Περιοδικό MAD: Το Τέλος της Τρέλας...

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Όταν ήμουν μικρός, είχα την τύχη να διαβάσω αρκετά τεύχη της Ελληνικής έκδοσης του περιοδικού Mad. Οι αγαπημένες μου ιστορίες, αυτές που θυμάμαι ακόμα δηλαδή, ήταν εκείνες που παρωδούσαν τις ταινίες Πόλεμος των Άστρων και Στα Σαγόνια του Καρχαρία, οι οποίες γνώριζαν μεγάλη επιτυχία την εποχή που τις διακωμωδούσε το MadΟ ρόλος του συγκεκριμένου περιοδικού, η τοποθέτηση των δημιουργών του απέναντι στην αμερικανική, κατ’ αρχάς και κατ’ επέκταση στην υπόλοιπη κοινωνία, αναλύεται σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο που έγραψε ο Καναδός συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός, Jeet Heer και δημοσιεύθηκε από το αμερικανικό περιοδικό The Nation στις 8 Ιουλίου 2019.

Το περιοδικό Mad έλεγε την αλήθεια για τον πόλεμο, την διαφήμιση και τα μέσα ενημέρωσης
Tο καλοκαίρι του 1954, σχεδόν ο κάθε νεαρός Αμερικάνος που διέθετε τα απαραίτητα για να αποταμιεύσει μια δεκάρα, μπορούσε να μπει σε ένα φαρμακείο (εκεί πουλούσαν τότε τα περιοδικά) και να αγοράσει το 170 τεύχος το Mad για να διαβάσει στις σελίδες του την αιχμηρή σάτιρα που ασκούσε το περιοδικό στον γερουσιαστή Joseph McCarthy, τον εγκέφαλο του μακαρθισμού. (Σημ. Το πρώτο κύμα του «κόκκινου φόβου» είχε ξεκινήσει το 1947 επί προεδρίας Truman, ενώ το «δεύτερο κύμα» εξαπολύθηκε με μια ομιλία του McCarthy τον Φεβρουάριο του 1950, στην οποία αποκάλυπτε ότι είχε στην κατοχή του λίστα μελών του αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος που εργάζονταν στο υπουργείο εσωτερικών για λογαριασμό της Σοβιετικής Ένωσης. Την ίδια χρονιά, στις 25 Ιουνίου, ξεκίνησε και ο πόλεμος της Κορέας...)


Μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του 1954, μια επιτροπή της γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών είχε αναλάβει να εξετάσει κάποιες αντιφατικές κατηγορίες ανάμεσα στον McCarthy και τον αμερικανικό στρατό. (Ο στρατός κατηγορούσε τον McCarthy για ένα ρουσφέτι που επεδίωκε προς όφελος κάποιου κολλητού του και ο McCarthy αντέδρασε λέγοντας ότι το έκαναν επίτηδες, επειδή έψαχνε να βρει κομμουνιστές μέσα στις ένοπλες δυνάμεις). Οι ακροάσεις από αυτή την αντιπαράθεση στη Γερουσία κυριάρχησαν στην τηλεόραση, αλλά ο γνωστός δημαγωγός από το Wisconsin κατάφερε να αποξενώσει τόσο πολλές δυνάμεις τους κατεστημένου, που τελικά η Γερουσία υπέβαλε πρόταση μομφής σε βάρος του.
Ο Harvey Kurtzman, ο άνθρωπος που είχε δημιουργήσει το Mad, δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου ούτε από τις ανοησίες που έλεγε ο McCarthy ούτε και από το εσκεμμένο πολιτικό θέατρο της Γερουσίας. Αντλώντας έμπνευση από μια τηλεοπτική σειρά εκείνης της εποχής, αποφάσισε να την διασκευάσει για το Mad, παρουσιάζοντας ολόκληρο το φιάσκο του McCarthy με τη μορφή ενός τηλεπαιχνιδιού που είχε τίτλο What’s My Shine? (μια παρωδία του τότε δημοφιλούς προγράμματος What’s My Line?)


Συγκεκριμένα, ο McCarthy παρουσίασε στην επιτροπή ως στοιχείο μια φωτογραφία που δήθεν έδειχνε τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, Robert T. Stevens, να συναντιέται κατ’ ιδίαν με τον David Schine, έναν στενό φίλο του McCarthy και φημολογούμενο εραστή του γραμματέα του γερουσιαστή, Roy Cohn. Όπως αποδείχτηκε, αυτή η φωτογραφία είχε μονταριστεί έτσι έτσι ώστε να μην φαίνονται οι υπόλοιποι που παραβρίσκονταν στη συνάντηση. Σύμφωνα όμως με την εκδοχή του Mad, την οποία είχε σχεδιάσει ο γελοιογράφος Jack Davis, ο γερουσιαστής Joseph McCartaway, με τον Roy Cohn να κρέμεται πάνω από τον ώμο του σαν ένας μοχθηρός εγγαστρίμυθος, μοστράριζε μια πλαστή φωτογραφία για να αποδείξει ότι «Ακόμα και ο Steven είναι στην πραγματικότητα ερυθρόδερμος (δηλαδή, κομμουνιστής)». Ενώ οι δημοσιογράφοι και οι θεατές κοιτάζουν με γουρλωμένα μάτια, ο McCartaway καλύπτει την τηλεοπτική οθόνη με μια φωτογραφία του υπουργού που κρατάει ένα ινδιάνικο τσεκούρι φορώντας στρατιωτικό μπερέ. Η σάτιρα του Mad δεν στόχευε μόνο την ανεντιμότητα του McCarthy, αλλά κυρίως στο ίδιο το τηλεοπτικό μέσο που είχε επιτρέψει σε εκείνον τον επικίνδυνο ανακατωσούρα να κυριαρχεί στην αμερικανική πολιτική σκηνή όλα αυτά τα χρόνια.
Στο Mad, ο McCarthy και άλλοι γερουσιαστές υποκρίνονται εν είδη ηθοποιών μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα και κάνουν τα κοινοβουλευτικά του τερτίπια, προσπαθώντας να τα στριμώξουν μέσα στα όρια του τηλεοπτικού χρόνου που τους έχει παραχωρήσει κάποιος χορηγός. Η πολιτική, όπως υπαινίσσεται το σενάριο, είναι απλώς άλλη μία τηλεοπτική εκπομπή. Σήμερα η ουσία αυτού του μηνύματος είναι ακόμα πιο επίκαιρη υπό την προεδρία του Donald Trump, ο οποίος είναι ένα άξιο πολιτικό τσιράκι του Roy Cohn, εθισμένο στο Fox News.


ΤΟ MAD ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΓΝΩΡΙΣΑΜΕ ΠΕΘΑΙΝΕΙ
Πριν λίγες μέρες η DC Comics, οι σημερινοί, δηλαδή, ιδιοκτήτες του περιοδικού, ανακοίνωσαν ότι το Mad, που είχε ξεκινήσει ως χιουμοριστικό βιβλίο το 1952 και έγινε περιοδικό το 1955, βρίσκεται στα πρόθυρα να αναστείλει την έκδοσή του. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το περιοδικό θα συνεχίσει να κυκλοφορεί τεύχη με αναδημοσιευμένο υλικό για να συμπληρώσει τις υπάρχουσες συνδρομές, αλλά θα πάψει να αγοράζει νέο υλικό.
Γεννημένο στην ταραγμένη εποχή του Μακαρθισμού, το Mad πεθαίνει σε μια άλλη πολιτικά άθλια εποχή. Το Mad ήταν αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο και πιο επιδραστικό σατιρικό έντυπο της Αμερικής, ένα παράξενο, βέβαια, συμπέρασμα για ένα περιοδικό που σε όλη την διάρκεια της ύπαρξής του δικαιολογημένα διαβαζόταν κυρίως από παιδιά και εφήβους.
Το Mad ήταν συχνά αγενές, κακόγουστο και παιδαριώδες - γεγονός που το έκανε όλο και πιο ισχυρό ως αγωγό της νεανικής κουλτούρας. Τα παιδιά που το διάβαζαν μάθαιναν να μην εμπιστεύονται την εξουσία, είτε είχε τη μορφή πολιτικών, διαφημιστών είτε των μέσων ενημέρωσης. Και αυτό ήταν ένα μάθημα που οι επόμενες γενιές το χώνεψαν καλά στο μυαλό τους. Χωρίς το Mad, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς τα underground κόμικς, το National Lampoon, την τηλεοπτική σειρά Saturday Night Live, τους Simpsons, το Daily Show ή τον Stephen Colbert. Σε μια ιστορική αναδρομή του αμερικανικού πολιτισμού, το Mad είναι ο καθοριστικός συνδετικός κρίκος μεταξύ του αναρχικού χιούμορ των αδελφών Μαρξ και της περιθωριακής κουλτούρας που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1960.
Γράφοντας στο περιοδικό New York Times με αφορμή την 25η επέτειο του Mad, το 1977, οι Tony Hiss και Jeff Lewis υποστήριξαν ότι, «Μήνα με το μήνα και τεύχος με τεύχος, με αμείλικτα καλό τρόπο, το Mad μας επαναλάμβανε πως όλα είναι στραβά – πως οι διαφημίσεις έλεγαν ψέματα, ότι κάποια άλλα χιουμοριστικά περιοδικά επίσης ψεύδονταν, ότι η τηλεόραση και οι ταινίες έλεγαν ψέματα, και ότι οι ενήλικες εν γένει ψεύδονταν όταν έρχονται αντιμέτωποι με το άγνωστο».
Οι Hiss και Lewis ανέφεραν μια εντυπωσιακή σειρά από προσωπικότητες του πολιτισμού που πιστοποιούσαν τη δύναμη που είχε το Mad στη διαμόρφωση της κοινωνίας. Η ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος της δεκαετίας του '60, Gloria Steinem ανέφερε χαρακτηριστικά: «Υπήρχε ένα πνεύμα σάτιρας και αγανάκτησης στο Mad που ήταν πολύ σημαντικό και ήταν το μοναδικό μέρος που θα βρείτε κάτι τέτοιο στη δεκαετία του ’50.» Η Patti Smith έκανε ένα παρόμοιο αλλά πιο συνοπτικό σχόλιο: «Μετά το Mad, τα ναρκωτικά δεν έλεγαν τίποτα».


Η ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ ΤΟΥ MAD
Ο Harvey Kurtzman, αυτή η αστείρευτη ιδιοφυΐα πίσω απ το Mad, αρνήθηκε αρκετές φορές οποιαδήποτε πολιτική πρόθεση. «Ποτέ δεν θεωρούσα τον εαυτό μου ως πολιτικό», δήλωσε κάποτε. «Δεν νομίζω πως επειδή σoυ δίνεται το βήμα, πρέπει σώνει και καλά να εκφωνήσεις λόγο». Παραδέχθηκε ότι έκανε μια εξαίρεση με τον McCarthy, επειδή ήταν «τόσο κακό αυτό που γινόταν. Ήταν σαν να κάνεις σάτιρα για τον Χίτλερ». Ωστόσο, η αλήθεια ήταν πιο περίπλοκη. Ο Kurtzman γεννήθηκε το 1924 και ήταν «κόκκινος» από κούνια. Οι γονείς του ήταν συνδρομητές στην Daily Worker (Σημ. η εφημερίδα του Αμερικάνικου Κομμουνιστικού Κόμματος η έκδοση της οποίας ξεκίνησε το 1924 και το 1986 συγχωνεύτηκε με την εφημερίδα People’s World που εξέδιδε το κόμμα στην Δυτική ακτή) και τον έστελναν στην περίφημη προοδευτική κατασκήνωση Kinderland που είχε ως αρχή της να διδάσκει την ισότητα, την ειρήνη, την κοινωνική δικαιοσύνη, τον ακτιβισμό, τα πολιτικά δικαιώματα, τις εβραϊκές παραδόσεις και τη φιλία.
Ο Kurtzman δεν κληρονόμησε την πολιτική των γονιών του, αλλά το υπόβαθρό του τον έκανε να είναι εχθρικός απέναντι στον συμβατικό αμερικανικό πολιτισμό που έκρινε πως ήταν γεμάτος ψέματα. Πριν από το Mad, τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Kurtzman ως γελοιογράφος ήταν η συγγραφή και επεξεργασία δύο βιβλίων με θέμα τον πόλεμο (Two Fisted Tales και Frontline Combat), τα οποία ήταν σχεδόν μοναδικά στην ωμή απεικόνιση της βαρβαρότητας του Πολέμου της Κορέας. «Μου έκατσε ότι ο πόλεμος δεν είναι και πολύ ωραία υπόθεση, ενώ οι εταιρείες που εξέδιδαν κόμικς με θέμα τον πόλεμο, τον παρουσίαζαν ως κάτι φαντασμαγορικό», είχε σχολιάσει ο Kurtzman. «Αυτό με προσέβαλε, οπότε έστρεψα τις ιστορίες μου ενάντια στον πόλεμο».
Σε αντίθεση με τα πολεμικά κόμικς, το Mad σκόπευε να είναι χιουμοριστικό, όμως η ίδια η υποσυνείδητη ηθική και η αποστροφή του προς το ψέμα, οδήγησε τον Kurtzman να δημιουργεί ρεαλιστικές ιστορίες ή παρωδίες. Η σάτιρα του Kurtzman αποσκοπούσε στην αποκάλυψη της απάτης των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της κυρίαρχης κουλτούρας. Ο Mickey Mouse στην μη καλλωπισμένη έκδοση του Kurtzman έγινε ο Mickey Rodent –ο Μίκυ το Τρωκτικό– ενώ ο Superduperman ήταν ένα «χαμερπές υποκείμενο» που περνούσε μια εντελώς ανθυγιεινή φάση κολλήματος στο «Lois Pain, Girl Reporter».

Harvey Krutzman

Ο Kurtzman παρήγαγε τόσο εκείνα τα δύο βιβλία για τον πόλεμο, όσο και το Mad για τα κόμικς της εταιρείας EC, που διεύθυνε ο Bill Gaines, ένας νεαρός εκδότης, ο οποίος απολάμβανε τον κίνδυνο και δεν φοβόταν τα νομικά προβλήματα. Το βούτυρο στο ψωμί των εκδόσεων της EC ήταν τα κόμικς τρόμου όπως το Tales from the Crypt, των οποίων οι μακάβριες ιστορίες πουλούσαν τόσο πολύ που ανάγκασαν την Γερουσία να διεξάγει ειδική έρευνα και να δημιουργήσει ένα νέο κώδικα λογοκρισίας για όλο τον συγκεκριμένο κλάδο.
Η κατάθεση του Gaines στην Γερουσία ήταν ανάλογα φαρσοκωμική όπως η εκδοχή του Mad για τις ακροάσεις του McCarthy. Έχοντας πάρει χάπια απώλειας βάρους με αποτέλεσμα να είναι λουσμένος στον ιδρώτα, ο Gaines έδωσε μια κάθε άλλο παρά πειστική κατάθεση απέναντι σε εχθρικούς γερουσιαστές, οι οποίοι δεν επρόκειτο να χάψουν τις προχωρημένες θεωρίες του ότι έπρεπε να εμπιστεύονται στους εφήβους τις τέχνες της αμφισβήτησης». Αυτές ήταν ιδέες που σε άλλες δεκαετίες ίσως θα έχαιραν μεγαλύτερης εκτίμησης, αλλά τότε έρχονταν σε απόλυτη ρήξη με τον συμβατικό τρόπο σκέψης της δεκαετίας του 1950.
Τα πρώτα χρόνια του Mad ήταν πραγματικά επικίνδυνα για τον Gaines. Ο Lyle Stuart, ο διευθυντής εκδόσεων τού Gaines, συνελήφθη για πώληση «απεχθούς λογοτεχνίας» με αφορμή ένα κόμικς της ΕC που παρωδούσε τα βίαια μυθιστορήματα του Mickey Spillane. Η ιστορία λεγόταν «Το όπλο μου Είναι οι Ένορκοι» – παραπέμποντας στο βιβλίο του Spillane, Εγώ, ο Ένορκος (Σ.Μ. το οποίο κυκλοφόρησε το 1947 και ήταν η πρώτη περιπέτεια του ιδιωτικού ντετέκτιβ Mike Hammer γνωρίζοντας δυο κινηματογραφικές μεταφορές). Ο Stuart αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης ενός έτους, αλλά ο δικαστής απέρριψε την υπόθεση.

Bill Gaines


Όντας πολιορκημένος από τη Γερουσία, το νομικό σύστημα, τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, τους αντίπαλους εκδότες και διανομείς, το μόνο που απέμενε στον Gaines, ήταν να παραιτηθεί από τα χιουμοριστικά βιβλία. Η μετατροπή του Mad από βιβλίο σε περιοδικό ήταν η σανίδα σωτηρίας του. Αρχικά, οι σχέσεις ανάμεσα στον Gaines και τον Kurtzman ήταν άψογες, όμως αυτό άλλαξε το 1956, όταν ο Kurtzman ζήτησε να αποκτήσει την ιδιοκτησία του μισού περιοδικού.
Όταν οι σχέσεις τους ήταν ακόμα καλές, ο Gaines δεν έδινε καν σημασία στις παρωδίες των διαφημίσεων που έκανε ο Kurtzman, οι οποίες όμως έθιγαν τους διαφημιστές. Συγκεκριμένα, μετά το διαζύγιο με τον Kurtzman τo 1957, ο Gaines αποφάσισε να μην βάζει πλέον διαφημίσεις στο Mad, μια πολιτική που συνεχίστηκε μέχρι το 2001 (σχεδόν μια δεκαετία μετά το θάνατο του Gaines το 1992).
Ο Gaines είχε εντυπωσιαστεί από την προοδευτική κουτσομπολίστικη εφημερίδα PM, που για ένα διάστημα γνώρισε επιτυχία στη Νέα Υόρκη από το 1940 έως το 1948, καθώς και η πολιτική της ως προς την άρνηση διαφημιστικών καταχωρήσεων και σκέφτηκε να την εφαρμόσει αυτός στο Mad. «Εκείνη την εποχή δεν μπορούσες να κάνεις αντικαπνιστική εκστρατεία επειδή φοβόσουν ότι θα έχανες τις διαφημίσεις των τσιγάρων», είπε πει ο Gaines. «Και τότε εμφανίστηκε η PM που έκανε ό,τι ήθελε χωρίς να δίνει δεκάρα για τις διαφημίσεις».


Ο Gaines επιδείκνυε την ίδια χαλαρή απάθεια που θαύμαζε στην PM. Μια χλευαστική διαφήμιση του Mad στη δεκαετία του ’60 απεικόνιζε τον Αδόλφο Χίτλερ να υποστηρίζει το κάπνισμα. Η παρωδία έλεγε: «Γεια σας. Είμαι ο Αδόλφος Χίτλερ. Στις δεκαετίες του ’30 και του '40 εξολοθρεύσαμε εκατομμύρια ανθρώπους και γεμίσαμε αμέτρητα νεκροταφεία. Αυτό όμως δεν ήταν τίποτα! Σήμερα θέλω να σας μιλήσω για κάτι πραγματικά φανταστικό, που θα γεμίσει στο άψε-σβήσε τα νεκροταφεία.».
Το Mad ήταν πρόθυμο να χώνεται στην μύτη διαφόρων δυνάμεων που επηρέαζαν το σύστημα, πράγμα που του δημιούργησε πολλούς εχθρούς. Το 1961, ο συνταξιούχος στρατηγός Clyde J. Watts ισχυρίστηκε ότι το Mad ήταν «η πιο ύπουλη σύγχρονη κομμουνιστική προπαγάνδα στις Ηνωμένες Πολιτείες». Το 1979, ο Bill Wilkinson, ο Μέγας Δράκος της Κου Κλουξ Κλαν, έστειλε μια επιστολή στο περιοδικό, όπου μεταξύ άλλων έγραφε: «Εσείς και το περιοδικό Mad των εβραιο-κομμουνιστών, προφανώς προσπαθείτε να απομακρύνετε την νεολαία αυτής της χώρας από τον αμερικάνικο τρόπο ζωής και να προωθήσετε τον ριζοσπαστισμό».
Δυστυχώς, όπως φαίνεται, αυτός ο ανατρεπτικος εκδοτικός οργανισμός που τόσο εξόργιζε τον Watts και τον Wilkinson δεν θα υπάρχει πιαγια να δηλητηριάζει τις μελλοντικές αμερικανικές γενιές...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1