One Day As A Lion: Η μπάντα, ένα φασιστικό σλόγκαν και η μικρή-μεγάλη ιστορία της πρώτης ένοπλης αντιφασιστικής ομάδας, των Arditi Del Popolo, στην Ιταλία του μεσοπολέμου...

Γράφει ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΗΒΑΣ

Στη ζωντανή ιστορία του rock and roll έχουν υπάρξει -υπάρχουν και θα υπάρχουν- μπάντες που εμπνεύστηκαν το όνομά τους από κάποιο πολιτικό γεγονός, σύνθημα ή κατάσταση. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή των One Day As A Lion, ενός project που σχηματίστηκε το 2008 από τον τραγουδιστή των Rage Against the Machine Zack de la Rocha, και τον Jon Theodore, ιδρυτικό μέλος και ντράμερ των Mars Volta (και από το 2013 έως σήμερα των Queens of the Stone Age). Οι δυο τους γνωρίζονταν αρκετά χρόνια πριν συνεργαστούν και το 2008 συναντήθηκαν στο στούντιο ενός κοινού τους φίλου που παρέδιδε μαθήματα ντραμς σε παιδιά στο Λος Άντζελες. Εκεί, μεταξύ των άλλων, υπήρχαν ένα «παιδικό» σετ τυμπάνων, διάφοροι παλιοί ενισχυτές κιθάρας, αναλογικά delay και distortion pedals, κι ένα παμπάλαιο αναλογικό Rhodes Mark 1 με χαλασμένα πλήκτρα. Ο Jon Theodore κάθισε στα τύμπανα και ο Zack de la Rocha συνέδεσε το συνθεσάιζερ σε έναν παλιό Marshall ενισχυτή κιθάρας του ’70, αφού πρώτα το πέρασε από ένα μισοσπασμένο delay pedal.

One Day As A Lion


Ξεκίνησαν να τζαμάρουν και αφού αυτό που έβγαινε τους άρεσε αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα project με σκοπό να γράψουν και να κυκλοφορήσουν το αποτέλεσμα σε δίσκο. Εκείνη τη περίοδο ο Zack de la Rocha είχε αφήσει πίσω του τους Rage Against the Machine και ο Jon Theodore είχε αποχωρήσει από τους Mars Volta (μία progresive rock μπάντα από το Ελ Πάσο του Τέξας που ξεπήδησε από τις στάχτες των At Τhe Drive-Ιn). Στην φάση μπλέχτηκε λίγο αργότερα ο Brett Gurewitz κιθαρίστας των Bad Religion και ιδιοκτήτης της ανεξάρτητης δισκογραφικής ANTI Records
το «αδελφάκι» της εταίρας δισκογραφικής του Gurewitz, Epitaph Records.
Οι del la Rocha και Theodore πρότειναν στον Gurewitz να συμμετέχει στο σχήμα ως κιθαρίστας γράφοντας περισσότερα κομμάτια ενώ παράλληλα αναζητούσαν έναν ακόμη μουσικό για να παίξει πλήκτρα. Για κάποιους λόγους (τους οποίους δεν γνωρίζω) αυτό δεν συνέβη, αλλά το αποτέλεσμα της συνεργασίας των αρχικών δύο κυκλοφόρησε από την ANTI Records σαν ένα EP πέντε κομματιών με το όνομα One Day As a Lion.
Για την ιστορία, το συγκεκριμένο EP είναι από τα λίγα που από τη πρώτη εβδομάδα της κυκλοφορίας του πούλησαν δεκαεπτά χιλιάδες αντίτυπα, φτάνοντας λίγο αργότερα στη πρώτη εικοσάδα των charts του Billboard – κάτι που δεν μας ενδιαφέρει στο παρών κείμενο. Επίσης, ούτε η ίδια η μπάντα μας ενδιαφέρει τόσο σε σχέση με την ιστορία του ονόματός της.
Παρόλα αυτά πρόκειται για μια καταπληκτική δουλειά με τη συμμετοχή ενός πραγματικού οδοστρωτήρα τόσο ηχητικά (ο Theodore θεωρείται από τους καλύτερους ντράμερ και στο παίξιμό του όσο αφορά τη δυναμική του συγκρίνεται με τον θρυλικό ντράμερ των Led Zeppelin, John Bonham, όσο και στην τεχνική του που θυμίζει τον επίσης σπουδαίο τζαζίστα Elvin Ray Jones, τον ντράμερ μεταξύ των άλλων των Charles Mingus, John Coltrane και Miles Davis) όσο φυσικά και στιχουργικά (αφού οι άμεσοι πολιτικοί και εξεγερσιακοί στίχοι είναι γραμμένοι δια χειρός de la Rocha).

 

Η φωτογραφία ενός συνθήματος

O Zack de la Rocha είναι γνωστός για τις πολιτικές του θέσεις από την εποχή που η μπάντα του, οι Rage Againt the Machine, εισέβαλαν κυριολεκτικά μέσα από τα σαλόνια της μουσικής βιομηχανίας και της πολυεθνικής Sony στα μουσικά πράγματα του πλανήτη το 1991 με σκοπό να διαμαρτυρηθούν όχι μόνο για τη σκληρότητα του καπιταλισμού και τις αδικίες που προκαλεί, αλλά και για τα δικαιώματα κάθε καταπιεσμένου στον πλανήτη, ενάντια στον ρατσισμό και τον φασισμό, τον πόλεμο και τις φονικές και ληστρικές επεμβάσεις της πλούσιας Δύσης στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Το αν κατάφεραν κάτι είναι μια διαφορετική (και μεγάλη) συζήτηση όπως και το κατά πόσο αυτό είναι εφικτό μέσα από την ίδια τη μουσική βιομηχανία, την οποίας το μοναδικό ενδιαφέρον όσο αφορά τη μουσική είναι το μεγαλύτερο κέρδος μπορεί που να αποκομίσει από αυτή και όχι φυσικά η ανατροπή του καπιταλισμού, η επανάσταση, η αναρχία και ο κομμουνισμός.
Επομένως είναι φυσικό που ο de la Rocha (Μεξικανός ο ίδιος κατά το ήμισυ) επέλεξε το συγκεκριμένο όνομα για τους One Day As a Lion.
Το σύνθημα αυτό έγινε γνωστό στις ΗΠΑ μέσω μίας ασπρόμαυρης φωτογραφίας που είχε τραβήξει από έναν τοίχο του Λος Άντζελες το 1970 ο θρυλικός Μεξικανο-Αμερικανός φωτογράφος George Rodriguez, ένας ακτιβιστής του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των Chicanos – το αντίστοιχο κίνημα των Μαύρων Πανθήρων για τα δικαιώματα των Αμερικάνων μεξικανικής καταγωγής. Η περίφημη φωτογραφία με την υπογραφή του κινήματος ήταν ένα σύνθημα που έλεγε: “It's better to live one day as a lion, than a thousand years as a lamb” (καλύτερα να ζεις μια μέρα σαν λιοντάρι, παρά χίλια χρόνια σαν αρνί).

O Μπενίτο Μουσολίνι ανάμεσα σε υποστηρικτές του

Πρόκειται αναμφίβολα για ένα σύνθημα που καλούσε σε εξέγερση, μολονότι ιστορικά έχει αποδοθεί στον πατέρα του Φασισμού, Μπενίτο Μουσολίνι. Μετά την κατάκτηση της εξουσίας στην Ιταλία από τους φασίστες, η συγκεκριμένη φράση αποτυπώθηκε στο χαρτονόμισμα της Ιταλικής λιρέτας σαν το κεντρικό σύνθημα του καθεστώτος. Το αρχικό σύνθημα επανήλθε στην επικαιρότητα το 2016 κάπως αλλαγμένο όταν η δημοσιογράφος του Gawker (ενός blog με χιλιάδες αναγνώστες που συνήθως που δημοσιεύει ειδήσεις «επωνύμων» της αμερικάνικης show-biz), Ashley Feinberg, δημιούργησε έναν λογαριασμό στο tweet με το όνομα του Ντόναλντ Τραμπ δημοσιεύοντας αποσπάσματα από γραπτά και ρήσεις του Μπενίτο Μουσολίνι και αποδίδοντάς τα στον Αμερικάνο πρόεδρο.
Ο τελευταίος όχι μόνο δεν κατάλαβε ότι αυτά που του χρέωναν ήταν του Μουσολίνι, αλλά προχώρησε ακόμη παραπέρα αναδημοσιεύοντας με ευχαρίστηση στο δικό του λογαριασμό (μιας και είναι φανατικός χρήστης του twitter και συχνά μιλά μέσω αυτού) το εν λόγω σλόγκαν ελαφρά αλλαγμένο. Συγκεκριμένα μάλιστα έγραψε: “It is better to live one day as a lion than 100 years as a sheep.” χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι η φράση άνηκε στον Μουσολίνι.
Άνηκε όμως στην πραγματικότητα στον Μουσολίνι;

 

Αντιφασιστική διαδήλωση των Arditi del Popolο στη Ρώμη

Ο πρώην σοσιαλιστής και πασιφιστής που έγινε ο πατέρας του φασισμού.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι μπορεί να έχτισε σκόπιμα έναν μύθο γύρω από το όνομα του (όπως συνηθίζουν οι άνθρωποι που είναι ένα μηδενικό όταν κατακτούν την εξουσία) σαν ένας ατρόμητος μαχητής που παρομοίαζε τον εαυτό του ως... λέοντα, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν καν αρνί αλλά μια μεγάλη… κότα.
Κι αν το 1928 με την κατάκτηση της εξουσίας και την άνοδο του φασισμού καθιέρωσε σαν κεντρικό του σύνθημα το: «καλύτερα να ζεις μια μέρα σαν λιοντάρι, παρά χίλια χρόνια σαν αρνί» (με τον εαυτό του στη θέση του λιονταριού) αναγράφοντάς το ακόμα και στην ιταλική λιρέτα, όπως προείπα, τις μέρες της πτώσης του, την περίοδο της «Δημοκρατίας του Salò» (1943-1945), τις πέρασε κρυμμένος και εγκαταλελειμμένος από τους πρώην... συναγωνιστές του. Στο τέλος προσπάθησε να διαφύγει στην Ελβετία μεταμφιεσμένος σε Γερμανό στρατιώτη για να γλυτώσει τη ζωή του – πράγμα που ευτυχώς δεν συνέβη κι έτσι ο πλανήτης είχε τη χαρά να τον δει κρεμασμένο ανάποδα το 1945 από Ιταλούς αντιφασίστες παρτιζάνους.
Ως γνωστόν, ο Μουσολίνι ξεκίνησε σαν σοσιαλιστής, ειρηνιστής και υπέρμαχος της ουδετερότητας της Ιταλίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατόπιν έγινε υπέρμαχος του πολέμου και το καλοκαίρι του 1915 στέλνεται στο ιταλικό μέτωπο όπου παραμένει μέχρι τον Φεβρουάριο του 1917.
Εκείνη την εποχή έστελνε κείμενά του στην δική του εφημερίδα, την Popolo d’ Italia (Ιταλικός Λαός), με γενικό τίτλο «Ημερολόγια πολέμου» τα οποία το 1923 συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο κι εκδόθηκαν ως η πρώτη του αυτοπροσωπογραφία.
Εκεί ο Νούτσε παρουσίαζε τον εαυτό του σαν έναν στρατιώτη ανάμεσα στους στρατιώτες με τους οποίους μοιραζόταν το κονιάκ του, αλλά και σαν έναν χαρισματικό ηγέτη και ήρωα, τον οποίο οι άλλοι στρατιώτες ακολουθούσαν πιστά και υπάκουα.
Η τελευταία και τελικά αποτυχημένη μεγάλη αυστρο-ουγγρική επίθεση εναντίον των Ιταλών εξαπολύθηκε το 1918 στον ποταμό Πιάβε και ήταν η πιο αποφασιστική μάχη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο ιταλικό μέτωπο. Ο ποταμός ονομάζεται επίσης «Fiume Sacro alla Patria» (ιερός ποταμός της πατρίδας) και η περιγραφή της μάχης μνημονεύεται στο πατριωτικό τραγούδι «La leggenda del Piave» που από το 1943 έως το 1946 ήταν ο εθνικός ύμνος της Ιταλίας. Λίγες μέρες πριν τη μάχη κάποιος είχε γράψει στον τοίχο μιας αγροικίας στις όχθες του ποταμού μια παραλλαγμένη φράση που ήταν δανεισμένη από τους Ψαλμούς 84:10 και αρχικά έλεγε: «Καλύτερα μια μέρα στο δικαστήριό σας παρά χιλιάδες μέρες αλλού». Ο άγνωστος που την είχε γράψει την είχε παραφράσει στο γνωστό πλέον σύνθημα, «Καλύτερα να ζεις μια μέρα σαν λιοντάρι, παρά δέκα χιλιάδες μέρες σαν αρνί». Το σύνθημα έγινε πολύ δημοφιλές ανάμεσα στους Ιταλούς στρατιώτες που περίμεναν να αποθέσουν το κορμί τους σαν τροφή για τα κανόνια και ο Μουσολίνι σαν έξυπνος άνθρωπος που ήταν το υιοθέτησε και αργότερα το χρησιμοποίησε σαν δική του ρήση, όποτε μιλούσε για τον εαυτό του και τη προσπάθεια του να κατακτήσει την εξουσία. Ο άγνωστος συγγραφέας του συνθήματος δεν γνώριζε τότε ότι θα έκανε ένα τεράστιο δώρο σε έναν άνθρωπο που στη πραγματικότητα ήταν δειλός αλλά αρκετά έξυπνος για να χτίσει έναν ολόκληρο μύθο γύρω του, να τυφλώσει εκατομμύρια Ιταλούς και να κατακτήσει τελικά την εξουσία, μέχρι και να γίνει ο μέντορας ενός άλλου καθικιού που ονομαζόταν Αδόλφος Χίτλερ.

 

Φασίστες πυρπολούν γραφεία του ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, αρχές δεκαετίας του '20

 

Η άνοδος του φασισμού και η πτώση του εργατικού κινήματος.

Το 1919 βρίσκει την Ιταλία ρημαγμένη από τον πόλεμο. Ένα κοινό χαρακτηριστικό της ανόδου τόσο του Μουσολίνι όσο και του Χίτλερ στην εξουσία ήταν κατά πόσον ήταν «αποτρέψιμη» η επικράτηση του φασισμού. Πρόκειται για μια αφετηρία που οφείλουμε να υπογραμμίζουμε ξανά και ξανά στις σημερινές συζητήσεις για την φασιστική πανούκλα που εξαπλώνεται για μία ακόμη φορά στην Ευρώπη και την Αμερικάνικη Ήπειρο (φτάνοντας πολύ πρόσφατα μέχρι τη Νέα Ζηλανδία), όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δώσει το αναρχικό κίνημα και η αριστερά απέναντι στην αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κοινωνική-οικονομική κρίση δημιουργεί αυτόματα ένα αντιδραστικό τσουνάμι που σαρώνει τα πάντα και ευνοεί την άνοδο των φασιστικών και ρατσιστικών ιδεών.
Και αυτό, επειδή το ίδιο το αφήγημα είναι ιστορικά ανακριβές και πολιτικά ηττοπαθές.
Αυτό που συχνά λησμονείται για τη συγκεκριμένη περίοδο - εξαιτίας της νίκης του Μουσολίνι - είναι η αδύναμη και ευάλωτη φύση του φασισμού τα χρόνια 1920 και 1922. Ακόμα κι αν δεχτούμε την ήττα της εργατικής τάξης στην «κόκκινη διετία» τα συνδικάτα, το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα είχαν εκατομμύρια μέλη. Το 1920 το κύριο συνδικάτο, η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGL), είχε 2.2 εκατομμύρια μέλη, ενώ η Ιταλική Συνδικαλιστική Ένωση (USI) που επηρεάζονταν από τους αναρχικούς είχε 500.000.
Οι φασίστες πήραν την εξουσία το 1922, όταν τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς ο βασιλιάς (δηλαδή ο στρατός) διόρισε πρωθυπουργό τον Μουσολίνι (θα χρειαζόταν ακόμη τέσσερα χρόνια για να εδραιώσει ολοκληρωτικά την κυριαρχία του). Αυτά συνέβησαν σχεδόν έντεκα χρόνια πριν την άνοδο των ναζί του Χίτλερ στην εξουσία το 1933. Για πολλά χρόνια ο Χίτλερ θεωρούσε τον Μουσολίνι «δάσκαλό» του άσχετα αν ο «μαθητής» αργότερα ξεπέρασε τον «δάσκαλο». Σ’ αυτό το γεγονός βασίστηκε αργότερα ο μύθος ότι ο ιταλικός φασισμός ήταν λίγο πολύ ανώδυνος σε σύγκριση με τον γερμανικό και παρουσιάζεται ιστορικά περισσότερο σαν κωμωδία παρά σαν τραγωδία (για παράδειγμα, σπανίως αναφέρεται το γεγονός ότι οι Ιταλοί φασίστες χρησιμοποίησαν μαζικά το δηλητηριώδες αέριο υπερίτη κατά την εισβολή τους στην Αιθιοπία το 1936 ενάντια στους «απολίτιστους αραπάδες»).
Πέρα όμως από τις συγκρίσεις ως προς την αγριότητα, οι δυο φασισμοί μοιράζονταν βασικά κοινά χαρακτηριστικά: ρατσισμό, ανωτερότητα της φυλής, μαζικά αντεπαναστατικά κινήματα, ήταν θανάσιμοι εχθροί κάθε έννοιας δημοκρατίας, ενώ η κύρια αποστολή τους ήταν η καθολική συντριβή της αριστεράς και των οργανώσεών της σε σημείο να χάσουν την επαφή τους με την εργατική τάξη για δεκαετίες.
Στο βιβλίο Arditi del Popolo - Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μουσολίνι (Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012) ο Τομ Μπίαν παρέχει το ιστορικό της γέννησης του ιταλικού φασισμού στην Ιταλία αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκε η μάχη εναντίον του φασισμού ήταν η αποτυχία της εργατικής τάξης να πάρει την εξουσία στη θυελλώδη «κόκκινη διετία» του 1919-1920. Τον Σεπτέμβρη του 1920 οι καταλήψεις των εργοστασίων σταμάτησαν μετά τον συμβιβασμό που επέβαλαν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες και ακολούθησε μια φάση υποχώρησης του κινήματος και απογοήτευσης.
Όπως είχε προβλέψει ο Ιταλός αναρχικός Ερίκο Μαλατέστα σχολιάζοντας τις μαζικές καταλήψεις εργοστασίων στη βόρεια Ιταλία το Σεπτέμβρη του 1920 στις οποίες συμμετείχαν 600.000 εργάτες: «Αν δε φτάσουμε μέχρι το τέλος θα πληρώσουμε με ματωμένα δάκρυα το φόβο που τώρα προκαλούμε στους αστούς». Τα λόγια του ήταν προφητικά, καθώς τόσο το Σοσιαλιστικό Κόμμα όσο και η CGL αντί να επεκτείνουν τον αγώνα από τα εργοστάσια στις κοινότητες συνεργάστηκαν με το κράτος προκειμένου οι εργάτες να επιστρέψουν στις δουλειές τους. Από εκείνη τη στιγμή και μετά το κράτος πέρασε στην επίθεση και οι ομάδες «επαναστατικής δράσης» του Μουσολίνι προμηθεύτηκαν αρκετά όπλα για να κυριαρχήσουν στο δρόμο.

 

Ο Ιταλός αναρχικός στοχαστής Ερίκο Μαλατέστα (πάνω, τρίτος από αριστερά) με μέλη των Arditi

 

Η συγκρότηση των Φασιστικών Ταγμάτων Εφόδου.

Στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η ιταλική εργατική τάξη βρισκόταν σε κατάσταση επαναστατικού αναβρασμού. Ήδη από το 1918 οι εργάτες και οι αγρότες είχαν καταφέρει να κερδίσουν μια σειρά παραχωρήσεων από το κράτος: τη βελτίωση των μισθών, το εργασιακό οχτάωρο και την αναγνώριση των συλλογικών συμβάσεων.
Έως το 1919 ένα νέο ρεύμα ριζοσπαστισμού είχε παρασύρει το εργατικό κίνημα. Κατά την διάρκεια εκείνης της χρονιάς ξέσπασαν 1.663 απεργίες σε ολόκληρη την ιταλική χερσόνησο, ενώ τον Αύγουστο το νεοσύστατο κίνημα των εργατικών αντιπροσωπειών στο Τορίνο (ο προπομπός των εργατικών συμβουλίων) υπογράμμιζε την ανάπτυξη μιας νέας ζωντανής μαχητικότητας που αντλούσε τη δύναμή της από την αυτόνομη ικανότητα των εργατών να οργανώνονται στη βάση των ελευθεριακών αρχών και οι οποίες είχαν σαν στόχο την προετοιμασία των ατόμων, των οργανώσεων και των ιδεών σε μια διαρκή προ-επαναστατική ζύμωση, προκειμένου να είναι έτοιμοι να αντικαταστήσουν την εργοδοτική εξουσία στις επιχειρήσεις και να εγκαθιδρύσουν μια νέα τάξη πραγμάτων στην κοινωνική ζωή.
Στην ύπαιθρο, οι αγρότες είχαν ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο ενάντια στο κράτος καταλαμβάνοντας τις εκτάσεις γης που τους είχαν υποσχεθεί προπολεμικά. Το διάταγμα Visochi τον Σεπτέμβριο του 1919 απλώς επικύρωνε τους συνεταιρισμούς που είχαν ήδη συσταθεί ενώ οι «κόκκινες ενώσεις» βοήθησαν περαιτέρω στην εγκαθίδρυση ισχυρών εργατικών συνδικάτων.
Ωστόσο, το 1919 σηματοδότησε και τις πρώτες αντιδραστικές κινήσεις του κεφαλαίου ενάντια στην αυξανόμενη επίθεση που δεχόταν. Μια συνάντηση των βιομηχάνων και των γαιοκτημόνων στη Γένοβα τον Απρίλιο σφράγισε την πρώτη φάση της «ιερής συμμαχίας» ενάντια στην άνοδο της εργατικής εξουσίας. Από τη συνάντηση αυτή καταρτίστηκαν σχέδια για τη δημιουργία (το επόμενο έτος) της Γενικής Ομοσπονδίας Βιομηχανίας και της Γενικής Ομοσπονδίας Γεωργίας, οι οποίες επεξεργάζονταν από κοινού μια συγκεκριμένη στρατηγική για τη διάλυση των εργατικών συνδικάτων και των νεοσύστατων συμβουλίων.


Από μόνοι τους όμως οι βιομήχανοι και οι γαιοκτήμονες δεν θα μπορούσαν να επικρατήσουν στον αγώνα ενάντια στο εργατικό κίνημα. Οι ίδιοι οι εργάτες έπρεπε να υποταχθούν και το πνεύμα της εξέγερσης να καμφθεί στους ίδιους δρόμους που περπατούσαν και στα χωράφια που καλλιεργούσαν. Για το σκοπό αυτό το κεφάλαιο στράφηκε προς την ένοπλη βία του ανερχόμενου φασισμού και στο μεγαλύτερη θιασώτη της, τον Μπενίτο Μουσολίνι. Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου, υπήρξε μια πραγματική άνθηση των αντεργατικών ομάδων: η «Combat Fasci» του Μουσολίνι, η Αντι-μπολσεβίκικη Ένωση, η «Fasci» για την Κοινωνική Αγωγή, η Umus κ.λπ. Ταυτόχρονα, τα μέλη των εθελοντικών σωμάτων που είχαν πολεμήσει στα μέτωπα οργανώθηκαν σε μια στρατιωτική δύναμη 20.000 μελών και τάχθηκαν άμεσα στο πλευρό του αντεργατικού κινήματος.
Αυτό το κίνημα αποτελούταν ως επί το πλείστον από άτομα της μεσοαστικής και μικροαστικής τάξης αλλά και από λούμπεν παραβατικά άτομα του υποκόσμου. Οι τάξεις του περιλάμβαναν κυρίως πρώην αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού και της χωροφυλακής, υπαλλήλους γραφείου, φοιτητές και αυτοαπασχολούμενους στις πόλεις, ενώ στην ύπαιθρο το συγκροτούσαν κυρίως γιοι κολίγων, μικροϊδιοκτήτες και διαχειριστές ακινήτων, οι οποίοι ήταν πρόθυμοι να ενταχθούν στις φασιστικές δυνάμεις στον πόλεμο κατά της «Κόκκινης Απειλής». Κι αν η σύνθεση του κοινωνικού ιστού των φασιστών όπως και οι μέθοδοί τους σας θυμίζουν το σήμερα, δεν κάνετε λάθος. Πρόκειται για την αφήγηση και τη συζήτηση που προανέφερα σχετικά με την αντιμετώπισή του.
Η αστυνομία και ο στρατός ενθάρρυνε ενεργά τους φασίστες, προτρέποντας σε υπαλλήλους τους να ενταχθούν και να εκπαιδεύσουν τις ομάδες τους, δανείζοντας τους οχήματα και όπλα. Προέτρεψαν επίσης εγκληματίες να εγγραφούν σε αυτές με την υπόσχεση παροχών και ασυλίας για τις κακουργηματικές πράξεις τους. Παραχώρησαν ελεύθερα στα μέλη των φασιστικών ταγμάτων άδειες οπλοφορίας, οι οποίες δεν παρέχονταν σε εργάτες και αγρότες, ενώ οι μελανοχίτωνες προμηθεύονταν πυρομαχικά από τα κρατικά οπλοστάσια παρέχοντας τους ένα τεράστιο στρατιωτικό πλεονέκτημα απέναντι στους εχθρούς τους. Τελικά, τον Νοέμβριο του 1921, τα διάφορα τάγματα εφόδου ενώθηκαν κάτω από μια στρατιωτική οργάνωση γνωστή ως «Principi», η οποία βασιζόταν σε μια ιεραρχία τμημάτων, ομάδων και λεγεώνων. Τα μέλη τους φορούσαν συγκεκριμένη παραστρατιωτική μαύρη στολή και αποτέλεσαν τους γνωστούς «μελανοχίτωνες».

 

Δράση και αντίδραση. Οι αντιφασιστικές πολιτοφυλακές των Arditi del Popolo (1921-1922). Η πρώτη ένοπλη αντιφασιστική ομάδα.

Για να αντισταθμίσουν τις ελλιπείς δυνάμεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSI - Partito Socialista Italiana) και της κύριας συνδικαλιστικής οργάνωσης, της CGL, αλλά και για να αντισταθούν στις δολοφονικές επιθέσεις των φασιστικών ταγμάτων εφόδου, οι αγωνιστές των διαφόρων τάσεων, (αναρχοσυνδικαλιστές, αριστεροί σοσιαλιστές, κομμουνιστές και δημοκράτες) σχημάτισαν τον Ιούνιο του 1921, τις λαϊκές πολιτοφυλακές των Arditi del Popolo (ADP – Τολμηροί του Λαού) για να αναλάβουν τον αγώνα ενάντια στους φασίστες.
Οι ADP συγκροτήθηκαν το καλοκαίρι του 1921 με πρωτοβουλία παλαιών πολεμιστών που ήθελαν να απαντήσουν στη φασιστική απειλή με έργα και όχι με καταγγελίες και λόγια. Ήταν μια «ακομμάτιστη» οργάνωση με την έννοια ότι δεν αποτελούσε παραστρατιωτικό κλάδο κάποιου αριστερού κόμματος. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία όμως οι αγωνιστές τους ήταν υποστηρικτές των αναρχικών ιδεών, των αριστερών παρατάξεων, του Σοσιαλιστικού Κόμματος και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Είχαν τις ρίζες τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, όπως στα Εργατικά Κέντρα πολλών πόλεων, Αν και υπήρχε μία πολιτική ποικιλομορφία, οι ADP ήταν κατά κύριο λόγο οργάνωση της εργατικής τάξης: Εργάτες κατατάσσονταν από τα εργοστάσια, τους σιδηροδρόμους τα ναυπηγεία, τις οικοδομές, τα λιμάνια και τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αγρότες από τα χωράφια συμμετείχαν επίσης και κάποια κομμάτια της μεσοαστικής τάξης, όπως φοιτητές, εργάτες γραφείου και άλλοι επαγγελματίες. Ήταν μια οργάνωση αποφασισμένη να απαντάει και με φυσική βία στους φασίστες χωρίς ωστόσο να καταφεύγει στην «ατομική τρομοκρατία» μεμονωμένων ομάδων: οι μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν αποτέλεσμα κινητοποίησης χιλιάδων εργατών.
Δομικά οι ADP ήταν χωρισμένοι σε τάγματα, λόχους και διμοιρίες. Οι διμοιρίες ήταν δεκαμελής μαζί με έναν διμοιρίτη. Τέσσερις διμοιρίες συγκροτούσαν έναν λόχο με επικεφαλής το λοχαγό και τρεις λόχοι ένα τάγμα με επικεφαλής τον ταγματάρχη. Επίσης χρησιμοποιούνταν περιοδικές ομάδες για να διατηρείται η επαφή της κεντρικής διοίκησης με τους μαχητές. Παρά τη δομή τους, οι ADP ήταν αρκετά ευέλικτοι ώστε να αντιδρούν άμεσα στις φασιστικές απειλές.
Η πολιτική τους συμπεριφορά υπαγορευόταν από την ομάδα που ασκούσε επιρροή σε μία συγκεκριμένη περιοχή αλλά οι περισσότεροι τομείς είχαν πραγματική αυτονομία δράσης. Τέτοιοι τομείς στήθηκαν γρήγορα σε όλα τα μέρη της χώρας, είτε σαν νέες ομάδες είτε σαν κομμάτια παλιότερων ομάδων όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας (PCdI- Partito Comunista d’Italia), η «Arditi Rossi» στην Τεργέστη, τα Παιδιά του Κανένα (Figli di Nessuno) στη Γένοβα και στο Βερτσέλι, ή η Προλεταριακή Λίγκα (Lega Proletaria) που συνδεόταν με το Σοσιαλιστικό κόμμα.
Συνολικά, μέχρι να τελειώσει το καλοκαίρι του 1921 είχαν δημιουργηθεί τουλάχιστον 144 παραρτήματα που αριθμούσαν περίπου 20.000 μέλη. Οι μεγαλύτεροι ήταν αυτοί στο Λάτσιο με 3.300 μέλη και στην Τοσκάνη, όπου σε 18 τομείς υπήρχαν 3.000 μέλη.
Οι ADP δημιούργησαν πολύ γρήγορα τη δική τους κουλτούρα και ταυτότητα με τα διάφορα ξεχωριστά τμήματα να προωθούν δικά τους λογότυπα και σύμβολα μάχης. Οι ADP εν γένει είχαν σαν σύμβολο ένα κρανίο που κρατούσε ένα στιλέτο ανάμεσα στα δόντια του και είχε γύρω του ένα δάφνινο στεφάνι μαζί με το σύνθημα «A Noi» (για εμάς). Το λογότυπο των διοικητών ήταν ένα στιλέτο που περιβαλλόταν από μια βελανιδιά και ένα δάφνινο στεφάνι. Η τοπική οργάνωση στην Τσιβιταβέτσια (Ρώμη) είχε σαν σύμβολο ένα τσεκούρι που έσπαγε το φασιστικό σύμβολο – μια δέσμη (fascio) από κλαριά με έναν πέλεκυ.
Αν και οι «Τολμηροί του Λαού» ή «Λαϊκές Ομάδες Κρούσης» δεν φορούσαν (ούτε ήθελαν να φορούν) κάποια συγκεκριμένη στολή, συνήθως τα μέλη τους προτιμούσαν να ντύνονται με μαύρα πουλόβερ και σκούρο γκρι παντελόνι έχοντας με ένα κόκκινο λουλούδι στο πέτο. Τα τραγούδια τους ήταν άμεσα και επιθετικά, όπως ακριβώς και οι ίδιοι:


«Συγκρατούμε τη βία
των μισθοφόρων φασιστών
Όλοι οπλισμένοι επάνω στο ιππικό
της ανθρώπινης εξιλέωσης
Αυτή η αιώνια νιότη
ανανεώνεται από την πίστη
στους ανθρώπους που απαιτούν ισότητα και ελευθερία»

Για κάποιον «αμύητο» ίσως φαίνεται παράξενο που υπάρχουν πάρα πολλά κοινά σημειολογικά στοιχεία μεταξύ των Arditi del Popolo και των φασιστικών ομάδων δράσης, των fasci combattenti, στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Για παράδειγμα, το σύμβολο των Arditi del Popolo της Ρώμης αλλά και των squadristi ήταν μια νεκροκεφαλή με ένα μαχαίρι στο στόμα, με μόνη διαφορά το χρώμα του μαχαιριού και των ματιών της νεκροκεφαλής (κόκκινο για τους Arditi del Popolo, λευκό για τους φασίστες).
Για να καταλάβει κανείς το τι ακριβώς ήταν οι Arditi del Popolo, πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό παρελθόν και συγκεκριμένα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ο νεαρός αξιωματικός Τζουζέπε Μπάσι σκέφτηκε να ανατρέψει την ισορροπία της στρατηγικής του πολέμου των χαρακωμάτων προτείνοντας τη δημιουργία τακτικών μονάδων εφόδου που θα διείσδυαν σε μικρές ομάδες ανάμεσα στις εχθρικές γραμμές αιφνιδιάζοντας τον εχθρό πριν ακολουθήσουν άμεσα οι κύριες δυνάμεις του πεζικού.
Έτσι, δημιουργήθηκαν οι Arditi, μια λέξη που θα μπορούσε να μεταφραστεί σαν «τολμηρός» και ταυτόχρονα «αυτός που προκαλεί» (τον αντίπαλο σε μονομαχία). Μια ειδική μονάδα όπου γίνονταν δεκτοί στρατιώτες είτε από επίλεκτα σώματα που απαιτούσαν εξαιρετική φυσική κατάσταση (όπως οι αλπινιστές και οι βερσαλιέροι), είτε κατόπιν προεπιλογής και μόνο μετά από εξοντωτικές φυσικές και ψυχολογικές δοκιμασίες. Επίσης, γίνονταν δεκτοί στρατιώτες που είχαν καταδικαστεί από τη στρατιωτική δικαιοσύνη και ήθελαν να εξαγοράσουν με αυτό τον τρόπο την ποινή τους – πάντα υπό την προϋπόθεση ότι θα περνούσαν τις δοκιμασίες.

Οδόφραγμα των Arditi στη διάρκεια των γεγονότων της Πάρμα (1)

Αυτά σχετικά με αυτό το πρώιμο σώμα ειδικών δυνάμεων του ιταλικού στρατού. Το μοναδικό προαπαιτούμενο για να ενταχθεί κάποιος στους Arditi del Popolo ήταν να μισεί τον φασισμό και τους φασίστες και να είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τους συντρόφους και τις συντρόφισσές του, την εργατική τάξη και την ελευθερία ακόμη και με τη ζωή του.
Μέχρι το σχηματισμό των ADP οι φασίστες ως επί το πλείστον είχαν τον έλεγχο της κατάστασης τρομοκρατώντας τους πάντες. Ξεκινώντας με μια επίθεση στο δημαρχείο της Μπολόνια, οι φασιστικές ομάδες σάρωσαν ολόκληρη την ύπαιθρο αναλαμβάνοντας «εκστρατείες αντιποίνων» κατά των «κόκκινων» χωριών, δολοφονώντας αγρότες και καίγοντας χωράφια και σπίτια. Μετά την επιτυχία τους εκεί άρχισαν να επιτίθενται στις πόλεις. Τα εργατικά συνδικάτα, τα γραφεία των συνεταιρισμών και των αριστερών οργανώσεων στην Τεργέστη, στη Μόντενα, και τη Φλωρεντία καταστράφηκαν και πυρπολήθηκαν μέσα στους πρώτους μήνες του 1921, ενώ δολοφονήθηκαν συνδικαλιστές και αγωνιστές.
Όπως γράφει ο Rossi: (οι φασίστες) είχαν «τεράστιο πλεονέκτημα σε σχέση με το εργατικό κίνημα σχετικά με την δυνατότητα μεταφορών και συγκέντρωσης ... Οι φασίστες είναι γενικά χωρίς δεσμούς ... μπορούν να ζουν οπουδήποτε ... Οι εργάτες, αντίθετα, είναι δεμένοι με τα σπίτια τους ... το γεγονός αυτό δίνει στον εχθρό κάθε πλεονέκτημα, μιας και μπορούν να επιτίθενται σε περιοχές αντί να αμύνονται, ενώ επίσης μπορούσαν να προβούν σε ένα πόλεμο κινήσεων αντί ενός πολέμου θέσεων».
Ωστόσο, μέχρι τον Μάρτιο του 1921 αυξάνονταν συνεχώς οι ενδείξεις ότι οι δομές άμυνας ενάντια στους φασίστες αναλάμβαναν σε δράση από την πλευρά της εργατικής τάξης. Στο Λιβόρνο, όταν η εργατική συνοικία του Borgo dei Cappucini δέχθηκε επίθεση από τους φασίστες, σύσσωμη η γειτονιά κινητοποιήθηκε εναντίον τους και τους έδιωξε από την πόλη. Τον Απρίλιο, όταν οι φασίστες επιτέθηκαν σε ένα από τα εργατικά κέντρα (Camero del Lavoro), οι εργάτες συμμετείχαν σε απεργιακή κινητοποίηση και περικύκλωσαν τη φασιστική ομάδα με αποτέλεσμα την εμφάνιση στρατιωτών για την προστασία των φασιστών. Μέχρι τον Ιούλιο η εργατική τάξη είχε δημιουργήσει τις δικές της ένοπλες πολιτοφυλακές - τους Arditi del Popolo.

 

Οδόφραγμα των Arditi στη διάρκεια των γεγονότων της Πάρμα (2)

 

Οι Arditi del Popolo σε δράση

Η πρώτη ενέργεια των ADP έγινε στο Πιομπίνο στις 19 Ιουλίου 1921, όταν επιτέθηκαν σε μια συνάντηση φασιστών και τους περικύκλωσαν. Όταν η Βασιλική Φρουρά προσπάθησε να παρέμβει οι άνδρες της επίσης αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Οι ADP διατήρησαν τον έλεγχο των δρόμων για μερικές μέρες έως ότου η ολοένα και μεγαλύτερη αστυνομική δύναμη τους ανάγκασε να αποχωρήσουν.
Στη Σαρτσάνα οι ΑDP πήγαν να ενισχύσουν τον τοπικό πληθυσμό που είχε καταφέρει να συλλάβει τον Renato Ticci, έναν από τους σημαντικότερους ηγέτες των φασιστών. Όταν μια ομάδα 500 φασιστών προσπάθησε να τον σώσει, οι ADP ήταν εκεί και ανάγκασαν τους φασίστες να τραπούν σε φυγή προς την ύπαιθρο. Σκοτώθηκαν είκοσι (ίσως και περισσότεροι) φασίστες και ο αρχηγός τους, σχολίασε: «Η ομάδα, που είχε τόσο πολύ συνηθίσει να νικάει έναν εχθρό ο οποίος σχεδόν πάντα έτρεχε να σωθεί ή προέβαλε ελάχιστη αντίσταση, δεν μπορούσε ούτε ήξερε πώς να αμυνθεί». Η υπεράσπιση της Σαρτσάνα από τους ADP προκάλεσε βαθιά κρίση στο φασιστικό κίνημα και το έφερε στα πρόθυρα της διάσπασης. Ήταν μια πόλη με έντονες ριζοσπαστικές παραδόσεις που τον Ιούλιο του 1921 έγινε στόχος μιας από τις «εκστρατείες τιμωρίας» των φασιστικών συμμοριών. Όπως διηγήθηκε αργότερα ένας από τους ηγέτες των ΑDP της πόλης:
«Ο φασισμός δεν περίμενε ότι θα αντιμετώπιζε ανθρώπους προετοιμασμένους να αμυνθούν... Οι συμμορίες τους ήταν συνηθισμένες να νικούν τον εχθρό που σχεδόν πάντα τρεπόταν σε φυγή ή αντιδρούσε αδύναμα. Δεν το ήξεραν και επομένως ήταν ανίκανοι να αντιμετωπίσουν κάτι διαφορετικό».
Τον Νοέμβριο του 1921 οι ADP πρωταγωνίστησαν σε μάχες με τους φασίστες που είχαν συγκεντρωθεί στη Ρώμη για το συνέδριό τους. Η πρώτη «Πορεία προς τη Ρώμη» (η δεύτερη, την επόμενη χρονιά, παρόλο που ήταν φιάσκο κατέληξε στο διορισμό του Μουσολίνι στη πρωθυπουργία) ήταν μια μεγάλη ήττα για τους φασίστες. Μια γενική απεργία αγκάλιασε την πόλη και οι εργάτες με τους Αrditi στο κέντρο τους δεν επέτρεψαν στους φασίστες να μπουν στις εργατικές συνοικίες.
Καθώς το συνέδριο των φασιστών πλησίαζε προς το τέλος του, η εργατική τάξη συνειδητοποιούσε ότι είχε υπερασπιστεί τις γειτονιές της, τα κτίρια και τα τυπογραφεία της. Δεκάδες χιλιάδες φασίστες είχαν έρθει στη Ρώμη με τη συνδρομή της αστυνομίας που τους είχε αφήσει να δρουν ανενόχλητοι, ενώ εκείνες τις κρίσιμες ώρες οι ηγεσίες των συνδικάτων και του Σοσιαλιστικού Κόμματος δεν έκαναν ούτε οργάνωσαν τίποτε. Εκτός απ’ την ηρωική μαχητική αντίσταση, αυτό που προκάλεσε σύγχυση στους φασίστες και ανησυχία στην κυβέρνηση ήταν η απεργία διαρκείας, που δεν έδειχνε να λήγει μέχρις ότου αποχωρούσαν οι φασίστες από την πρωτεύουσα.
Τον Σεπτέμβριο του 1922, ένα μόλις μήνα πριν την άνοδο των φασιστών στην εξουσία, οι ADP ηγήθηκαν της νικηφόρας αντίστασης μιας ολόκληρης πόλης, της Πάρμα, απέναντι σε μια μεγάλη φασιστική επιδρομή. Η περιγραφή της έναρξης αυτής της αναμέτρησης από έναν από τους πρωταγωνιστές της, αρκεί για να δώσει μια γεύση:
«Το ξημέρωμα, όταν δόθηκε η εντολή να πάρουν τα όπλα και να ξεκινήσει η εξέγερση, οι εργάτες ξεχύθηκαν στους δρόμους - με την ίδια ορμή που ξεσπούν τα νερά ενός ποταμού στις όχθες του. Με φτυάρια, αξίνες, λοστούς και ό,τι εργαλεία έβρισκαν βοηθούσαν τους Arditi del Popolo να ξηλώσουν τις πλάκες από τα πεζοδρόμια και τις ράγες από τις γραμμές του τραμ, να σκάψουν χαντάκια και να υψώσουν οδοφράγματα από καρότσες, πάγκους, κορμούς, σιδερένια δοκάρια και οτιδήποτε άλλο μπορούσαν να μαζέψουν. Άντρες, γυναίκες, ηλικιωμένοι, νέοι απ’ όλα τα κόμματα ή ανένταχτοι ήταν όλοι παρόντες, ενωμένοι με μια σιδερένια θέληση - να αντισταθούν και να παλέψουν».


Το ξεπούλημα από το Ιταλικό Κ.Κ.

Ενώ οι ADP αποκτούσαν μια επιθετική ορμή στους δρόμους, στέλνοντας τους φασίστες πίσω στις τρύπες τους,(στην ακμή της δύναμής τους οι ADP είχαν γύρω στα 40.000 μέλη), δυστυχώς προδόθηκαν από το PSI που ενδιαφερόταν περισσότερο να υπογράψει μια συμφωνία ανακωχής με τους φασίστες (και αυτό σε μια εποχή που οι φασίστες ήταν ακόμα ευάλωτοι). Η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος παρέδωσε «μαθήματα ρεαλισμού» στους Αrditi πασπαλισμένα με… μαρξιστική χροιά. Μετά τη μεγάλη νίκη της Σαρτσάνα, για παράδειγμα, η εφημερίδα Avanti του σοσιαλιστικού κόμματος, υποστήριζε ότι: «Οι παθιασμένοι και συναισθηματικοί ADP προφανώς έχουν αυταπάτες ότι μπορούν να σταματήσουν ένα οπλισμένο κίνημα αντίδρασης, όταν το ίδιο προστατεύεται και υποστηρίζεται από το κράτος».
Για την ηγεσία αυτή έμοιαζε πιο «ρεαλιστικό» να υπογράψει τις ίδιες μέρες «σύμφωνο ειρήνης» με τον Μουσολίνι έχοντας την αυταπάτη ότι έτσι οι φασίστες θα περιοριστούν στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι.
Το νεότευκτο Κομμουνιστικό Κόμμα που μετρούσε λιγότερο από έξι μήνες ζωής αντιμετώπισε τους Αrditi με έναν καραμπινάτο σεχταρισμό και τη φασιστική απειλή σαν μια ακόμα μορφή αστικής αντίδρασης. Για την πλειοψηφία της ηγεσίας του οι Αrditi εξέφραζαν έναν «μικροαστικό ριζοσπαστισμό», οι ηγέτες τους είχαν «αμφιλεγόμενο παρελθόν» και το πολιτικό τους πλαίσιο ήταν «θολό» και «ανεπαρκές».
Τώρα αν αυτό είναι μια διαρκή φάρσα της ιστορίας όπως γνωρίζουμε από τον ισπανικό εμφύλιο και τις επιδιώξεις του ισπανικού Κ.Κ. αλλά ακόμη καλύτερα εδώ στην Ελλάδα, από τα χρόνια της ΕΑΜικής αντίστασης και των Δεκεμβριανών μέχρι σήμερα με την άνοδο της Χρυσής Αυγής, ή αν πρόκειται για τον μόνιμο οπορτουνισμό των κομμουνιστικών και αριστερών κομμάτων όποτε διαπιστώνουν ότι το λαϊκό κίνημα ξεφεύγει από τα χέρια της ηγεσίας τους, είναι με τη σειρά της άλλη μια διαφορετική και μακρά συζήτηση (αλλά όχι και τόσο, εδώ που τα λέμε).
Οι σοσιαλιστές αγωνιστές αναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να αποχωρήσουν από την ADP, ενώ η και CGL έδωσε εντολή στα μέλη της να αποχωρήσουν από την οργάνωση. Ο συνδικαλιστής ηγέτης Ματεότι (τον οποίο θα απήγαγαν και θα δολοφονούσαν οι φασίστες τον Ιούνιο του 1924) επιβεβαίωσε αυτό ξεπούλημα στην εφημερίδα της ένωσης Battaglia Sindicale: «Μείνετε σπίτι και μην παντάτε στις προκλήσεις. Ακόμη και η σιωπή, ακόμη και δειλία, είναι μερικές φορές ηρωική».
Οι κομμουνιστές το πήγαν ένα βήμα παραπέρα δημιουργώντας τις δικές τους ομάδες με καθαρή... «ταξική συνείδηση», αποδεκατίζοντας ακόμα περισσότερο το κίνημα. Σύμφωνα με τον Γκράμσι, ο οποίος ήταν ξεκάθαρος όσο αφορούσε το τι πραγματικά ήθελε η ηγεσία του Ι.Κ.Κ.: «η τακτική... ήταν απαραίτητη για να αποφευχθεί ο έλεγχος των μελών του κόμματος από μια ηγεσία που δεν ήταν η ηγεσία του κόμματος». Πολύ σύντομα απέμειναν μόλις 50 τμήματα των 6.000 μελών, τα οποία υποστηρίζονταν μόνο από την αναρχοσυνδικαλιστική Ιταλική Συνδικαλιστική Ένωση (USI) και την Ιταλική Αναρχική Ένωση (UAI).
Μερικά από αυτά τα τμήματα ανέλαβαν πάλι δράση τον Σεπτέμβριο στο Πιομπίνο όταν οι φασίστες, οι οποίοι είχαν κάψει τα γραφεία του PSI αποκρούστηκαν από μια αναρχική περιπολία και αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή.
Το Πιομπίνο σύντομα έμελλε να γίνει το νευραλγικό κέντρο της αντιφασιστικής άμυνας και να αμυνθεί περαιτέρω ενάντια στη φασιστική επίθεση τον Απρίλιο του 1922, πριν τελικά υποκύψει έπειτα από μία μισή μέρα σφοδρών μαχών, στη διάρκεια των οποίων οι φασίστες με τη βοήθεια της Βασιλικής Φρουράς κατάφεραν να καταλάβουν τα γραφεία της USI. Τον Ιούλιο του 1922 η ρεφορμιστική γενική απεργία για την υπεράσπιση των «πολιτικών ελευθεριών και του Συντάγματος» σήμανε την οριστική κατάλυση του εργατικού κινήματος, μιας και οι στάσεις εργασίας δεν συνοδεύτηκαν (και δεν θα μπορούσαν να συνοδευτούν) από επιθετικές ενέργειες άμεσης δράσης. Οι φασίστες έθεσαν και πάλι σε λειτουργία τις δημόσιες υπηρεσίες με απεργοσπάστες και πήραν τον έλεγχο των δρόμων. Με την κατάρρευση της απεργίας οι φασίστες συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τα τελευταία εναπομείναντα προπύργια της αντίστασης, ένα εκ των οποίων στο Λιβόρνο υπέκυψε τελικά από σε ένα τάγμα 2.000 φασιστών.

 

Mνημείο στη μνήμη των αντιφασιστών Arditi που ανεγέρθηκε σχετικά πρόσφατα στην Τσιβιταβέτσια (Ρώμη)

Επίλογος

Το παρόν κείμενο ξεκίνησε μουσικά όπως ίσως αρμόζει σε ένα φανζίν που εν γένει ασχολείται με τη μουσική. Κατέληξε όμως πολιτικά, εκεί που συνήθως καταλήγουν όλα στο φανζίν που έχετε μπροστά και λέγεται Merlin’s Music Box. Γιατί για εμάς η μουσική είναι η ζωή μας και ζωή χωρίς μουσική δεν είναι ζωή. Ζωή όμως και χωρίς ελευθερία επίσης δεν είναι ζωή. Συνεπώς η ελευθερία ήταν ανέκαθεν η μητέρα της μουσικής. Γιατί η μουσική είναι απόλαυση και η απόλαυση δεν υπάρχει όπου η ελευθερία στερείται και ποδοπατιέται, όπως δεν υπάρχει καν ζωή αναπνέοντας μέσα σε έναν φασιστικό κόσμο.
Είστε ελεύθερες/οι να διαλέξετε ανάμεσα στη Ζωή και τον φασισμό, μόνο που αν διαλέξετε τον τελευταίο να είστε έτοιμοι να καταργήσετε όλες σας τις αισθήσεις. Όσο για εμάς που έχουμε αποφασίσει να ζούμε μέσα στην απόλαυση αυτού του δώρου της μάνας φύσης που είναι η ζωή, να ξέρετε ότι εφόσον επιλέξετε τον φασισμό ταυτόχρονα έχετε αποκτήσει κι έναν λυσσασμένο εχθρό που θα κάνει ότι περνά από το χέρι του να μην σας αφήσει να νικήσετε.


Για τη συγγραφή του κειμένου χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από τα βιβλία:
Αντρέας Στάιντ, Arditi del popolo – Ο Πρώτος Ένοπλος Αγώνας Ενάντια στο Φασισμό, 1921-1922 (εκδόσεις Ευτοπία).
Τομ Μπίαν, Arditi del Popolo – Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μουσολίνι (εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο)
L. Williams, Proletarian Order (1975)
A. Rossi, The Birth of Fascism (1938)


καθώς και αποσπάσματα από τους ιστότοπους:
https://libcom.org/history/1918-1922-the-arditi-del-popolo

https://ngnm.vrahokipos.net

https://antartescy.blogspot.com/2012/07/arditi-del-popolo.html

Ντοκιμαντέρ για τη δράση των Arditi del popolo στη μάχη της Πάρμα (για ιταλομαθείς)

 

 


image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 
image

Αντώνης Ζήβας

Ο Αντώνης Ζήβας είναι D.J. ραδιοφωνικός παραγωγός και record sellector εδώ και 28 έτη. Παράλληλα έχει υπάρξει μπασίστας σε διάφορες γνωστές-άγνωστες Punk και Alternative μπάντες από τη δεκαετία του '80 ως τις μέρες μας, ενώ ανήκει στο απροστάτευτο υπό εξαφάνιση είδος των δισκοπωλών. Γεννήθηκε στη Πάτρα, αλλά διάλεξε να ζήσει για πάρα πολλά χρόνια στη Κρήτη, όπου και απέκτησε τη Κρητική υπηκοότητα, την οποία διατηρεί ακόμη με πείσμα. Τα τελευταία χρόνια κατοικεί στη κοιλιά του τέρατος που ονόμασαν Αθήνα, περιφέροντας το σάρκιον του σε διάφορα Booth της Αθηναϊκής νύχτας και μία φορά την εβδομάδα τα μεσημέρια των Σαββάτων, ξαποστένει στο μικρόφωνο του metadeftero.gr, μέσα από την εκπομπή Reclaim The Music
 
 
 

 

 

 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1