Μια παράξενη, σπονδυλωτή ιστορία (ή το Mαύρο Ροάν του Mεγάλου Θεόσπιτου)...

Γράφουν η Φαίη Φραγκισκάτου ο Βαγγέλης Χαλικιάς και ο Bill Hunchback

φωτο: Bill Hunchback

Δεν έχουν περάσει ακόμη τέσσερις μήνες που δεχθήκαμε μια επιστολή, την ίδια και οι τρεις μας, η οποία μας συνέδεσε με τρόπο παράξενο, αναφέρθηκε και η λέξη "μαγικό" ή "στοιχειωτικό" κάποια στιγμή από κάποιους από μας.

Για να μην κουράσουμε τον αναγνώστη με πολλές λεπτομέρειες σκεφτήκαμε να δημοσιεύσουμε αυτούσια την επιστολή η οποία έγραφε :

Αγαπητή Φαίη, Αγαπητέ Βαγγέλη και Αγαπητέ Bill,
Παρατηρώ τις κινήσεις σας και τα κείμενά σας εδώ και καιρό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι αποφάσισα στα πλαίσια της μελέτης που στοιχειοθετώ σχετικά με την Κοινωνική Ταυτότητα στη Μετανεωτερική Κοινωνία με έμφαση στην πολυπολιτισμικότητα ως εννοιολογική κατηγορία παραγόμενη από τα μέλη των δυτικών κοινωνιών, τα νέα μέσα διεπαφής που έχουν στη διάθεση τους, αλλά και την ίδια αυτή τη διάθεση σε ψυχολογική βάση, που συνήθως καταργεί την πολλαπλότητα των διεργασιών και των ιδεών, να σας ζητήσω να συμμετέχετε σε κάτι που θα μπορούσε να είναι και παιχνίδι συναρτούμενο με την αγάπη που παρατηρώ πως έχετε για τις λέξεις. Πρακτικολογώντας θα ήθελα να σας θέσω ένα θέμα χωρίς άλλη εξήγηση περί αυτού και εσείς ύστερα να αφήσετε τη φαντασία και το λεξιλόγιό σας να το αναπτύξει ελεύθερα όσον αφορά τον στόχο , την έκφραση αλλά και το μέγεθος των κειμένων σας. Θα ήθελα σε οποιαδήποτε λογοτεχνική μορφή επιλέξετε και με οποιοδήποτε μέγεθος , ένα κείμενο από τον καθέναν σας. Τα έργα σας θα τα χρησιμοποιήσω χωρίς επέμβαση και ίσως να τα δημοσιεύσω σε επιστημονικά περιοδικά με τα οποία συνεργάζομαι, ενώ μπορείτε κι εσείς να τα δημοσιεύσετε με όποιον τρόπο θέλετε οπουδήποτε θέλετε. Δεν θα τεθεί ζήτημα πνευματικών δικαιωμάτων, μέσω αυτής της επιστολής που υπογράφω δηλώνω πως σας ανήκουν , αλλά και αμοιβές δεν θα υπάρξουν από αυτή η σχέση μας για λόγους που μπορείτε να φανταστείτε.

Σας δίνω λοιπόν τον γενικό τίτλο "Το Μαύρο Ροάν του Μεγάλου Θεόσπιτου" και μπορείτε να γράψετε ότι θέλετε για αυτόν, με όποιο ύφος θέλετε και οσεσδήποτε λέξεις. Θα ήταν μόνο χρήσιμο να έχω το αποτέλεσμα πριν το τέλος του Μαρτίου 2019.

Μετά τιμής
Δρ Σώσανκ Ριτέμπτιον
Phd & Msc Trinity College (Dublin, Ireland). Department of Sociology 

Φυσικά τους λόγους που αναφέρονται στο τέλος δεν μπορούμε ακόμα να τους φανταστούμε, πόσο μάλλον τότε, όμως μετά από μία γρήγορη επικοινωνία μεταξύ μας και μια σειρά συναντήσεων οι οποίες μας οδήγησαν από την καχυποψία στο "δεν βαριέσαι ας το κάνουμε", αποφασίσαμε να παίξουμε στο παράξενο αυτό παιχνίδι.

Μάλιστα η Φαίη μίλησε με το Merlin's Music Box και αυτό δήλωσε πως με χαρά θα δημοσιεύσει την όλη ιστορία το ίδιο, ώστε να έχουμε κι εμείς στη χώρα αυτή ένα ίχνος από κάτι εντελώς εξωκανονικό που προέκυψε μέσα σε όλο τούτο το κουβάρι από διφία και καλώδια με το οποίο ανακατευόμαστε όλοι.

Γράψαμε λοιπόν τα εξής :

 **********************************************

Το μαύρο Ροάν του μεγάλου Θεόσπιτου
της Φαίης Φραγκισκάτου

Το μεγάλο θεόσπιτο βρισκόταν στην κορυφή του λόφου. Ο θεός δεν πήγαινε συχνά εκεί. Το είχε μόνο για γιορτές και αργίες. Έκανε μεγάλα πάρτι με φωτιές και μουσική. Εκείνα τα βράδια καλούσε ημίθεους και μαγικά πλάσματα και πίναν 7 νταμιτζάνες νέκταρ ο καθένας. Κάθε καλεσμένος έπρεπε να πιεί 7 νταμιτζάνες αλλά ούτε σταγόνα παραπάνω.

Το Μαύρο Ροάν είχε την καλύβα του στην παραλία, κάτω ακριβώς από την πλαγιά που βρισκόταν το θεόσπιτο. Για χρόνια πολλά η οικογένεια των Ροάν είχε σχέσεις καλής γειτονίας με τον θεό, καλημέρα, καλησπέρα, πως παν τα κέφια και τέτοια που λεν οι γείτονες όταν συναντιούνται στον δρόμο. Ο θεός το ότι παρά την μαύρη καταχνιά που κουβάλαγαν τα Ροάν γύρω τους, ποτέ οι δικοί του γείτονες, δεν εμφανίστηκαν στα πάρτι του. Το χε πει ο ίδιος σε μια κρίση πολυλογίας ένα μεσημέρι όταν αντίκρισε τον προ προ πάππου του Μαύρου Ροάν:
''Αγαπητέ μου είστε εξαιρετική οικογένεια και θα θελα πολύ να σας καλέσω σ ένα πάρτι μου,
αλλά καταλαβαίνετε τη θέση μου...η όψη σας δημιουργεί ανησυχία στους ήρωες και τους
ημίθεους....όμως εγώ προσωπικά σας εκτιμώ βαθύτατα, βεβαίως βεβαίως''.

Τα Ροάν δε θέλαν πολλά πολλά με το θεό έτσι κι αλλιώς. Τους ενοχλούσε αυτή η επίδειξη πλούτου και δύναμης που συνέβαινε στα πάρτι του θεού. Βρήκαν πολύ κολακευτικό το γεγονός ότι ο θεός τους θεωρούσε δυσοίωνους. '' Ο καθένας στο τσαρδί του κι ο θεός το νταχτιρντί του'' συνήθιζε να λέει ο προ προ πάππους Ροάν και μετά απ αυτόν όλα τα Ροάν των επόμενων γενεών.

Όμως το Μαύρο Ροάν (που ήταν τόσο μαύρο, που ακόμη και τα Ροάν το βάφτισαν- αντί για Αλέκο και Θόδωρα που ήταν τα παραδοσιακά ονόματα των Ροάν- Μαύρο) εκνευριζόταν με την άθλια μουσική που ακουγόταν στα πάρτι του θεού. Του φαινόταν απαράδεχτο που οι ημίθεοι δεν είχαν καμία κλίση στη μουσική και άκουγαν όσες μέρες μπεκροπίναν το νέκταρ Έφη Σαρρή και Κώστα Μακεδόνα. Όταν ήταν μικρός είχε ξεκινήσει μια φορά για να πάει να κάνει να κάνει ακτιβιστικό ντι τζεϊ σετ στο πάρτι κουβαλώντας δίσκους των ιλέκτρικ προύνς και του Νηλ Γιάνγκ αλλά τον είχε σταματήσει ο πατέρας του στην αυλόπορτα. ''Τι πας να κάνεις παιδάκι μου;'' του 'χε πει οργισμένος. ''Θέλεις ο θεός να θυμώσει και να μας διώξει απ τη γη μας;
Τι σε κάνει να νομίζεις ότι όλος ο ντουνιάς πρέπει ν’ ακούει αυτά τα διανοούμενα ξένα που ακούς εσύ εκεί στην αγορά με τους πλυμένους φίλους σου; Που ακούστηκε Ροάν από γενιά να πλένεται κάθε μέρα και να πηγαίνει στην πλατεία Φιλομούσας;''

Μετά από εκείνο το περιστατικό, το Μαύρο Ροάν δεν ξαναπροσπάθησε ν ανοίξει τα αυτιά των ημίθεων με τον ήχο της φολκ και της ψυχεδέλειας αλλά μέσα του έβραζε. Αυτό το καλοκαίρι που συμπλήρωσε τα 38 του χρόνια και ενηλικιώθηκε, είχε το σπίτι όλο για πάρτη του καθώς οι γονείς του πήγαν διακοπές στα καμμένα βούρλα για θερμά λουτρά. Έτσι αποφάσισε να εκτελέσει το καθήκον απ το οποίο τον εμπόδιζαν χρόνια και χρόνια: να δείξει του θεού ότι υπήρχε μουσική πέρα απ τον Νταλάρα. Μετά, αν ο θεός δεν τον εξόριζε στον κάτω κόσμο ή σε κάνα κάτεργο, σκόπευε να ζητήσει σε γάμο την Καλλιόπη, εκείνη την τσούπρα που έδειχνε μονίμως δυσαρεστημένη στα πάρτι και αγνάντευε τη θάλασσα απ το θεόσπιτο όλο απόγνωση. Του φαινόταν αδελφή ψυχή αυτή η γκομενίτσα, μούσα λέει ότι τη λέγανε αλλά δεν του άρεσε καθόλου τ όνομα αυτό γιατί του θύμιζε τη λέξη μούσια, τα οποία δεν ενέκρινε καθόλου στυλιστικά.


****************************************************


Το μαύρο Ροάν του μεγάλου Θεόσπιτου
του Βαγγέλη Χαλικιά

Τι είναι το μαύρο Ρόαν τελικά;
Στέκεται ανάμεσα σε αγριόχορτα και σκύλους και γατιά και αυτοκίνητα σταματημένα.
Ζητά απαντήσεις.
Αισθάνεται σαν το ζωύφιο που κολυμπά στα αγριόχορτα.
Η θηλιά στο λαιμό κοντεύει να τον πνίξει
Με μια κίνηση του χεριού απελευθερώνεται.
Ένα πάτημα του κουμπιού στο κασετόφωνο.
Τα δάκρυα του δράκου...
Ρίγη – Προσμονή.
Στρέφει το βλέμμα του στον Ουρανό. Το γαλάζιο που χθες ήταν γκρι είναι το ίδιο και το ξέρει.
Τα καλώδια τεμαχίζουν τον Ουρανό, τα δέντρα τον προσκυνούν προσπαθώντας να τον φτάσουν με τα κλαδιά τους.
Καθαρότητα στον Ουρανό.
Απορρίμματα στο δρόμο.
Αντίθεση.
Γύρω από το μαύρο Ροαν, λάμπες σε στύλους περιμένουν να ανάψουν μόλις το φεγγάρι χτυπήσει την πόρτα του ουρανού.
Ο πάγος τη νύχτα έχει υπέροχο ήχο όταν πέφτει στο γυάλινο ποτήρι μες στο ποτό να κολυμπήσει.
Τον γλυκοκαίει η γουλιά.
Νυχτερινή μυσταγωγία.
Το ποίημα, το μολύβι, το εσώψυχο που τον βαραίνει και θέλει να ελευθερωθεί.
Ταξιδεύει με στίχους, μεθά με μουσική.
Είναι παράξενο το μαύρο Ρόαν.
Διαβάζει τον στίχο του ποιητή.
Μετά γράφει τον δικό του.
Το ποτό στο ποτήρι μένει στάσιμο, ο πάγος λιώνει.
Η απόσταση από τα θέλω λιώνει. Τα λόγια του ποιητή και τα δικά του τον πάνε κοντά στα άστρα.
Στα Θεόσπιτα οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν.
Γίνεται ένας απ’ αυτούς, τους ανένταχτους.
Αναζητά την τελειότητα αλλά ξέρει καλά πως δε θα τη βρει, δε θέλει να τη βρει, γιατί δεν υπάρχει.
Τα επαναλαμβανόμενα λάθη τον κάναν μαύρο Ρόαν.
Με κάθε στίχο που διαβάζει, σα να μιλά για αυτόν, ξανακερδίζει την ψυχή του.
Με κάθε στίχο που γράφει ξανακερδίζει την ψυχή του.
Ω μαύρο Ρόαν θες να σβήσεις το βρώμικο «τώρα», το άσχημο «ζω» και να το ξαναζωγραφίσεις, να το γεμίσεις μελωδίες και λόγια όμορφα, λόγια που τσακίζουν, λόγια αληθινά.
Να φτιάξεις τη δική σου επίγεια Βαλχάλα και να τη γεμίσεις με αλλόκοτους, αλλιώτικους «εσύ».
Τα Θεόσπιτα να γίνουνε πολλά, γεμάτα χρώμα, με καθαρό, με γκρίζο ουρανό, ο ήλιος να δροσίζεται από τη βροχή και τ’ άστρα να φωτίζουν την έκλειψη. 


***************************************************

 

Το μαύρο Ροάν του Μεγάλου Θεόσπιτου
Του Bill Hunchback

«Κάποια μέρα θα πληρώσεις» έλεγαν οι Deus ex machina από το μεγαφωνάκι του κινητού κι έναν άγνωστο σταθμό που συνέλαβε τυχαία, αφού ο Ζακ είχε εκμεταλλευθεί την έξυπνη λειτουργία του ελεύθερου ψαξίματος σταθμών με βάση το είδος της μουσικής. Τον σιχαινόταν αυτόν τον τρόπο ακούσματος , τον ονόμαζε «πνίξιμο αρουραίων» μιας και η φωνή όπως βγαίνει από το ελάχιστο μεγαφωνάκι μοιάζει με ποντικού που αδυνατεί να επιβιώσει .Δεν είχε κάτι άλλο να κάνει όμως. Η αλήθεια είναι πως τα ‘χε χρειαστεί μετά από κάποια ώρα σ’ αυτόν τον κωλότοπο, να περιπλανιέται μέσα στις λάσπες από λιωμένα χιόνια και στα μουχλιασμένα βράχια σαν ψυχή που δεν βρίσκει καταφύγιο από την τρέλα και την καταφρόνια.
Το καλό είναι πως κάποια στιγμή βρήκε καταφύγιο. Ή όπως το πάρει κανείς.
Το αυτοκίνητό του ένα παλιό του 90 , αν και τον είχε βγάλει ασπροπρόσωπο σχεδόν πάντοτε, αυτή τη φορά δεν τα κατάφερε .Οι συνθήκες ήταν μάλλον ακραίες γι’ αυτό που έχει συνηθίσει ένας άνθρωπος της πόλης με λίγες ασφαλείς βόλτες , το πολύ, στην επαρχία. Σε άγνωστο σημείο των πεδινών έσβησε βογκώντας θλιβερά σαν γέρικο γαϊδούρι που τα ‘φαγε τα ψωμιά του εξυπηρετώντας.

Πανικοβλήθηκε .Τα σύννεφα κατεβασμένα χαμηλά του έκαιγαν το λαιμό από την υγρασία προμηνύοντας, για τον ψυχισμό του τουλάχιστον ,ανυπολόγιστο έρεβος. Γύρω δεν υπήρχε κανείς.
Δεν υπήρχε καν το ίχνος της ανθρωπότητας.
Θυμήθηκε που τρεις μέρες πριν συζητούσε σε κάποιο ουζερί της πόλης , με άλλους. Ξαπλωμένοι μαζί, σαν τσέλιγκες στη ζεστασιά των πάγκων ενός ρουστίκ ψευδοπαραδοσιακού καφενέ, έλεγαν για το πόσο ωραία είναι η ερημιά και η παντελής έλλειψη των ανθρώπων, πόσο ωραία θα ήταν να περνούσαν μερικές μέρες μόνοι τους κάπου στο πουθενά και να μην βλέπουν άνθρωπο. Το έλεγαν , σκέφτηκε, με βάση την ύπαρξη των ανθρώπων γύρω τους σε δεδομένο βαθμό. Τώρα το ήξερε αλλά ήταν αργά.

Τον έπιασε απελπισία. Ακόμα και αν χωνόταν μέσα στο αμάξι, που ήταν η τελευταία λύση, θα πάγωνε από το κρύο και την υγρασία , θα τον κυρίευε η νίκη του σκοταδιού ,θα του φαινόταν ο χρόνος μέχρι το ξημέρωμα τεράστιος και το βασικότερο είναι πως και το ξημέρωμα θα βρισκόταν πάλι στην ίδια κατάσταση . «Ούτε η μέρα μήτε η νύχτα θα φέρει την ελπίδα», πέρασε η φράση σαν αστραπή απ’ τη σκέψη του λες κι ήταν τα λόγια ενός δυσοίωνου χρησμού.
Κάθισε στο καπό του αυτοκινήτου , ψυχικά αποκαμωμένος. Βρήκε έναν οπτικό στόχο και αγνάντευε προς τα εκεί. Φυσικά δεν υπήρχε κάτι να δει πέραν των βράχων και των δέντρων, αλλά σε τριακόσιες εξήντα μοίρες το ίδιο ακριβώς υπήρχε, οπότε διάλεξε τυχαία μια μεριά να κοιτάζει όπως ο τζογαδόρος το πρωί πετάει το τελευταίο του τάλιρο χωρίς σχέδιο πάνω σ’ ένα από τα νούμερα που κάθονται δίπλα απ’ τη ρουλέτα.

Πρέπει να πέρασε αρκετή ώρα γιατί όταν άκουσε μια στριγκλιά ήταν πια μελιτζανί το βράδυ.
Δεν κατάλαβε πως έτρεμε από το περόνιασμα της ατμόσφαιρας παρά μόνο όταν ένιωσε τον τρόμο. Αυτός ήρθε ξαφνικά σαν σκαμπίλι. Σηκώθηκε και πήγε δύο φορές από την μπροστινή ρόδα του αυτοκινήτου στην πίσω και το ανάποδο χωρίς κανέναν σκοπό. Μάλλον λόγω της παράνοιας της στιγμής. Η κατάσταση δεν ήταν με το μέρος του. Ο ελαφρύς κύκλος φωτός στο ξέφωτο από το οποίο περνούσε ο δρόμος και ξέμεινε, είχε σχεδόν πάρει το ίδιο χρώμα με την υπόλοιπη νύχτα. Ένιωθε πως βρίσκεται στο κέντρο του αναπόφευκτου κλεισίματος ενός διαφράγματος κάμερας.

Η κραυγή ή αυτό που νόμιζε σαν κραυγή, ήταν το χειρότερο από τα δεδομένα κι όταν παρατήρησε πως η συνείδησή του δεν επέτρεπε στον φόβο να υλοποιηθεί απολύτως, άρχισαν τα εγκεφαλικά μηνύματα πως ίσως να τον πήρε ο ύπνος και η κραυγή , μια γυναικεία σπαρακτική κραυγή ,να ήταν αποτέλεσμα προβολής των αρχετυπικών φόβων της ψυχολογίας του.
Είχε αυτές τις σκέψεις απέλπιδες και ταυτόχρονα ελπιδοφόρες, όταν διέκρινε ένα αμυδρό φως πίσω από τα δέντρα. Μια ψηλή ξερακιανή , δουλεμένη από το κρύο και τις ζέστες , γριά που στους ώμους είχε ένα δεμάτι ξύλα του δάσους βγήκε στα φανερά. Φορούσε αυτό το μαύρο μακρύ φόρεμα χωρίς στοιχεία προσωπικότητας που βλέπουμε στα χωριά και κρατούσε μια λάμπα πετρελαίου. Πλησίασε και τον κοίταξε με τον τρόπο που κοιτούν τους εισβολείς. Χωρίς φόβο, χωρίς μίσος, αλλά με περιέργεια και κάποια διάθεση που έδειχνε πως δεν ήταν αρκετά ικανός για να βρίσκεται εκεί. Αυτός δεν πήρε το θάρρος να τη ρωτήσει τίποτα, όταν χωρίς ομιλία εκείνη άρχισε να δείχνει ψηλά .Τέντωνε το χέρι της, έδειχνε πολύ βιαστικά κάπου ψηλά και το κατέβαζε με δύναμη πάνω στο μηρό της πάλι. Το έκανε επτά, οκτώ φορές.

- Δεν καταλαβαίνω τι μου δείχνετε είπε ήσυχα ο Ζακ .
- Να πας πάνω απάντησε απότομα. Έχει τέσσερα σπίτια, να μπεις στο μεγάλο, με τις μεγάλες πέτρες. Είναι του παππού, έχει πεθάνει χρόνια. Να πας, να μπεις ,δεν πειράζει, δεν πειράζει , να μπεις, δεν πειράζει. Στο μεγάλο να μπεις όχι στ’ άλλα. Να μπεις και να κλείσεις καλά την πόρτα . Να μπεις να κοιμηθείς και το πρωί να φύγεις. Έρχεται κακό. Ναι έρχεται κακό. Να μπεις και το πρωί να φύγεις.

Τη φράση αυτήν την τελευταία την είπε πολλές φορές, σαν αντίλαλος στα σκληρά βράχια, καθώς απομακρυνόταν με το περήφανο βάρος στην πλάτη, ίσια και δείχνοντας ψηλά, ακόμα κι όταν γύρισε τελείως αντίθετά του βλέμματός του.
Ο Ζακ δεν είχε τι άλλο να κάνει εκεί κάτω. Όπως και να γίνει αυτή η παράξενη γριά ήταν ένα δείγμα ύπαρξης του ανθρώπου που τον έφερε στο σημείο να χαμογελάσει με τους φόβους που χαρίζει το σκοτάδι , να πάει στο πορτμπαγκάζ , να πάρει το σλιπινγκ μπαγκ που είχε πάντοτε εκεί μέσα και να ξεκινήσει αποφασιστικά για το «ψηλά» που του έδειχνε.

Ο δρόμος μέσα από το δάσος δεν ήταν καλός. Ο Ζακ ήταν σίγουρος πως οι κάτοικοι και οι βοσκοί θα ήξεραν μονοπάτια που εκείνος δεν γνώριζε κι έτσι ένιωθε τα ρούχα του κάθε τόσο να πιάνονται στα γυμνά κλαδιά ,κάποιες φορές σκόνταψε ενώ άλλες χτύπησε στο πρόσωπο από κάποιον σκοτεινό ξύλινο όγκο. Το φως του φακού του τηλεφώνου δεν ήταν βοηθητικό .Πιο πολύ έδειχνε ένα φράκταλ επανάληψης μπροστά του σαν ο δρόμος να ήταν ο ίδιος συνεχώς, που τον απογοήτευε. Αυτό το φως δημιουργούσε μεγαλύτερο δέος απέναντι στο σκοτάδι, που δεν κατάφερνε να φωτίσει. Από το ρολόι του τηλεφώνου ήταν που κατάλαβε ότι έκανε μια ώρα να σκαρφαλώσει γδαρμένος σαν σφαχτό, μέχρι να δει τους μαύρους όγκους των πέτρινων σπιτιών καρφωμένους στους βράχους χωρίς φανερό δρομάκι να τους ενώνει, χωρίς την πηγή νερού που έχουν τα χωριά, χωρίς το καφενείο κάτω από το ήρεμο γιγάντιο δέντρο. Μόνο έτσι, στέκονταν σαν τα νύχια του χάρου καρφωμένα σε πέτρες, στη μέση του πουθενά.

Το μεγάλο σπίτι ήταν πραγματικά μεγάλο. Δεν βρισκόταν στο κέντρο όπως θα περίμενε κανείς έχοντας δει αρχοντικά σε φωτογραφίες ή από επισκέψεις του σε τόπους , αλλά καθόταν ασύμμετρα πίσω απ όλα και δεύτερο στη νοητή σειρά που τα συνέδεε. Η είσοδος ήταν μια τεράστια πόρτα, ξύλινη και βαριά, όπως της έπρεπε. Τα παράθυρα όμως κι αυτό ήταν ανατριχιαστικά παράξενο , ήταν πάρα πολύ μικρά .Ελάχιστα. Στο μέγεθος δύο πακέτων τσιγάρων. Υπήρχαν οκτώ σε κάθε έδρα του σπιτιού .Καθόλου μπαλκόνια ή άλλα ανοίγματα πέραν αυτών των παραθύρων νάνων και της τεράστιας ξύλινης με σιδερένια μπουλόνια , πόρτας.
Μέσα, το σπίτι ήταν απλό. Το βασικό του χαρακτηριστικό αποτελούσε το ογκώδες μέγεθος στα πάντα εκτός των παραθύρων. Φυσικά όλα ήταν σκοτεινά και είχαν την υγρασία μιας σπηλιάς αλλά όπως και να γίνει αποτελούσε ένα καταφύγιο που τον άφησε να το χρησιμοποιήσει η ξεκλείδωτη πόρτα η οποία υποχώρησε μ’ ένα γερό σπρώξιμο.
Ψάχνοντας στην δεξιά τσέπη που συνήθως τον φυλούσε βρήκε έναν αναπτήρα και χάρηκε με το ότι θα μπορούσε ν’ ανάψει φωτιά στο τεράστιο τζάκι που φαινόταν στο βάθος. Το ψυχρό φως του φακού του τηλεφώνου ήταν που του δημιουργούσε άραγε τη φανερή ανακατωσούρα στο στομάχι ή η ατμόσφαιρα του σπιτιού;
Το να ανάψει τη φωτιά που ήθελε στάθηκε αδύνατον κι έτσι άρχισε να ψάχνει το σπίτι με τον φακό για κάποιο χαρτί ή αρκετά ξερά φρύγανα ώστε να χρησιμοποιηθούν σαν προσάναμμα. Δεν ήταν δύσκολο να βρει την παλιά βιβλιοθήκη. Παράξενο που ένα σπίτι μέσα στη μέση του δάσους είχε τόσα βιβλία κι ακόμα πιο παράξενο που τα βιβλία αυτά εγκαταλείφθηκαν όπως ήταν, χωρίς καν μια προσπάθεια να μπουν σε κούτες , να συνοδεύσουν ,ένα ή δυο, τους ιδιοκτήτες που έφυγαν. Από τις θέσεις τους πιεσμένα μέσα στα ράφια έμοιαζαν να είναι όλα εκεί .
Δεν ήταν όμως ώρα για τέτοιες σκέψεις. Σε λίγο το σώμα θα ήθελε ανάπαυση και το κρύο κι η υγρασία θα καταλάμβαναν κάθε χώρο στο πεδίο αντίστασης , έπρεπε ν’ ανάψει φωτιά. Χωρίς καμία ιδιαίτερη γνώση , πιο πολύ μέσω ενστίκτου , ξεδιάλεξε κάτι παλιά νομικά βιβλία και έσκισε τις κεντρικές τους σελίδες που θα είχαν προφανώς την λιγότερη υγρασία κατ’ αντιστοιχία με το ότι τα βιβλία θα είχαν τη λιγότερη αξία για κάποιον μελλοντικό αναγνώστη.
Όταν έφτιαξε έναν ικανό όγκο πήγε στο τζάκι και δημιούργησε αυτό που είχε δει σε ταινίες. Έναν κώνο από ξύλα που μέσα στο σώμα του είχε τον όγκο από τα στεγνά χαρτιά .Τα χαρτιά άναψαν με λίγη προσπάθεια .Τα ξύλα χρειάστηκαν περισσότερη. Χρειάστηκαν φύσημα και θόρυβο από τα πήγαινε έλα και το ανέμισμα των χοντρών εξωφύλλων των βιβλίων σαν φυσερό ,καθώς και νέες νομικές σελίδες στο ολοκαύτωμα, όμως στο τέλος πήραν φωτιά .
Η φωτιά σηκώθηκε κατακτητική , ζεστή και πορτοκαλί. Για λίγο ήταν σαν να πέταξε έξω όλα τα δαιμόνια, όλους τους καλικάντζαρους και τα τέρατα που είχαν φωλιάσει στο σημείο τομής των διαγωνίων του σώματος του Ζακ . Η ατμόσφαιρα, κοντά στο τζάκι τουλάχιστον , ζέστανε φανερά.
Σε αυτό το μικροκοσμικό τμήμα του σπιτιού , με το χρώμα της φωτιάς , τον άνθρωπο και τα στοιβαγμένα , έστω και κατασπαραγμένα βιβλία , το περιβάλλον έμοιαζε σαν ένα κανονικό σπίτι.

Τότε το είδε.

Το μάτι του έπεσε τυχαία όπως κυλούσε πάνω στους τοίχους και το ταβάνι για να περάσει η ώρα. Βρισκόταν πάνω από το αψιδωτό άνοιγμα μεταξύ του σαλονιού και ενός μακρόστενου δωματίου που πρέπει να ήταν κάποτε η τραπεζαρία .
Ήταν μια ζωγραφισμένη μορφή .
«Μια απλή ζωγραφιά πως γίνεται να σε βάλει σε κατάσταση συναγερμού;»
Μια ζωγραφιά κάποιας απόκοσμης μορφής, όμως σαν να αφορούσε ένα ον με κόκκινα μάτια που τον κοιτούσε και το σώμα του απαρτίζονταν από ξύλα του δάσους.
Αριστερά του , όπως κατέβαινε το αριστερό μέρος της αψίδας, έγραφε μισοσκαλισμένα στον τοίχο και μισοζωγραφισμένα αλλοπρόσαλλα , «Μαύρο Ροάν» ενώ στο δεξί μέρος γραμμένο με τον ίδιο τρόπο αλλά πιο έντονα έγραφε «Φύγε». Ένιωσε ν΄ ανατριχιάζει σε όλο το μήκος της σπονδυλικής του στήλης και στο κάτω μέρος των μπράτσων. Ήξερε πως δεν ήταν από την υγρασία κι ένιωσε για αρκετή ώρα αδύναμος κι ανυπεράσπιστος. Ένα συναίσθημα που σε αυτό το βαθμό δεν είχε νιώσει ξανά ποτέ.
Στ’ αυτιά του θα ορκιζόταν πως άκουσε αμυδρά πολλές φορές ,στα όρια της ακουστότητας του ήχου, τη λέξη που ήταν γραμμένη εκεί πάνω.

«Φύγε», «Φύγε», «Φύγε»....

Το σπίτι άρχισε να κάνει θορύβους.
«Το κάνουν αυτό τα παλιά σπίτια μόλις αλλάξεις την θερμοκρασία μέσα τους» προσπάθησε να σκεφτεί λογικά.
Ύστερα σκέφτηκε τα μικρά παράθυρα. Γιατί να ήταν τόσο μικρά; Τι θα απέτρεπαν να μπει μέσα; Αυτόματα σκέφτηκε τη βαριά πόρτα με τα μπουλόνια της εισόδου. Την κλείδωσε πίσω του; Κι αν ότι ήταν να μπει έμπαινε από εκεί;
Με βαριά καρδιά και μελαγχολική καρδιά, λες και πάνω της υπήρχαν οι τύμβοι ενός ολόκληρου νεκροταφείου, σηκώθηκε και εξέθεσε τον εαυτό του στην παρανοϊκή υγρασία που περίμενε σαν αλυσοδεμένο σκυλί ένα βήμα μακριά από τη φωτιά. Άναψε πάλι τον φακό του κινητού και πήγε στη μεγάλη πόρτα. Την έσπρωξε γερά και έριξε τα τρία μεγάλα της μάνταλα κλειδώνοντάς την. Όπως το έκανε αυτό παρατήρησε στις γωνιές πολιτισμού που δημιουργούσε το φως του φακού, ότι πάνω στην πόρτα έγραφε, σαν να ήταν σκαλισμένη με μαχαίρι, τη λέξη «Θεόσπιτο», σε διάφορα σημεία, με διάφορα μεγέθη, ενώ τη συνόδευαν παράλληλα κάποια σύμβολα για τα οποία δεν είχε ιδέα ,όμως έμοιαζαν καθησυχαστικά για έναν λόγο που δεν μπορούσε να κατανοήσει εκείνη τη στιγμή.
Φώτισε και είδε πως αυτά ξεκινούσαν από το πάτωμα και έφταναν ψηλά στο ταβάνι σαν ένας άλλος κάποτε σε κατάσταση αλλοφροσύνης, να βάλθηκε να καταστρέψει με χαράγματα το βαρύ και καλό ξύλο της πόρτας.
Δεν είχε πάντως τι άλλο να κάνει εκεί. Ήταν κι αυτό το συναίσθημα προστασίας που του έδιναν, παρά την τρέλα τους, αυτές οι λέξεις και αυτά τα σύμβολα.
Άφησε ένα «χα!» να του βγει από το στόμα όταν σκέφτηκε πως μάλλον την προστασία την ένιωθε λόγω πάλι αυτών των αρχετύπων και του ερεθισμού για τη φανέρωσή τους που πρόσφερε το συνθετικό «Θεός» της λέξης «Θεόσπιτο». Ως άνθρωπος της πόλης ήθελε να εκλογικεύει τα πάντα ακόμα και με διαγώνιες γνώσεις που μπορεί να είχε εισπράξει από ρουμπρίκες λαϊκού περιοδικού. Είδε το χνώτο του να διαγράφεται στο φως του φακού, δοκίμασε αν η πόρτα ήταν καλά κλειδωμένη κι όταν κατάλαβε πως ήταν απόρθητη γύρισε στη ζεστασιά του τζακιού.
Κοίταξε πάλι το απόκοσμα σχεδιασμένο αέτωμα πάνω από την αψίδα. «Μαύρο Ροάν», «Φύγε».
Μέσα στο κεφάλι του άρχισε ν’ ακούει ξανά αχνοψυθιρισμένη, αυτή την επιτακτική λέξη.
«Φύγε», «Φύγε», «Φύγε»
Το τρομερό ήταν πως δεν την άκουγε επιτακτική σαν διαταγή, αλλά επιτακτική λόγω μιας μελαγχολίας, σαν τη θλίψη κάποιας γυναίκας. Ναι αυτό ήταν, σαν να την άκουγε υπογραμμισμένη από τη θλίψη κάποιας γυναίκας.
Ένας άνθρωπος δεν γίνεται να καθίσει σε επιφυλακή για πάρα πολύ ώρα. Αυτό το γνωρίζουν διάφοροι πολέμαρχοι που διατάσσουν την επίθεση όταν κρίνουν πως οι άνθρωποι του απέναντι στρατοπέδου έχουν χαλαρώσει την επιφυλακή τους λόγω της ανθρώπινης φυσιολογίας κατά τη διάρκεια του χρόνου αναμονής.
Οι σφιγμένοι μυς του τρόμου, αν το πέρασμα του χρόνου κατά το οποίο τίποτα δεν γίνεται είναι ικανό, χαλαρώνουν και τότε πολλά μπορούν να συμβούν. Για τον Ζακ που ακριβώςαυτό το συνδύαζε με τη ζεστασιά του τζακιού, σήμαινε υπνηλία.
Ο ύπνος τον κατέλαβε σε ανύποπτο χρόνο κι άρχισε να κυλάει πάνω του όπως ένα πλοίο που σβήνει τις μηχανές μια μέρα με κάλμα μπαίνοντας στο λιμάνι.
Δεν είχε συνείδηση του πόση ώρα πέρασε στην αγκαλιά αυτής της κάλμας όμως ξύπνησε ξαφνικά και κατευθείαν εντός της επιφυλακής, γιατί ένας ήχος σαν σφυρί που χτυπάει με απόλυτη περιοδικότητα ήρθε από τα βάθη, την καρδιά του σπιτιού.

Στο πρώτο σταμάτημα στάθηκε κι έστησε αυτί για να καταλάβει αν ότι άκουσε ήταν αληθινό.
Μήπως τον θόρυβο τον δημιούργησε η φαντασία του όπως εκείνο το θλιμμένο «Φύγε» που άκουγε πριν στο κέντρο του μυαλού του.
Δεν τον είχε δημιουργήσει η φαντασία του.
«Γκαπ Γκαπ Γκαπ».Λίγη ησυχία και μετά πάλι «Γκαπ Γκαπ Γκαπ». Πιο έντονο, πιο θυμωμένο και κυρίως πιο κοντά του.
Πετάχτηκε από το φθαρμένο κάθισμά, άνοιξε το κινητό κι έφεξε με τον φακό του γύρω-γύρω. Θα μπορούσε να αποτελέσει αστείο γιατί το φως ήταν λιγότερο από αυτό της φωτιάς. Δημιουργούσε δε σκιές, που έκαναν τα πράγματα τρομακτικότερα.
Ο ήχος ακούστηκε πάλι.
Πιο κοντά .
Πιο θυμωμένος.
Κάθε ανθρώπινο κομμάτι μέσα στον Ζακ δήλωνε πως κάτι με νόηση κι απόλυτα επιθετικό, βρισκόταν κρυμμένο στα βαθιά σκοτάδια .
Σήκωσε το κεφάλι προς τη ζοφερή ζωγραφιά της αψίδας. «Μαύρο Ροάν» και «Φύγε» έλεγε πάντα εκεί.
Πως να φύγει;
Που να πάει;
Προσπάθησε να βρει ένα ξύλο ή κάποιο σίδερο, μιά πυροστιά ή κάτι τέτοιο, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Ο ήχος ξανάρθε δυνατός, επαναληπτικός, σαρωτικός, απόλυτος, σατανικός και δίπλα του. Πρέπει να ήταν ακριβώς στο σκοτάδι που απλώνονταν πίσω από την αψίδα προς την τραπεζαρία.
Άπλωσε το χέρι του.
Το μόνο που βρήκε ήταν ένα ξύλο μέσα απ’ το τζάκι.
Το κάτω του μέρος ήταν φλεγόμενο και το πάνω καυτό .
Του έκαψε το χέρι αλλά δεν πόνεσε.
Το έφερε μπροστά του κάνα μέτρο περίπου και το ανέμισε σαν σπαθί κάποιου απεγνωσμένου ιππότη που ξέρει πως έφτασε το τέλος.
Η φλεγόμενη άκρη έσβησε και στην αρχή μια πολύ όμορφη σκηνή από την κόκκινη άκρη του ξύλου να δημιουργεί λόγω αδράνειας σχήματα στον αέρα, πήγε να τον καθησυχάσει. Φυσικά στάθηκε αδύνατον. Το ξύλο χτυπημένο από την αδυσώπητη υγρασία έχασε το κόκκινο χρώμα του και κάπνισε λίγο στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι . Αυτό τον αρχαίο εχθρό, αυτό το ντουλάπι με τα τέρατα και τους δαίμονες, αυτό το πηχτό κομμάτι αντι-ύλης που τώρα είχε μάτια.
Ναι . Δεν έκανε λάθος. Ούτε κοίταζε τα μάτια της ζωγραφιάς πάνω από την αψίδα. Αυτά τα μάτια που κοίταζε ήταν ένα κόκκινο άγριο ζευγάρι αλλόκοσμων ματιών κατευθείαν μέσα στη μαυρίλα του κενού της αψίδας και σε ένα ύψος περίπου δυο κεφάλια πάνω από τον άνθρωπο.
Στέκονταν ακίνητα και κοιτούσαν βλοσυρά και με μίσος. Αρχαίο μίσος, σαν να έβγαινε από την καρδιά του πλανήτη, το σκοτεινό του κέντρο πριν από τη λάβα του πυρήνα .Σαν εκεί να είχαν ανοίξει δυό τρύπες κι έβγαινε έξω σε σχήμα ματιών το κόκκινο της λάβας ως προειδοποίηση πως σε λίγες στιγμές αυτή η ίδια η λάβα θα ξεχυθεί και θα τα κάψει όλα ως αυστηρή Κόλαση.

Ανέμισε άλλο λίγο το σβησμένο ξύλο.
Ησυχία.
Ησυχία.
Ησυχία.
Και τότε μέσα απ’ τα πνευμόνια της ησυχίας φτύστηκε πάλι εκείνος ο στεντόρειος ήχος του σφυριού του Ηφαίστου, εκείνο το τρομακτικό κοπάνημα, ο ήχος της καρδιάς του διαβόλου.
Ο Ζακ πέταξε το ξύλο που δεν ακούστηκε να βρίσκει το πάτωμα γιατί ο ήχος του ήταν αδύναμος, όπως ο ήχος ενός φτερού που ακουμπάει το αμάξωμα φορτηγού εν κινήσει, σε σύγκριση με το σφυροκόπημα.
Δεν ήξερε τι να κάνει.
Τώρα το σφυροκόπημα ήταν ασταμάτητο, δίπλα του σχεδόν, εκεί, πίσω από την αψίδα κι εκείνα τα φρικτά μάτια ανεβοκατέβαιναν δείχνοντας φανερά την πηγή του θορύβου.
Ξεκίνησε να τρέχει, σαν παιδάκι σε πανικό επειδή γύρισαν οι γονείς του ενώ έκανε μια αταξία.
Τρέχοντας χτύπησε στο φαρδύ μάρμαρο του τζακιού που του τσάκισε το δεξί ζυγωματικό .
Έσκασε κάτω αιμόφυρτος.
Ζαλισμένος σαν πουλί που χτύπησε σε τζάμι σηκώθηκε σε απόλυτο πανικό κι άρχισε να ουρλιάζει.
Τη φωνή του δεν την άκουγε. Κοίταζε πίσω και τριγύρω καθώς χτύπαγε στους τοίχους, στο τζάκι και στα υπολείμματα επίπλων.
Το τζάκι ξάφνου έσβησε.
Τώρα δεν μπορούσε να δει πια τίποτα όμως κι ο ήχος σταμάτησε.
Γύρισε το βλέμμα του προς την αψίδα ή τέλος πάντων υπολόγισε πως ήταν προς τα εκεί.
Ήταν.
Το κατάλαβε γιατί είδε ξανά τα απαίσια αυτά μάτια να τον κοιτάζουν.
Τα λιοντάρια όταν θέλουν να δαγκώσουν μια αντιλόπη από ένα ολόκληρο κοπάδι με αντιλόπες, υπάρχει μια στιγμή που απλά τις κοιτάζουν .Ύστερα, κάποια από αυτές, το θύμα, κάνει το πρώτο τίναγμα, ένα εσωτερικό τίναγμα μυϊκό που δεν έχει εξωτερική κίνηση. Το λιοντάρι όμως το πιάνει και ορμάει.
Κάπως έτσι συνέβη και μέσα στο Μεγάλο Θεόσπιτο.
Ο Ζακ ένιωσε πως έδωσε ο ίδιος το σύνθημα της επίθεσης εναντίον του. Δεν χρειάστηκε να δει τι γίνεται πίσω του. Ήξερε. Ένιωθε.
Άρχισε να τρέχει τώρα σαν τα κοτόπουλα που είχε δει σε κάποιο σφαγείο όταν ήταν παιδί να τρέχουν δίχως προορισμό χωρίς κεφάλι.
Έσκασε μετωπικά με όλη του τη δύναμη σε έναν από τους τοίχους.
Ένιωσε το αίμα να κατεβαίνει στο λαιμό του και τα μπροστινά του δόντια να του κόβουν τον λάρυγγα .
Ξερόβηξε αντανακλαστικά και ένα δυό κομμάτια πετάχτηκαν έξω.
Άπλωσε το χέρι του μπροστά και σαν από θαύμα βρήκε ένα άνοιγμα .Ένα άνοιγμα στον τοίχο.
Ένα αποθηκάκι του σπιτιού για κρασί ή κάτι τέτοιο .
Δεν είχε άλλη λύση από το να μπει μέσα.
Μπήκε και σύρθηκε στο βάθος.
Το κεφάλι του χτύπησε ξανά στον μέσα τοίχο .
Άπλωσε τα χέρια του δεξιά κι αριστερά
Κι άλλοι τοίχοι.
Στο άνοιγμα απ’ όπου μπήκε είδε τα μάτια από λάβα. Είχαν πια πέσει χαμηλά και έμπαιναν κι αυτά με κόπο πράγμα που έδειχνε πως ότι ήταν αυτό, ήταν μεγάλο.
Άκουγε τα νύχια και τις οπλές του στα ξύλα και τα μάρμαρα, έβλεπε το βρώμικο χνώτο του στη λάμψη των κόκκινων ματιών του, ένιωθε την ασύλληπτη βρώμα του ερέβους του.
Το μυαλό του τότε τον πρόδωσε. Ή τον εξυπηρέτησε, όπως το δει κανείς.
Σε μια παρανοϊκή έξαρση τον έκανε να κλωτσάει πάνω-κάτω με τα πόδια έχοντας κολλήσει το κεφάλι στον πίσω τοίχο και τα χέρια στους πλαϊνούς.
Απόκαμε και τα άφησε να πέσουν σαν ξερά κλαδιά.
Σε μια μικρή έκλαμψη κατάλαβε πως όλα αυτά τα σύμβολα, τα μικρά παράθυρα και η βαριά πόρτα, δεν ήταν για να κλείσουν κάτι έξω, αλλά για να κρατήσουν κάτι μέσα.
Τώρα η αντίληψη αυτή ήταν άχρηστη. Ήταν πια αργά.
Σε άλλη περίπτωση θα χαμογελούσε με τη γκάφα του, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε.
Ένας οξύς πόνος στο στήθος τον εμπόδιζε .Με ότι δύναμη του είχε απομείνει σήκωσε το χέρι του να σκουπίσει τον ιδρώτα που του έκαιγε τα μάτια κυλώντας μέσα τους .Έπιασε τη φλέβα στο μέτωπό του που είχε φουσκώσει σαν άγριος ποταμός. Δεν πρόλαβε να τρομάξει πολύ.

Μέχρις εδώ ήταν όλο.

Η ρίζα της γλώσσας του Ζακ διογκώθηκε ώστε να μην χωράει σε ότι είχε μείνει από την κοιλότητα της κάτω γνάθου μετά τα χτυπήματα στους τοίχους.
Η κεντρική φλέβα ανάμεσα στα φρύδια και το μέτωπό του έσκασε και το αίμα πλημμύρισε το πρόσωπο που έτσι κι αλλιώς είχε παραδοθεί στην απανθρωπιά και την τρέλα.
Έπεσε στον πλαϊνό τοίχο .Μάλλον ο αριστερός τοίχος θα ήταν. Εκεί θα τον έβρισκαν αν τον έβρισκαν κάποτε, τον ίδιον ή τα κοκάλα του ή τίποτε απολύτως που να τον θυμίζει τελικά.

Τι σημασία έχει αν φύγει σαν σκόνη από εξώφυλλο βιβλίου μια ζωή το αν θα θυμίζει κάτι;

Μόνο που να, δεν θα μπορέσει με κανέναν τρόπο να γίνει γνωστό πως πριν να αφήσει αυτό το τελευταίο «αχ» του αέρα των πνευμόνων του να βγει στα σκοτάδια της κάβας του Μεγάλου Θεόσπιτου ο Ζακ είχε τα μάτια του Μαύρου Ροάν στους δύο πόντους.

 

******************************************************************************************** 


Τελειώνοντας στείλαμε τις ιστορίες με συστημένο φάκελο στην διεύθυνση που μας ζητήθηκε και περιμένουμε τα αποτελέσματα της παράξενης αυτής υπόθεσης που εσείς έχετε υπ' όψιν σας λόγω του ανοιχτού πνεύματος του Merlin's Music Box...



image

Βαγγέλης Χαλικιάς

Ο Βαγγέλης Χαλικιάς γεννήθηκε το 1972 και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια, κυρίως μαζεύοντας δίσκους. Κάνει μια δουλειά για να ζήσει και κάθε Σάββατο 20:00 με 21:00 παρουσιάζει στο διαδικτυακό ραδιόφωνο www.metadeftero.gr την εκπομπή «Όλα είναι δρόμος». Περιστασιακά έχει υπάρξει D.J. και μουσικός αρθογράφος. Ήταν από τους δημιουργούς και για αρκετά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός στο music society web radio και πέρασε για ένα μικρό διάστημα και από το Clip Art Radio ενώ έκανε και δυο εκπομπές στο δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΤ (πριν το μαύρο).
 
 
 
image

Βαγγέλης Χαλικιάς

Ο Βαγγέλης Χαλικιάς γεννήθηκε το 1972 και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια, κυρίως μαζεύοντας δίσκους. Κάνει μια δουλειά για να ζήσει και κάθε Σάββατο 20:00 με 21:00 παρουσιάζει στο διαδικτυακό ραδιόφωνο www.metadeftero.gr την εκπομπή «Όλα είναι δρόμος». Περιστασιακά έχει υπάρξει D.J. και μουσικός αρθογράφος. Ήταν από τους δημιουργούς και για αρκετά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός στο music society web radio και πέρασε για ένα μικρό διάστημα και από το Clip Art Radio ενώ έκανε και δυο εκπομπές στο δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΤ (πριν το μαύρο).
 
 
 
image

Βαγγέλης Χαλικιάς

Ο Βαγγέλης Χαλικιάς γεννήθηκε το 1972 και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια, κυρίως μαζεύοντας δίσκους. Κάνει μια δουλειά για να ζήσει και κάθε Σάββατο 20:00 με 21:00 παρουσιάζει στο διαδικτυακό ραδιόφωνο www.metadeftero.gr την εκπομπή «Όλα είναι δρόμος». Περιστασιακά έχει υπάρξει D.J. και μουσικός αρθογράφος. Ήταν από τους δημιουργούς και για αρκετά χρόνια ραδιοφωνικός παραγωγός στο music society web radio και πέρασε για ένα μικρό διάστημα και από το Clip Art Radio ενώ έκανε και δυο εκπομπές στο δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΤ (πριν το μαύρο).
 
 
 


image

Φαίη Φραγκισκάτου

Η Φαίη Φραγκισκάτου γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Η μουσική μπήκε στη ζωή της με το τουμπου τουμπου ζα, που της τραγουδούσε η μαμά της όταν έκλαιγε. Συνεχίζει να ζει στην Αθήνα. Συνεχίζει ν ακούει τη φωνή του Παύλου Σιδηρόπουλου.
Κλαίει ακόμα καμιά φορά, κι ας μεγάλωσε.
 
 
 
image

Φαίη Φραγκισκάτου

Η Φαίη Φραγκισκάτου γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Η μουσική μπήκε στη ζωή της με το τουμπου τουμπου ζα, που της τραγουδούσε η μαμά της όταν έκλαιγε. Συνεχίζει να ζει στην Αθήνα. Συνεχίζει ν ακούει τη φωνή του Παύλου Σιδηρόπουλου.
Κλαίει ακόμα καμιά φορά, κι ας μεγάλωσε.
 
 
 
image

Φαίη Φραγκισκάτου

Η Φαίη Φραγκισκάτου γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Η μουσική μπήκε στη ζωή της με το τουμπου τουμπου ζα, που της τραγουδούσε η μαμά της όταν έκλαιγε. Συνεχίζει να ζει στην Αθήνα. Συνεχίζει ν ακούει τη φωνή του Παύλου Σιδηρόπουλου.
Κλαίει ακόμα καμιά φορά, κι ας μεγάλωσε.
 
 
 

O Bill Hunchback είναι μουσικός στους The Athenian Phanerothyme Conspiracy και την Absorbus Machine, γραφιάς άνευ χαρτοφύλακείου, εξερευνητής των ανθρώπινων σχέσεων με το περιβάλλον, γεμάτος παιδική περιέργεια, υιός, ιός, αδελφός, φίλος, ενίοτε εραστής λεπτών συμβάντων, διαγαλαξιακός ταξιδευτής και κάτι άλλα ψιλά

 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1