Βίκτορ Χάρα: «Το τραγούδι μου είναι η σκαλωσιά που χτίζουμε για να φτάσουμε στ’ άστρα»...

Γράφει και μεταφράζει ο Γιάννης Καστανάρας

Το πρωί της 12 Σεπτεμβρίου 1973, ο Βίκτορ Χάρα, ο 40χρονος Χιλιανός δάσκαλος, συνθέτης και τραγουδιστής, θεατρικός σκηνοθέτης, και ακτιβιστής που το όνομά του ήταν συνδεδεμένο με το Nueva Canción (όπως ονομάστηκε το κίνημα του νέου χιλιάνικου τραγουδιού), συνελήφθη μαζί με χιλιάδες άλλους πολιτικούς κρατούμενους και κλείστηκε στο Στάδιο της Χιλής. Οι φρουροί τον βασάνισαν και αφού του έσπασαν τα χέρια και τα δάχτυλα, άρχισαν να τον χλευάζουν ζητώντας του να παίξει κιθάρα με τσακισμένα του μέλη. Λέγεται ότι παρά τους αφόρητους πόνους, ο Jara συνέχισε να τραγουδάει ένα τραγούδι υπέρ του Κόμματος Λαϊκής Ενότητας. Την προηγούμενη μέρα είχε ξεσπάσει στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον της νομίμως εκλεγμένης σοσιαλιστικής κυβέρνησης και ο μαρξιστής πρόεδρος Σαλβαδόρ Αλιέντε είχε πέσει νεκρός πολεμώντας μέσα στο προεδρικό μέγαρο – αυτοκτόνησε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των πραξικοπηματιών. Λίγες μέρες αργότερα, στις 16 Σεπτεμβρίου, ο Jara εκτελέστηκε με μια σφαίρα στο κρανίο και στη συνέχεια το πτώμα του γαζώθηκε από σαράντα τέσσερις σφαίρες…

Η Τζόαν Χάρα, η Αγγλίδα γυναίκα του, περιέγραψε στο βιβλίο της Victor Jara: An Unfinished Song, τη ζωή και τη δράση του σπουδαίου Χιλιανού αγωνιστή, ενός ανθρώπου που πάνω απ’ όλα έβαζε τον άνθρωπο και που με τον μαρτυρικό θάνατό του αναδείχτηκε σε παγκόσμιο αντιφασιστικό σύμβολο. Το παρόν απόσπασμα από το βιβλίο της Joan περιγράφει την αγωνία της και το τέλος του Victor Jara, μέσα από μαρτυρίες ανθρώπων που βρέθηκαν κοντά του τις τελευταίες ώρες της ζωής του.

 

 

ΕΝΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ...

Πέρασαν μήνες, ακόμα και χρόνια, για να συνδυάσω κάποια από αυτά που είχαν συμβεί στον Βίκτορ την εβδομάδα που τον θεωρούσα «αγνοούμενο». Πολλοί δεν μπορούσαν καν να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους, φοβόντουσαν να καταθέσουν, δεν άντεχαν να θυμούνται. Κάτω από τέτοια αφόρητη πίεση και ταλαιπωρία, οι άνθρωποι είχαν χάσει την αίσθηση του χρόνου, δεν θυμόντουσαν καν σε ποια μέρα της εβδομάδας συνέβησαν τα γεγονότα. Σταδιακά όμως, συγκεντρώνοντας στοιχεία από εξόριστους Χιλιανούς πρόσφυγες που είχαν μοιραστεί κοινές εμπειρίες με τον Βίκτορ και που είχαν βρεθεί μαζί του εκείνες τις στιγμές, κατάφερα να ανασυνθέσω πάνω κάτω τι υπέμεινε ενώ εγώ τον περίμενα στο σπίτι.
Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου ο Βίκτορ έφτασε στην Πλατεία της Ιταλίας αλλά διαπίστωσε ότι ο στρατός είχε σφραγίσει το κέντρο του Σαντιάγο. Έτσι έστριψε νότια ακολουθώντας την Μακένα και κατόπιν δυτικά για να πάρει τη λεωφόρο Μάτα, κάνοντας μια μεγάλη παράκαμψη για να φτάσει στην πανεπιστημιούπολη του Τεχνικού Πανεπιστημίου που βρισκόταν στην άλλη άκρη της πόλης. Παρατήρησε κινήσεις αρμάτων μάχης και στρατευμάτων, άκουσε πυροβολισμούς και εκρήξεις, αλλά τελικά κατάφερε να περάσει. Όταν έφτασε στη Διεύθυνση Επικοινωνιών, πληροφορήθηκε ότι τα ξημερώματα ο ραδιοσταθμός του πανεπιστημίου είχε δεχτεί επίθεση από μια ομάδα ενόπλων από το γειτονικό Κέντρο Διαβιβάσεων του Ναυτικού στην Κίντα Νορμάλ και είχε διακόψει το πρόγραμμά του. Πρέπει να έφτασε περίπου την ώρα που βομβαρδιζόταν το προεδρικό μέγαρο. Από τα κτήρια του πανεπιστημίου πρέπει να έβλεπε τα αεριωθούμενα και να άκουγε τις εκρήξεις των ρουκετών, καθώς προσγειώνονταν στο προεδρικό μέγαρο όπου αντιστεκόταν ο Αλιέντε, και να έβλεπε τους καπνούς που υψώνονταν μέσα από τα ερείπια, καθώς η φωτιά κατάπινε το κτήριο. Λίγο αργότερα ο Βίκτορ κατάφερε να πάρει σειρά για να μου τηλεφωνήσει και να με ενημερώσει ότι είχε φτάσει με ασφάλεια και να με ρωτήσει αν ήμασταν καλά.

O σοσιαλιστής πρόεδρος της Χιλής Σαλβαντόρ Αλιέντε λίγο πριν πέσει μαχόμενος εναντίον των πραξικοπηματιών


Εκείνο το πρωί στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο είχαν συγκεντρωθεί περίπου εξακόσιοι φοιτητές και καθηγητές. Στην τελετή έναρξης, ο πρόεδρος Αλιέντε επρόκειτο να εκφωνήσει μια σημαντική ομιλία ανακοινώνοντας την απόφασή του να οργανώσει δημοψήφισμα για την επίλυση της διένεξης που απειλούσε τη χώρα με δημοκρατικά μέσα.
Καθώς οι πρώτες στρατιωτικές συμμορίες απειλούσαν ότι όσοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους κινδύνευαν να εκτελεστούν και ότι από τις πρώτες απογευματινές ώρες θα ίσχυε απαγόρευση της κυκλοφορίας, ο δόκτωρ Ενρίκε Κίρμπεργκ, ο πρύτανης του πανεπιστημίου, διαπραγματεύτηκε με τους στρατιωτικούς προκειμένου όσοι βρίσκονταν εκεί να διανυκτερεύσουν με ασφάλεια μέχρι την άρση της απαγόρευσης την επόμενη μέρα. Κατέληξαν σε συμφωνία και δόθηκαν διαταγές να παραμείνουν όλοι στα κτήρια του πανεπιστημίου. Τότε ήταν που ο Βίκτορ πρέπει να μου τηλεφώνησε για δεύτερη φορά, χωρίς ωστόσο να αναφέρει ότι η πανεπιστημιούπολη ήταν αποκλεισμένη από άρματα μάχης και στρατό.
Όλες εκείνες τις ατέλειωτες βραδινές ώρες, ενώ εγώ άκουγα εκρήξεις και πυρά από βαριά πολυβόλα σε όλη τη γειτονιά, μου είπαν ότι ο Βίκτορ προσπαθούσε να τονώσει το ηθικό των ανθρώπων γύρω του. Τραγούδησε και τους έβαλε να τραγουδήσουν μαζί του. Στη συνέχεια, προσπάθησε να κοιμηθεί για λίγο στο γραφείο προσωπικού του παλιού κτηρίου της Σχολής Τεχνών.
Οι πολυβολισμοί συνεχίστηκαν όλη νύχτα. Κάποιοι που προσπάθησαν να βγουν από το πανεπιστήμιο υπό την κάλυψη του σκοταδιού εκτελέστηκαν αμέσως. Η επίθεση άρχισε νωρίς το επόμενο πρωί, με τα άρματα μάχης να βάλουν με τα κανόνια τους εναντίον των κτηρίων, προκαλώντας ζημιές στη δομή μερικών, διαλύοντας παράθυρα και καταστρέφοντας εργαστήρια, εξαρτήματα, βιβλία. Δεν υπήρξε καμία αντίδραση, αφού στο εσωτερικό ήταν όλοι άοπλοι.

Συλλήψεις νεολαίων σε δρόμο του Σαντιάγο


Αφού τα άρματα ισοπέδωσαν την περίφραξη του πανεπιστημίου, οι στρατιώτες άρχισαν να συγκεντρώνουν τους πάντες (ανάμεσά τους και τον πρύτανη) σε ένα μεγάλο προαύλιο που συνήθως το χρησιμοποιούσαν για αθλήματα. Με τους υποκόπανους των όπλων και με τις αρβύλες τους άρχισαν να χτυπούν και να κλοτσούν τον κόσμο, αναγκάζοντας όλους να ξαπλώσουν μπρούμυτα στο έδαφος με τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Ο Βίκτορ ξάπλωσε μαζί με τους άλλους αλλά βγαίνοντας από το κτήριο μπορεί να ξεφορτώθηκε την ταυτότητά του ελπίζοντας να περάσει απαρατήρητος.
Αφού έμειναν ξαπλωμένοι εκεί για πάνω από μια ώρα, τους ανάγκασαν να μπουν στη σειρά και τους οδήγησαν τροχάδην και με τα χέρια πάντα πίσω από το κεφάλι στο Στάδιο της Χιλής, περίπου έξι τετράγωνα μακριά, βρίζοντας, κλοτσώντας και ξυλοκοπώντας τους στη διαδρομή.
Τότε ήταν που στη γραμμή έξω από το στάδιο ένας υπαξιωματικός αναγνώρισε τον Βίκτορ. «Εσύ δεν είσαι εκείνος ο γαμημένος τραγουδιστής;» ρώτησε και αφού τον χτύπησε στο κεφάλι, τον σώριασε κάτω και άρχισε να τον κλοτσάει στο στομάχι και στα πλευρά. Την ώρα που έμπαιναν στο κτήριο τον ξεχώρισαν από τους υπόλοιπους και τον έβαλαν σε μια ειδική αίθουσα που επιφύλασσαν για τους «διακεκριμένους» και «επικίνδυνους» κρατούμενους. Φίλοι που τον είδαν από μακριά και βίωναν παρόμοια φρίκη, θυμόντουσαν το πλατύ του χαμόγελο παρά το ματωμένο πρόσωπό του και την πληγή στο κεφάλι του. Αργότερα τον είδαν κουλουριασμένο πάνω στα καθίσματα με τα χέρια χωμένα κάτω από τις μασχάλες για να τα προστατεύει από το τσουχτερό κρύο.
Κάποια στιγμή το επόμενο πρωί, ο Βίκτορ προσπάθησε να αφήσει την απομονωμένη θέση του και να αναμειχθεί με τους άλλους κρατούμενους. Ένας άλλος μάρτυρας που στεκόταν στον διάδρομο περιέγραψε την ακόλουθη σκηνή: Τη στιγμή που ο Βίκτορ έσπρωχνε την πτυσσόμενη πόρτα για να βγει στο διάδρομο, σκόνταψε πάνω σε έναν αξιωματικό του στρατού που έδειχνε να είναι ο δεύτερος στην ιεραρχία μέσα στο στάδιο. Ήταν πολύ απασχολημένος φωνάζοντας από το μικρόφωνο, δίνοντας εντολές, εκτοξεύοντας απειλές. Ήταν ψηλός, ξανθός και όμορφος, και προφανώς απολάμβανε το ρόλο του καθώς περιφερόταν εδώ κι εκεί. Μερικοί από τους κρατούμενους του είχαν ήδη κολλήσει το παρατσούκλι «Πρίγκιπας».

Το Στάδιο της Χιλής τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος


Μόλις ο Βίκτορ βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του, εκείνος έδειξε να τον αναγνωρίζει και του χαμογέλασε σαρκαστικά. Παριστάνοντας ότι παίζει κιθάρα, χαχάνισε και αμέσως μετά έσυρε το δάχτυλο στο λαιμό του σαν να ήθελε να πει, «Θα σου κόψω το λαρύγγι». Ο Βίκτορ διατήρησε την ψυχραιμία του αλλά όταν έκανε μια χειρονομία σαν απάντηση, ο αξιωματικός φώναξε: «Τι δουλειά έχει εδώ πέρα αυτός ο μπάσταρδος;» Φώναξε τους φρουρούς και τους είπε: «Μην τον αφήσετε να κουνηθεί ρούπι από εδώ. Αυτός εδώ είναι δικός μου!»
Αργότερα μετέφεραν τον Βίκτορ στο υπόγειο, εκεί που τόσες φορές είχε κάνει ζέσταμα προτού τραγουδήσει, μόνο που τώρα ήταν γεμάτος αίματα, ξαπλωμένος σ’ ένα δάπεδο γεμάτο ούρα και περιττώματα από την ξέχειλη λεκάνη της τουαλέτας.
Το βράδυ τον οδήγησαν πάλι στο κυρίως στάδιο μαζί με τους άλλους κρατούμενους. Με το ζόρι μπορούσε να περπατήσει. Το κεφάλι και το πρόσωπό του ήταν γδαρμένα και καταματωμένα, ένα από τα πλευρά του πρέπει να είχε σπάσει, ενώ το στομάχι του υπέφερε από τα χτυπήματα που είχε δεχτεί. Οι φίλοι του καθάρισαν το πρόσωπό του και προσπάθησαν να τον κάνουν να νιώσει πιο άνετα. Ένας από αυτούς είχε ένα βαζάκι με μαρμελάδα και μερικά μπισκότα. Μοιράστηκαν το φαγητό, βουτώντας καθένας με τη σειρά του τα δάχτυλα στη μαρμελάδα προτού τα γλείψουν.
Την επόμενη μέρα, Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου, οι κρατούμενοι χωρίστηκαν σε ομάδες ανά διακόσιοι για να μεταφερθούν στο Εθνικό Στάδιο. Ο Βίκτορ είχε κάπως συνέλθει και αφού ρώτησε αν κάποιος από τους φίλους του είχε χαρτί και μολύβι, άρχισε να γράφει το τελευταίο του ποίημα. Εκείνες τις πρώτες μέρες στο Στάδιο της Χιλής έγιναν μερικά από τα πιο φριχτά πράγματα του στρατιωτικού πραξικοπήματος, πριν ακόμα το επισκεφθούν ο Ερυθρός Σταυρός, η Διεθνής Αμνηστία ή εκπρόσωποι κάποιας ξένης πρεσβείας. (Παρά τις νομικές διαδικασίες και τις έρευνες των δικηγόρων, ποτέ δεν κατάφερα να ανακαλύψω τα ονόματα των αξιωματικών που ήταν επικεφαλής στο Στάδιο της Χιλής).

Ο Βίκτορ Χάρα με τη γυναίκα του, Τζόαν 


Χιλιάδες άνθρωποι κρατήθηκαν εκεί για μέρες χωρίς φαγητό ή νερό. Οι προβολείς ήταν μονίμως στραμμένοι πάνω τους κι έτσι έχαναν την αίσθηση του χρόνου, δεν ήξεραν καν αν ήταν μέρα ή νύχτα. Ολόγυρα στο στάδιο είχαν στηθεί πολυβόλα που έβαλαν κατά διαστήματα είτε στην οροφή είτε πάνω από τα κεφάλια των κρατούμενων. Από τα μεγάφωνα ακούγονταν συνεχώς διαταγές και απειλές. Ο διοικητής ήταν ένας παχύσαρκος άνδρας και μπορούσαν να διακρίνουν μόνο τη σιλουέτα του, καθώς προειδοποιούσε ότι το χαϊδευτικό των πολυβόλων του ήταν«Πριόνια του Χίτλερ» επειδή μπορούσαν να κόψουν έναν άνθρωπο στη μέση… Και δεν θα δίσταζαν να το κάνουν εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο. Καλούσαν κάθε κρατούμενο με τη σειρά του και τον ανάγκαζαν να μετακινείται από το ένα σημείο του σταδίου στο άλλο. Ήταν αδύνατον να ξεκουραστούν. Άνθρωποι δέρνονταν ανηλεώς με μαστίγια και με τους υποκόπανους των όπλων. Ένας δεν άντεξε. Ρίχτηκε από τον εξώστη και σωριάστηκε νεκρός ανάμεσα στους κρατούμενους. Άλλοι έχασαν τα λογικά τους και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ μπροστά σε όλους.
Ο Βίκτορ έγραφε προσπαθώντας να περιγράψει τη φρίκη που είχε εξαπολυθεί στη Χιλή προκειμένου να ενημερώσει τον έξω κόσμο. Μπορούσε μόνο να μιλήσει για τη «γωνίτσα στην πόλη» όπου βρίσκονταν φυλακισμένοι πέντε χιλιάδες άνθρωποι, αλλά σίγουρα θα φανταζόταν τι πρέπει να συνέβαινε στην υπόλοιπη χώρα. Σίγουρα θα είχε συνειδητοποιήσει την τερατώδη κλίμακα της στρατιωτικής επιχείρησης, την ακρίβεια με την οποία την είχαν προετοιμάσει.
Εκείνες τις τελευταίες ώρες της ζωής του, οι βαθιές ρίζες των παιδικών του χρόνων στην ύπαιθρο τον έκαναν να βλέπει τους στρατιωτικούς σαν «μαίες», η άφιξη των οποίων ήταν το σύνθημα για κλάματα και για μια αφόρητη ταλαιπωρία, όπως θυμόταν όταν ήταν παιδί. Τώρα, τα οράματα αυτά μπερδεύονταν με τα βασανιστήρια και το σαδιστικό χαμόγελο του Πρίγκιπα. Ακόμα κι έτσι όμως ο Βίκτορ έτρεφε ελπίδες για το μέλλον, πίστευε ότι τελικά ο λαός θα ήταν πιο δυνατός από τις βόμβες και τα πολυβόλα. Τότε, ενώ έγραφε τους τελευταίους στίχους έχοντας ήδη σκεφτεί μέσα του τη μουσική, τον διέκοψαν. Μια ομάδα φρουρών ήρθε να τον πάρει, να τον απομακρύνει από εκείνους που ήταν έτοιμοι να μεταφερθούν στο Εθνικό Στάδιο. Έδωσε γρήγορα το χαρτί σε έναν σύντροφο που καθόταν πλάι του και που το έκρυψε μέσα στην κάλτσα του τη στιγμή που έπαιρναν τον Βίκτορ. Οι φίλοι του είχαν προσπαθήσει να μάθουν απέξω το ποίημα για να το βγάλουν από το στάδιο. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδαν τον Βίκτορ.

Ο Βίκτορ Χάρα (δεξιά) διαδηλώνει


Παρά το γεγονός ότι πάρα πολλοί είχαν μεταφερθεί σε άλλα στρατόπεδα, το Στάδιο της Χιλής παρέμενε γεμάτο επειδή συνεχώς έφταναν κι άλλοι κρατούμενοι, γυναίκες και άνδρες. Έχω δυο ακόμα εικόνες του Βίκτορ από εκεί, άλλες δυο μαρτυρίες… Ένα μήνυμα από κάποιον που είχε βρεθεί κοντά του για μερικές ώρες στα αποδυτήρια που είχαν μετατραπεί σε θαλάμους βασανιστηρίων, ένα μήνυμα αγάπης για τις κόρες του και για μένα. Αφού τον κακοποίησαν και τον ξυλοκόπησαν μπροστά σε όλους, ο αξιωματικός με το παρατσούκλι Πρίγκιπας άρχισε να του φωνάζει σχεδόν υστερικά χάνοντας τον έλεγχό του: «Και τώρα τραγούδα αν μπορείς, παλιομπάσταρδε!» Και τότε, η φωνή του Βίκτορ υψώθηκε μέσα στο Στάδιο έπειτα από τέσσερις μαρτυρικές μέρες, για να τραγουδήσει στίχους από το «Venceremos», τον ύμνο της Λαϊκής Ενότητας. Κατόπιν τον ξυλοφόρτωσαν και τον απομάκρυναν σηκωτό για την τελευταία φάση του μαρτυρίου του.
Το στάδιο της πυγμαχίας βρίσκεται νότια, μερικά μέτρα από την κεντρική σιδηροδρομική γραμμή, η οποία, στη διαδρομή της για το Σαντιάγο διασχίζει την εργατική συνοικία του Σαν Μιγκέλ, παράλληλα με τον τοίχο του Μητροπολιτικού Κοιμητηρίου. Εκεί, νωρίς το πρωί της Κυριακής 16 Σεπτεμβρίου, οι κάτοικοι της συνοικίας βρήκαν έξι πτώματα, το ένα πλάι στο άλλο. Κοίταξαν τα πρόσωπα προσπαθώντας να τα αναγνωρίσουν και ξαφνικά μια γυναίκα φώναξε: «Αυτός είναι ο Βίκτορ Χάρα!» - ήταν ένα γνωστό και προσφιλές τους πρόσωπο. Μια από τις γυναίκες μάλιστα είχε γνωρίσει προσωπικά τον Βίκτορ, όταν εκείνος είχε επισκεφτεί τη συνοικία για να τραγουδήσει και μάλιστα τον είχε προσκαλέσει σπίτι της για να του προσφέρει ένα πιάτο φασόλια. Σχεδόν αμέσως και ενώ αναρωτιόντουσαν τι έπρεπε να κάνουν, άκουσαν να πλησιάζει ένα κλειστό φορτηγάκι. Από το φόβο τους κρύφτηκαν γρήγορα πίσω από ένα τοίχο και παρακολούθησαν μια ομάδα ανδρών με πολιτικά να σέρνει τα πτώματα από τα πόδια και να τα φορτώνει στο φορτηγό. Από εκεί, το σώμα του Βίκτορ πρέπει να μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο – ένα ανώνυμο πτώμα, έτοιμο να εξαφανιστεί σε κάποιον ομαδικό τάφο. Για άλλη μια φορά όμως ένας από τους εργαζόμενους τον αναγνώρισε. Όταν αργότερα μου έφεραν το τελευταίο του ποίημα, κατάλαβα ότι ο Βίκτορ ήθελε να αφήσει πίσω τη μαρτυρία του, το μόνο μέσον αντίστασης που είχε πλέον απέναντι στο φασισμό, παλεύοντας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την ειρήνη.

Είμαστε πέντε χιλιάδες εδώ πέρα
Σ’ αυτή τη γωνίτσα της πόλης.
Είμαστε πέντε χιλιάδες.
Αναρωτιέμαι πόσοι άραγε είμαστε συνολικά
Στις πόλεις και σ’ ολόκληρη τη χώρα;
Μοναχά εδώ
Υπάρχουν δέκα χιλιάδες χέρια που φυτεύουν σπόρους
και βάζουν σε λειτουργία τα εργοστάσια.
Τόσοι και τόσοι άνθρωποι
Εκτεθειμένοι στην πείνα, το κρύο, τον πανικό, τον πόνο,
Την ηθική καταπίεση, τον τρόμο και την παράνοια.
Έξι από μας χαθήκαν
Σαν στο έναστρο διάστημα
Ο ένας νεκρός κι ο άλλος δαρμένος τόσο, που ποτέ μου δεν πίστευα
Ότι θα μπορούσαν να ξυλοκοπήσουν έτσι έναν άνθρωπο.
Οι άλλοι τέσσερις θέλησαν να βάλουν τέλος στη φρίκη τους –
Ο ένας πηδώντας στο κενό,
Ο άλλος χτυπώντας το κεφάλι του στον τοίχο,
Και όλοι τους με το επίμονο βλέμμα του θανάτου.
Μα πόση φρίκη προκαλεί το πρόσωπο του φασισμού!
Εκτελούν τα σχέδιά τους με απόλυτη ακρίβεια.
Δεν νοιάζονται για τίποτε.
Γι’ αυτούς, αίμα σημαίνει μετάλλια,
Κι η σφαγή είναι μια πράξη ηρωισμού.
Θεέ μου, ώστε αυτόν τον κόσμο πάλευες να δημιουργήσεις
Για αυτά τα θαύματα κόπιασες εφτά μέρες;
Μέσα σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους υπάρχει μόνο ένας αριθμός
Που δεν προχωράει με τίποτα,
Και που σιγά σιγά εύχεται για όλο και περισσότερο θανατικό.
Μα ξάφνου η συνείδησή μου ξυπνά
Και βλέπω πως ετούτη η πλημμύρα είναι δίχως παλμό,
Πέρα από τον παλμό των μηχανών
Και των στρατιωτικών που τα πρόσωπά τους
μοιάζουν σαν της μαμής – όλο γλύκα.
Αφήστε το Μεξικό, την Κούβα κι ολάκερο τον κόσμο
Να κλάψουν για τη θηριωδία ετούτη!
Είμαστε δέκα χιλιάδες χέρια
Που δεν μπορούν να παράγουν τίποτα.
Πόσοι από μας άραγε σ’ ολάκερη τη χώρα;
Το αίμα του προέδρου μας, του συντρόφου μας
Θα χτυπήσει πιο δυνατά απ’ τις βόμβες και τα πολυβόλα.
Έτσι θα χτυπήσει και πάλι η γροθιά μας!
Μου είναι τόσο δύσκολο να τραγουδώ
Όταν πρέπει να τραγουδώ για τη φρίκη
Μια φρίκη που ζω κι εγώ τώρα
Τη φρίκη που μέσα της πεθαίνω.
Να δω τον εαυτό μου ανάμεσα σε τόσα πολλά,
Σε τόσες στιγμές αιωνιότητας
Όπου η σιωπή και οι κραυγές
Σημαίνουν το τέλος του τραγουδιού μου.
Ό,τι βλέπω δεν το ’χω ξαναδεί
Ό,τι αισθάνθηκα κι ό,τι αισθάνομαι
Θα δώσουν στη στιγμή σάρκα και οστά…

Στάδιο Χιλής
Σεπτέμβριος 1973

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ένας υπάλληλος του νεκροτομείου αναγνώρισε τον Χάρα και ειδοποίησε τη γυναίκα του, η οποία πρόλαβε να παραλάβει τη σορό του προτού την πετάξουν σε κάποιον ομαδικό τάφο.
Τον Ιούλιο του 2018, έξι χρόνια αφότου τους είχαν απαγγελθεί κατηγορίες, δικαστήριο της Χιλής καταδίκασε οκτώ απόστρατους στρατιωτικούς σε δεκαπέντε χρόνια φυλακή για τη δολοφονία του Βίκτορ Χάρα και του κομμουνιστή Λίτρε Κιρόγκα Καρβαχάλ το 1973 και σε άλλα τρία για την απαγωγή τους. Ένας ένατος καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για το ρόλο του συνεργού στη δολοφονία.

To 2003 το Στάδιο της Χιλής μετονομάστηκε σε Στάδιο Βίκτορ Χάρα.

ΔΕΙΤΕ: Remastered: Massacre At The Stadium (Netflix)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Joan Jara: Victor, an Unfinished Song (Bloomsbury 1998)


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1