπή∙ ήταν σαν μια ορατή λάμψη που εξέπεμπε πληρότητα, ικανοποίηση και αγάπη, απόδειξη ότι καμία σιωπή δεν είναι τόσο γλυκιά και ακριβή όσο εκείνη που μια στο τόσο καταστρέφεται.

 

Fuck Toyz

του Bill Hunchback 

Ώρα 2.15 μετά τα μεσάνυχτα

 Όπως ο κινηματογράφος έχει την μαγική ώρα έτσι η μουσική έχει και αυτή την ώρα της . Είναι 2.15.

Ο Ζακ από τους Fuck Toyz έχει τελειώσει μόλις ένα τραγούδι και πίνει μια σειρά από αλκοόλες αμφιβόλου ποιότητας. Είναι δεδομένο πως βρίσκεται στην καλλιτεχνική απόγνωση. Ψιθυρίζει συνεχώς ποιο το νόημα.

Πραγματικά είναι δύσκολο να δεις νόημα σε αυτήν την πόλη. Όλοι τρέχουν γύρω από κάτι που αφορά τον εαυτό τους όμως υπάρχουν τόσοι πολλοί εαυτοί που το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντος χάνεται κι έτσι κανέναν δεν τον νοιάζει στ’ αλήθεια τίποτα, η πόλη πάσχει από θαυμασμό και άρα έμπνευση για τα όμορφα της ζωής.

 

Ώρα 3.00

Ο Ζακ έχει μισοπέσει επάνω στην κιθάρα του και κλαίει δραματικά. Είναι από τις ουσίες προφανώς, αλλά καμία ελεύθερη ψυχοδήλωση δεν είναι ψευδής , μόνο υπερβολική ίσως, όμως η υπερβολή δεν είναι ψέμα. 

Παρόλο που δεν υπάρχει τρόπος να προσδιορίσουμε τα μέρη που εμφανίζονται οι δαίμονες μπορούμε να διακρίνουμε μια βασική αντίθεση που παρατηρείται στις εμφανίσεις τους , ότι δηλαδή εμφανίζονται κατά βάση σε ερημικές περιοχές . Μια δεύτερη είναι πως εμφανίζονται όταν το θύμα τους είναι έτοιμο να τους δεχτεί και βρίσκεται στο μέγιστο του ευάλωτου της ύπαρξής του. 

Το σπίτι του Ζακ ήταν ένα παλιό, στην πάνω μεριά της Καισαριανής, στα προσφυγικά κατάλοιπα ενός καιρού γεμάτου με πόνο. Μια γριά γειτόνισσα είχε μόνο, την κυρά Ευδοξία, που καμιά φορά του καθάριζε και το αχούρι γιατί συμπαθούσε αυτούς τους νεαρούς με το παράξενο κούρεμα και τα γυαλιστερά μάτια, όπως έλεγε…

Παλιά παιδί μου, του είχε διηγηθεί η κυρά Ευδοξία στο ξεκούδουνο, οι άνθρωποι πίστευαν πολύ κι έτσι οι δαίμονες έρχονταν συχνά τάζοντας τους διάφορα καλά για να πάνε με τον Διάβολο, αλλά τώρα πια που δεν πιστεύουν, τα δαιμόνια έχουν ξεμείνει από δουλειά.

Φάνηκε στο λευκό του έτσι κι αλλιώς κοκκινισμένου ματιού του Ζακ στην πόρτα της κουζίνας.

 Ήταν δύο μέτρα ψηλό και πιο σκοτεινό από το σκοτάδι του δωματίου. Δεν αντανακλούσε το φως αλλά το ρουφούσε.

 «Μαλάκα μου» είπε μόνο ο Ζακ κι έκανε να σηκωθεί πετώντας την κιθάρα κάτω που άνοιξε κι άρχισε να αναδρά τον ήχο σε ένα ατέρμονο στρίγκλισμα. Αυτός πάγωσε σε όρθια και ταυτόχρονα τρικλίζουσα θέση.

Η μαύρη σκιά δεν σπάραξε. 

Παρόλο τον θόρυβο από τα τσιρίγματα της κιθάρας ακούστηκε ένα καθαρό κι επιτακτικό μουρμούρισμα να λέει:

 

Σε μαρμαρένια γούρνα πότιζα

Όταν με κάλεσες

Όταν με φώναξες

Όταν μου ζήτησες να πάρω κομμάτι από το αίμα σου

Και δεν ευρέθη άνθρωπος

Βαφτισμένος

Μυρωμένος

Του θεού προδομένος

Που να με καλέσει και να μην τον συναντήσω

Να μου κάνει κόκκινο κλώνο

Που δεν θωρεί θάλασσα

Που δεν αγγίζει αγάπη

Που δεν γεννά και δεν φιλά

Δένω δένω κι αποδένω

Σαν όλα τα πετούμενα

 

Ο Ζακ το άκουσε καθαρά, τ’ αυτιά του δεν ήταν μεθυσμένα .

Σήκωσε τα χέρια του μπροστά και γύρισε τους καρπούς προς τα πάνω σαν υπνωτισμένος.

 

Ωρα 10 πμ την επομένη

 Η κυρά Ευδοξία αφού χτύπησε πολλές φορές το κουδούνι και την πόρτα  αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει το έξτρα κλειδί που είχε για να καθαρίζει, γιατί ανησύχησε σαν να ήταν το παιδί της.

 Βρήκε τον Ζακ πεσμένο στο παλιό κιτρινισμένο μωσαϊκό με το αίμα φρέσκο ρουμπινί ακόμα απλωμένο.

Στον τέλειο κύκλο που έκανε η υγρή μάζα γύρω από τις ανοιγμένες φλέβες και πάνω στο πάτωμα έλειπε ένα κανονικό τεταρτοκύκλιο, όμως δεν είχε νόημα να το παρατηρήσει κανείς, δεν το έκανε ούτε η αστυνομία όταν ήρθε μετά τα πολύωρα ουρλιαχτά της γυναίκας.

Ένα ρεμάλι ήπιε διάφορα και έκοψε τις φλέβες του. Κάτι δίσκους χαρτιά και την κιθάρα τα πήραν οι οικείοι του, το παλιό σπίτι άδειασε και η ζωή συνεχίστηκε.

Ώρα 12.00 μεσημέρι έναν μήνα μετά.

Όλοι συζητούσαν για το μοναδικό άλμπουμ των Fuck Toyz με τον τίτλο Demon Kolodny και οι κριτικοί στα σαιτ, τα λίγα περιοδικά και τα social media, έγραφαν διθυράμβους.

Μάλιστα υπήρχαν φήμες και για μια πρωτόλεια ηχογράφηση ενός καινούριου τραγουδιού που θα μπορούσε να δουλευτεί στο στούντιο από τα άλλα μέλη όμως ήταν ακόμα νωρίς.

 Ένας Αμερικάνος παραγωγός συναυλιών εμφανίστηκε και ζήτησε από τους Fuck Toyz περιοδεία.

Το βασικό τους μέλος βέβαια θα έλειπε όμως δεν πειράζει θα προσλάμβαναν άλλο.

 

The Dark Days

του Βαγγέλη Χαλικιά

Το Club είχε για την ώρα μισογεμίσει. Οι «Ιδέα» ετοιμάζονταν να ανέβουν στη σκηνή. Περίμεναν καιρό την επανεμφάνιση τους στο κοινό τους. Πέρασαν πολλά τον τελευταίο καιρό, ειδικά μετά τον τσακωμό με τον βασικό τους κιθαρίστα και την απότομη αποχώρηση του. Παρόλα αυτά βρήκαν γρήγορα αντικαταστάτη, έμαθε τα τραγούδια τους και ο κόσμος δείχνει να τον αποδέχεται. Έτσι είναι αυτά, αν η φωνή παραμείνει η ίδια, κουτσά στραβά η ομάδα δένει και προχωράει. Έκαναν και μια μίνι περιοδεία στην περιφέρεια όπου ο κόσμος διψάει να δει συναυλίες, έβγαλαν καν ένα νέο single και όλα δείχνουν να επουλώνονται. Σήμερα είχαν καλέσει τους Dark Days, νέα εκκολαπτόμενη μπάντα που δημιουργήθηκε στα χρόνια του covid, έστελναν μήνυμα 6 στην κυβέρνηση, μαζεύονταν στην αποθήκη του ντράμερ τους, είχαν βάλει ότι χρειάζεται για να μην ακούγονται παραεξω και να σου τώρα στη σκηνή, έχουν και μερικά δικά τους τραγούδια, και παίζουν και μερικές διασκευές. Τρίο που έδεσε απρόσμενα καλά ένας από τους λόγους, μάλλον ο βασικότερος είναι πως αν αφαιρεθούν οι δύο τρεις εβδομάδες που οι δύο από τους τρεις κόλλησαν την αρρώστια του αιώνα, σχεδόν κάθε μέρα έκαναν πρόβες με τις ώρες. Οι "Ιδέα " ήταν στα καμαρίνια όσο το εκλεκτό τους support ζέσταινε τον κόσμο αν και μερικοί περίμεναν έξω στο δρόμο να πουν τις εξυπνάδες τους αδιαφορώντας για το νέο συγκρότημα που δεν ήξεραν τα τραγούδια του ούτε καν από το YouTube. Είχαν ένα ρομαντικό κόλλημα οι Dark Days. Δεν ήθελαν τεχνολογία πλην της κυκλοφορίας κάποιου υλικού με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο δίσκο ή cd . Για την ώρα είχαν γράψει σε μια κασέτα τα λίγα τραγούδια τους και τα μοίραζαν στον κόσμο δωρεάν. Σιγά όμως μην ο πολύς ο κόσμος που δεν ήξερε περί τίνος πρόκειται καθόταν να τους ακούσει, έριχναν μόνο καμιά αυτιά στη βαβούρα όπως έβγαινε στο δρόμο ο ήχος τους και περίμεναν πότε θα έπεφτε ησυχία, το γνωστό σύνθημα για να μπουν στο club λίγο πριν βγει το συγκρότημα που ήρθαν να ακούσουν. Βέβαια δεν ήταν όλοι έτσι με τα μυαλά στα εύκολα και στα σίγουρα. Πχ ανάμεσα στο κοινό ήταν και η Ελένη. Η Ελένη γούσταρε να μαθαίνει, έψαχνε το καινούριο, τσίμπησε αμέσως την κασέτα, είχε ήδη πληροφορηθεί από μέρες πως θα έπαιζε δωρεάν μοιρασιά στο merchandising άλλωστε δεν είχαν και τίποτα άλλο να προσφέρουν στην παρούσα φάση οι Dark Days. Είχαν αυτό το κάτι όμως που σε βαρά στο δόξα πατρί με την πρώτη επαφή μαζί τους. Ίσως ο covid να τους δημιούργησε τέτοια ανάγκη έκφρασης και εκτόνωσης, ίσως οι επιρροές τους από τις αγαπημένες τους μπάντες, ίσως το ταλέντο τους, ίσως όλα αυτά μαζί ήταν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που το αποτύπωναν εντυπωσιακά στη σκηνή. Αλλά ο πολύς ο κόσμος ήταν απέξω. Αν θα γραφόταν κάτι για αυτούς ίσως σε επομένη συναυλία να τους έδιναν περισσότερη προσοχή. Η Ελένη όμως εκεί απίκο, πήγε για τη μουσική και μουσική άκουγε. Η αλήθεια είναι πως κάποια στιγμή ταράχθηκε, της ήρθε στο μυαλό η εικόνα σοκ το περιστατικό στη δουλειά της το πρωί, την είχε αδικήσει το αφεντικό της μπροστά σε πελάτες και υπαλλήλους και έφερνε την σκηνή ξανά και ξανά στο μυαλό της, δεν μπορούσε να την αποβάλλει και να αφοσιωθεί στη μουσική αλλά από την άλλη αν δεν είχε έρθει δε θα είχε ούτε το φυσικό αποκούμπι της, είχε αρρωστήσει και η κολλητή της και ήταν τελείως μόνη αυτό το βράδυ. Πράγμα όχι απαραίτητα κακό αφού να δει και να ακούσει ήθελε. Είχε κάνει το τελετουργικό της αποκτώντας την κασέτα των Dark Days, το νέο single των Ιδέα, ε εντάξει θα έπινε μια μπύρα λιγότερη, σιγά. Οι Dark Days γάμησαν και έδειραν, πολλές από τις διασκευές τις είχαν κάνει δικές τους, βαριά κουβέντα αλλά αληθινή. Γέμισαν τη σκηνή και κάποιοι από το κοινό, μεταξύ μας αυτό, είχαν ψιλοξεχασει τους Ιδέα. Το Τρίο δυναμίτης όμως δεν ήταν τίποτα καβαλημένοι άλλωστε έχουν κάνει ελάχιστα λάιβ και ξέρουν τις δυνατότητες τους και στη σκηνή για να παίξουν καλά αλλά και στην εικόνα που έχει ο κόσμος για αυτούς ώστε να μην περιμένουν πολλά από τους πολλούς. Τους έδωσαν όμως πολλά με τις ζητωκραυγές τους οι λίγοι που πήγαν από νωρίς για να τους δουν.


Μετά την εμφάνιση τους οι Dark Days εισχώρησαν στο κοινό, εισέπραξαν κάποια χτυπήματα στην πλάτη και κάτι "μεγάλε σκίσατε" και μαζί με τον κόσμο που επιτέλους γέμισε το χώρο και την Ελένη μεταξύ όλων αυτών περίμεναν τις πρώτες νότες από το κομμάτι που συνήθως ξεκινούν οι Ιδέα. Αυτοί όμως για να δείξουν ότι όντως κάτι άλλαξε μπήκαν δυναμικά με ένα νέο τραγούδι τους που όμως ήταν καλογραμμένο και έτσι δεν δυσκολεύτηκαν να κερδίσουν το κοινό με το καλησπέρα.
Ο κόσμος μαζί και η Ελένη, άρχισε να χοροπηδά και να τραγουδά μαζί τους.
Η Ελένη ήταν μια κρύο μια ζέστη. Μία η κομματάρα μια ο μαλάκας ο προϊστάμενος στο μυαλό ώσπου κάποια στιγμή... σωριάστηκε κάτω, άρχισε να τρέμει, άσπρο υγρό έβγαινε από το στόμα της.
Ο κόσμος που ήταν κοντά της κοιτούσε αμήχανα, οι Ιδέα άγνωστο αν είχαν πάρει χαμπάρι ή όχι, δεν ήταν και τελείως μπροστά η Ελένη, συνέχισαν να παίζουν. Ευτυχώς για αυτή δίπλα της είχε βρεθεί ο τραγουδιστής - κιθαρίστας των Dark Days ο Λεωνίδας. Φρόντισε να τη βοηθήσει να μην κόψει καμία γλώσσα αφού σαν κρίση επιληψίας του φάνηκε η κατάσταση, λίγο φωνάζοντας, λίγο σπρώχνοντας, χώρο γύρω από την πεσμένη κοπέλα η οποία μετά από λίγο συνήλθε. Ο Λεωνίδας την πήρε με το αυτοκίνητο του και την πήγε στο πλησιέστερο νοσοκομείο που εφημέρευε. Είχε ειδοποιήσει και τον Αντρέα με τον Νίκο, τους άλλους δύο μαυρομερηδες και έτσι ο ένας πάρκαρε με alarm και οι άλλοι δύο συνόδευσαν την Ελένη που όπως τους είπε όταν συνήλθε δεν το είχε ξαναπάθει και νόμιζε πως ήταν από την ταραχή της για το πρωινό συμβάν που όμως δεν ήταν κάτι καινούργιο αλλά αυτή τη φορά την τσάκισε.
Επειδή ποτέ δεν ξέρεις ποιος σε κοιτά, την ώρα που συνέβαιναν όλα αυτά μέσα στο κλαμπ ήταν παρών και ένας από τους πιο αναγνωρισμένους μουσικογραφιάδες ο οποίος παρατήρησε όλο το σκηνικό με την Ελένη και το Λεωνίδα.
Είχε παρευρεθεί στη συναυλία και για να δει την επανεμφάνιση των Ιδέα αλλά κυρίως για να δει τη νέα μπάντα που φτιάχτηκε κρυμμένη σε μια αποθήκη με τελείως αντιεμπορική αντιμετώπιση της μουσικής τους όσον αφορά την προώθηση της. Οπότε εκτός από την κασέτα ο τύπος πήρε μαζί του και μια ιστορία τελείως ανθρώπινη που όμως ποτέ δεν ξέρεις αν θα αντιμετωπισθεί ανθρώπινα ή θα υπάρξει πλήρης αδιαφορία για να μην χαλάσει κανενός το βράδυ...
Έτσι οι Dark Days έχτισαν άθελά τους τον πρώτο μύθο τους που σε συνάρτηση με την ασυνήθιστη συμπεριφορά τους έκανε τον κόσμο να ασχοληθεί μαζί τους πιο γρήγορα από ότι έδειχνε η βραδιά σαν support στους Ιδέα.
Και στην τελική τι είχαν κάνει; το αυτονόητο που όμως πολλές φορές δεν είναι και τόσο αυτονόητο.

 

 

 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1