The Offer: Η ιστορία πίσω από τον Νονό...

Γράφει ο Χρήστος Κορναράκης

Πίσω από τον «Νονό» υπήρχαν συγκρούσεις, αμφιβολίες και μια παραγωγή που κάθε άλλο παρά δεδομένη ήταν. Το The Offer επιστρέφει σε εκείνη την ιστορία. Καταφέρνει, όμως, να ξεφύγει από τη σκιά της ταινίας του Coppola; 

Το Χόλιγουντ δεν χορταίνει να μιλάει για τον εαυτό του. Μια επιτυχημένη ταινία γεννά συνεντεύξεις, ντοκιμαντέρ, αυτοβιογραφίες και, αργά ή γρήγορα, μια ακόμη παραγωγή που υπόσχεται να αποκαλύψει όσα συνέβησαν πίσω από τις κάμερες. Η ιστορία του «Νονού» προσφέρεται ιδανικά γι' αυτή τη δουλειά. Είχε έναν συγγραφέα που έπρεπε να μεταφέρει το βιβλίο του στην οθόνη, έναν σκηνοθέτη που δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει εύκολα πίσω, ένα στούντιο που ανησυχούσε για τα χρήματά του και πραγματικούς μαφιόζους που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ταινία.

Η σειρά The Offer, που έκανε πρεμιέρα στο Paramount+ το 2022, έχει λοιπόν στα χέρια της μια ιστορία που δύσκολα χρειάζεται δραματουργικές ενέσεις. Ο παραγωγός Albert S. Ruddy βρίσκεται στο επίκεντρο μιας παραγωγής που κινδυνεύει από διαφορετικές πλευρές, ενώ ο Robert Evans, ο Mario Puzo και ο Francis Ford Coppola προσπαθούν να επιβάλουν ο καθένας τη δική του αντίληψη για το τι πρέπει να γίνει. Στο περιθώριο, αλλά όχι για πολύ, εμφανίζεται ο Joe Colombo, ο αρχηγός της μαφιόζικης οικογένειας που αντιδρά στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου.

Υλικό για μια εξαιρετική σειρά υπάρχει. Το The Offer καταφέρνει, μάλιστα, να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον σε αρκετά σημεία. Το πρόβλημα είναι η επιμονή του να μετατρέπει σχεδόν κάθε περιστατικό σε μικρό θρίαμβο, κάθε διαφωνία σε μάχη μέχρις εσχάτων και κάθε πρόσωπο σε πρωταγωνιστή μιας ιστορίας που μοιάζει να περιμένει εδώ και χρόνια την κατάλληλη στιγμή για να ειπωθεί.

Ο παραγωγός στη μέση του κυκλώνα

Ο Miles Teller υποδύεται τον Ruddy ως έναν άνθρωπο που έχει πάντα μια απάντηση έτοιμη, ακόμη κι όταν οι συνθήκες αλλάζουν προτού προλάβει να εφαρμόσει την προηγούμενη. Η θέση του είναι δύσκολη: πρέπει να κρατήσει ικανοποιημένο το στούντιο, να προστατεύσει τις επιλογές του Coppola και να διαχειριστεί εξωτερικές πιέσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα συνηθισμένα προβλήματα μιας κινηματογραφικής παραγωγής.

Ο Teller έχει την ενέργεια που χρειάζεται ο ρόλος. Η ερμηνεία του, ωστόσο, επιβαρύνεται από τον τρόπο με τον οποίο το σενάριο αντιμετωπίζει τον Ruddy. Η αφήγηση επιστρέφει συνεχώς σε εκείνον, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του σε κάθε νέα κρίση. Κάποια στιγμή, η επιμονή αυτή κουράζει. Η δημιουργία του «Νονού» ήταν ασφαλώς μια περιπέτεια, αλλά δύσκολα μπορεί να χωρέσει σε μια ιστορία όπου σχεδόν κάθε δρόμος οδηγεί στον ίδιο άνθρωπο.

Πιο ενδιαφέρουσα είναι η σχέση του Coppola με τον Puzo. Ο Dan Fogler και ο Patrick Gallo αποδίδουν δύο δημιουργούς που καλούνται να συνεργαστούν πάνω σε ένα υλικό το οποίο δεν αντιμετωπίζουν εξαρχής με τον ίδιο τρόπο. Οι συζητήσεις τους για την προσαρμογή του μυθιστορήματος έχουν μια αμηχανία που λειτουργεί υπέρ της σειράς. Εδώ βλέπουμε ανθρώπους να προσπαθούν να λύσουν πραγματικά δημιουργικά προβλήματα, όχι απλώς να εκφωνούν ατάκες που προορίζονται να μείνουν στη μνήμη.

Η Juno Temple, στον ρόλο της Bettye McCartt, είναι επίσης μια ευχάριστη παρουσία. Η Bettye κινείται με άνεση σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται κυρίως από άνδρες, αλλά το σενάριο δεν της δίνει αρκετό χώρο για να αναπτυχθεί πέρα από τον ρόλο της αποτελεσματικής συνεργάτιδας. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις όπου ένας χαρακτήρας μοιάζει να έχει περισσότερα να προσφέρει απ' όσα τελικά του επιτρέπονται.

Ο Robert Evans δεν περνά απαρατήρητος

Ο Matthew Goode είναι ίσως ο βασικός λόγος για να συνεχίσει κανείς τη σειρά ακόμη κι όταν η αφήγηση αρχίζει να πλατειάζει. Ο Robert Evans του είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να κάνει τίποτα χωρίς να το μετατρέψει σε προσωπική παράσταση. Μιλάει σαν να αφηγείται ήδη τη ζωή του σε κάποιον που θα γράψει αργότερα τη βιογραφία του. Κάθε απόφαση χρειάζεται το κατάλληλο ύφος, κάθε επιτυχία τη δική της ιστορία.

Ο Goode απολαμβάνει εμφανώς αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα. Η φωνή, οι παύσεις και η υπερβολική αυτοπεποίθηση φτιάχνουν έναν παραγωγό που έχει μάθει να ζει μέσα στην εικόνα του. Δεν χρειάζεται να τον συμπαθήσεις για να διασκεδάσεις μαζί του. Αρκεί να παρακολουθήσεις τον τρόπο με τον οποίο μετατρέπει ακόμη και τις πιο πεζές επαγγελματικές συζητήσεις σε προσωπικές παραστάσεις.

Ο Evans είναι, άλλωστε, ένας από τους πιο κατάλληλους χαρακτήρες για μια σειρά που ασχολείται με την κατασκευή των χολιγουντιανών μύθων. Στη βιομηχανία του θεάματος, η ιστορία μιας επιτυχίας αποκτά συχνά τη δική της ζωή. Οι πρωταγωνιστές της θυμούνται τα γεγονότα μέσα από τον ρόλο που θέλουν να έχουν σε αυτά. Οι αποτυχίες ξεθωριάζουν, οι συμπτώσεις αποκτούν τη σημασία στρατηγικών κινήσεων και η προσωπική αφήγηση γίνεται μέρος της δημόσιας εικόνας.

Το The Offer αγγίζει αυτή την πλευρά του Χόλιγουντ, χωρίς να αποφασίζει τι ακριβώς θέλει να κάνει μαζί της. Άλλοτε αντιμετωπίζει τους χαρακτήρες του με ειρωνεία και άλλοτε παρασύρεται από τη γοητεία τους. Ο Evans του Goode αντέχει αυτή την αστάθεια χάρη στην ίδια του την προσωπικότητα. Δεν ισχύει το ίδιο για όλους.

Οι γκάνγκστερ που δεν πείθουν

Οι σκηνές με τη Μαφία είναι το πιο αδύναμο κομμάτι της σειράς. Ο Giovanni Ribisi, ως Joe Colombo, επιλέγει μια έντονα εξωτερική ερμηνεία. Η φωνή του, οι κινήσεις και ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να επιβληθεί τραβούν διαρκώς την προσοχή πάνω στην προσπάθεια του ηθοποιού να δημιουργήσει έναν επικίνδυνο άνθρωπο.

Το αποτέλεσμα είναι συχνά περισσότερο θεατρικό παρά απειλητικό. Ο Colombo μοιάζει να γνωρίζει ότι βρίσκεται σε μια σειρά για τη δημιουργία του «Νονού» και να προσπαθεί να ανταποκριθεί στην εικόνα που έχουμε ήδη για τους μαφιόζους. Η ερμηνεία δεν αποκτά τη φυσικότητα που θα έκανε τον χαρακτήρα πραγματικά ανησυχητικό.

Η σύγκριση με την ταινία του Coppola είναι αναπόφευκτη, αλλά δεν αφορά μόνο το κύρος του πρωτότυπου έργου. Στον «Νονό», η εξουσία δεν χρειαζόταν διαρκείς επιδείξεις. Ο Marlon Brando μπορούσε να επιβληθεί με μια κίνηση του κεφαλιού ή με τον τρόπο που άκουγε τον συνομιλητή του. Η απειλή υπήρχε μέσα στη συμπεριφορά του χαρακτήρα, όχι αποκλειστικά στις ατάκες του.

Στο The Offer, οι μαφιόζοι συχνά επιστρέφουν σε γνώριμα τηλεοπτικά σχήματα: βαριές φωνές, νευρικές αντιδράσεις και συζητήσεις που μοιάζουν να καταλήγουν αναγκαστικά σε απειλές. Είναι παράξενο να βλέπεις μια σειρά για την ταινία που ανανέωσε το είδος να δυσκολεύεται τόσο πολύ να ξεφύγει από τις συμβάσεις του.

Η ιστορική διάσταση της σύγκρουσης με τον Colombo έχει ενδιαφέρον από μόνη της. Η αντίδρασή του στην ταινία και οι παρεμβάσεις που ακολούθησαν αποτελούν ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο της παραγωγής. Η σειρά, όμως, δεν καταφέρνει πάντα να μετατρέψει αυτή την πληροφορία σε ουσιαστικό δράμα. Το γεγονός ότι κάτι συνέβη στην πραγματικότητα δεν σημαίνει ότι λειτουργεί αυτομάτως και στην οθόνη.

Δέκα επεισόδια για μια ιστορία που ζητούσε λιγότερα

Το The Offer έχει δέκα επεισόδια, καθένα διάρκειας περίπου μίας ώρας. Η έκταση αυτή αποδεικνύεται υπερβολική για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία του. Οι διαφωνίες επανέρχονται, οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη και οι χαρακτήρες βρίσκονται συχνά να εξηγούν ξανά τη θέση τους, ακόμη κι όταν την έχουμε ήδη καταλάβει.

Η αναπαράσταση του Χόλιγουντ της δεκαετίας του 1970 είναι προσεγμένη, με κοστούμια, γραφεία και χώρους που δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Δεν αρκεί, όμως, η ανασύσταση μιας εποχής για να αποκτήσει μια σειρά κινηματογραφική ταυτότητα. Η σκηνοθεσία υπηρετεί την ιστορία με επαγγελματισμό, αλλά σπάνια προσφέρει εικόνες που μένουν μαζί σου μετά το τέλος του επεισοδίου.

Εκείνο που λείπει είναι η αίσθηση ότι οι σκηνές έχουν επιλεγεί και τοποθετηθεί με αυστηρότητα. Πολλά από τα περιστατικά είναι ενδιαφέροντα ως πληροφορίες, αλλά δεν χρειάζονται όλα τον ίδιο χρόνο. Η σειρά μοιάζει να φοβάται ότι, αν αφήσει κάτι έξω, θα χάσει ένα κομμάτι του μύθου. Έτσι, καταλήγει να αφηγείται σχεδόν τα πάντα, χωρίς να ξεχωρίζει πάντοτε τι έχει πραγματικά σημασία.

Και είναι κρίμα, γιατί η ιστορία της παραγωγής του «Νονού» προσφέρει μια καλή ευκαιρία να δούμε πώς συγκρούονται η δημιουργική φιλοδοξία και η εμπορική λογική. Ο Coppola έπρεπε να υπερασπιστεί τις επιλογές του, ο Puzo να μεταφέρει το βιβλίο του σε διαφορετικό μέσο και ο Ruddy να κρατήσει όρθια μια παραγωγή που προκαλούσε αντιδράσεις από πολλές πλευρές. Αυτή η σύγκρουση θα μπορούσε να αποτελέσει τον σταθερό άξονα της σειράς. Αντί γι' αυτό, χάνεται συχνά μέσα σε δευτερεύοντα περιστατικά και επαναλαμβανόμενες εξάρσεις.

Το παρασκήνιο δεν είναι το έργο

Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει κανείς το The Offer ως αποτυχία για να αναγνωρίσει τα όριά του. Υπάρχει ψυχαγωγία, υπάρχει η απολαυστική ερμηνεία του Goode και υπάρχουν στιγμές που φωτίζουν τις δυσκολίες μιας παραγωγής η οποία σήμερα αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αυτονόητο αριστούργημα. Για όποιον αγαπά τον κινηματογράφο, το παρασκήνιο έχει πάντα μια γοητεία: αποκαλύπτει πόση αβεβαιότητα κρύβεται πίσω από έργα που, εκ των υστέρων, μοιάζουν απολύτως ολοκληρωμένα.

Η σειρά, όμως, δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την ενδιαφέρουσα πληροφορία από την καλή αφήγηση. Γνωρίζει ότι ο «Νονός» είναι ένα έργο τεράστιας σημασίας και ποντάρει σε αυτή τη γνώση για να κρατήσει τον θεατή κοντά της. Δεν καταφέρνει πάντα να δικαιολογήσει τη δική της ύπαρξη πέρα από αυτή τη σύνδεση.

Το παράδοξο είναι ότι, όσο προχωρούν τα επεισόδια, τόσο περισσότερο ενδιαφέρεσαι για την ταινία που βρίσκεται έξω από τη σειρά. Θέλεις να ξαναδείς τον Brando, να παρατηρήσεις τον τρόπο με τον οποίο ο Coppola κινηματογραφεί τις οικογενειακές συγκεντρώσεις, να ακούσεις ξανά τη μουσική του Nino Rota. Όχι επειδή το The Offer σου αποκάλυψε κάποιο κρυφό κλειδί που αλλάζει την πρόσληψή της, αλλά επειδή η ίδια η ταινία εξακολουθεί να έχει περισσότερα να σου δώσει.

Αυτό είναι τελικά το μέτρο σύγκρισης που η σειρά δεν μπορεί να αποφύγει. Η ιστορία πίσω από μια σπουδαία ταινία μπορεί να είναι συναρπαστική. Δεν γίνεται, όμως, σπουδαία μόνο και μόνο επειδή αφορά μια σπουδαία ταινία. Το The Offer έχει αρκετές ιστορίες να διηγηθεί, μερικούς εξαιρετικούς ηθοποιούς και έναν Robert Evans που αξίζει από μόνος του την παρακολούθηση. Εκείνο που του λείπει είναι η οικονομία και η καθαρότητα μιας αφήγησης που ξέρει πότε να επιμείνει και πότε να προχωρήσει.

Κάπου εδώ, ο Coppola μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Η δική του ταινία δεν χρειάζεται τη σειρά για να παραμείνει ζωντανή. Η σειρά, αντίθετα, χρειάζεται διαρκώς την ταινία για να θυμίσει στον θεατή γιατί την παρακολουθεί.

 


image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1