Ιστορίες για λάσπες και κόκκινες αποχρώσες ενδείξεις...

Γράφει ο Σωτήρης Θεοχάρης

Όλα γύριζαν κατά τους τρεις άξονες ακανόνιστα, επιταχύνοντας σαν χαλασμένο γυροσκόπιο. Το μωσαϊκό ήταν παγωμένο, εγώ ένοιωθα πυρακτωμένος. Ήμουν ξαπλωμένος χειμωνιάτικα γυμνός στο πάτωμα και προσπαθούσα να γαντζωθώ με τα χέρια από κάποιο έπιπλο. Το αναθεματισμένο δωμάτιο έμοιαζε να αναποδογυρίζει, να γέρνει, να περιστρέφεται δαιμονισμένα κι εγώ δε είχα τη δύναμη να το σταματήσω. Δε θυμάμαι πόσες φορές είχα ξεράσει. Όλο το χρωματικό φάσμα είχε κυλίσει προς το κόκκινο και κάθε ευθεία γραμμή έμοιαζε να καμπυλώνεται σαν κάποια αόρατη μίνι μαύρη τρύπα να προσπαθούσε να ρουφήξει όλο το χώρο μέσα της. Το σχεδόν ένα μπουκάλι τριάρι Μεταξά μαζί με τα τριπάκια, μερικούς μπάφους, τα αγαπημένα μου Dexedrine και την πολυήμερη αϋπνία είχαν ξεπεράσει την σωματική μου αντοχή...

Η ψυχική μου αντοχή είναι μάλλον ξεπερασμένη απ’ την ώρα που γεννήθηκα. «Μάζεψε τα κομμάτια σου, χρειάζεσαι καθαρός αέρας ,πρέπει να βγεις έξω», μονολόγησα. Σύρθηκα πάνω στα ξερατά μου μέχρι το μπάνιο. Κατάφερα να σκαρφαλώσω στην μπανιέρα και να ανοίξω τη ντουζιέρα. Παγωμένο νερό. Συσπάστηκαν όλοι οι μύες του κορμιού μου μα δεν μπορούσα να κλείσω τη βρύση, τα χέρια μου έμοιαζαν ανήμπορα να κινηθούν. Λιποθύμησα για λίγο με το παγωμένο νερό να τρέχει πάνω μου. Απροσδιόριστο διάστημα. Δεν ξέρω πως βρέθηκα ντυμένος με τα βαριά χειμωνιάτικα ρούχα και τις αρβύλες μου στην εξώπορτα ούτε πως στο διάβολο κατάφερα να ανέβω τα σκαλιά απ το υπόγειο διαμέρισμα και να βγω απ το κτίριο. Έριχνε χιονόνερο. Απέναντι ο σκοπός στο αστυνομικό τμήμα έκανε επιτόπου τροχαδάκι αχνίζοντας σαν ατμομηχανή. Διάλεξα την κατηφόρα αριστερά μου. Στην κατάστασή μου η βοήθεια της βαρύτητας ήταν η μόνη φυσική επιλογή για να βαδίσω. Τρέκλιζα. Πολλές φορές κοπάνισα πάνω σε τοίχους και παρκαρισμένα οχήματα, απανωτά, σαν ξεσαλωμένη μπίλια μέσα σε ένα τεράστιο φλιπεράκι. Οι μελανιές και ένα καρούμπαλο πάνω απ το δεξί φρύδι που ανακάλυψα μέρες αργότερα, ήταν απόδειξη πως εκείνο το βράδυ έκανα high score. Η αποπροσανατολισμένη κόκκινη περιπλάνηση με έβγαλε στο σταθμό Λαρίσης, στα στενάκια με τα πορνεία. Μου πήρε πολύ ώρα να βγω απ τον λαβύρινθο, έκανα κύκλους γύρω απ τα ίδια μέρη. Ένα ταξί πέρασε ξυστά δίπλα μου και πάτησε με φόρα σε μια γούρνα με λασπόνερα, λούζοντας με και ξυπνώντας με για λίγο από τον υπνοβατικό εφιάλτη μου. Το βλέμμα μου αρπάχτηκε από ένα λεωφορείο που στρίγγλιζε φρενάροντας στη Λιοσίων. Περπάτησα προς τα εκεί. Γέλασα. Έμοιαζε πολύ αστείο καθώς η κόκκινη απόχρωση μέσα από την οποία τα έβλεπα όλα και η παραμόρφωση της δίνης που ανάγκαζε τις πολυκατοικίες να καμπυλώνουν, έκανε όλη τη πόλη να μοιάζει σαν υποφωτισμένο μπορντέλο. Διψούσα. Η απορροή με τα βρομόνερα, μεταξύ πεζοδρομίου και δρόμου έμοιαζε με ποταμάκι γεμάτο δροσερό νερό και γιαπωνέζικα χρυσόψαρα κάπου στην έρημο. Επιστράτευα τα τελευταία ψήγματα αξιοπρέπειας. «Όχι δε θα πιείς από αυτό, περπάτα …» Ψαχούλεψα τις τσέπες μου. Δεν είχα τίποτα πάνω μου, ούτε τσιγάρα, ούτε πορτοφόλι, μόνο τα κλειδιά μου. Το χιονόνερο έγινε βροχή. Ανεμοβρόχι. Οι φτηνιάρικες αρβύλες μου άρχισαν να μπάζουν νερό καθώς οι δρόμοι πλημμύριζαν παρασέρνοντας σκουπίδια. Παρασυρμένο σκουπίδι κι εγώ, έφτασα στη Βάθης. Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν, τα γόνατα έτρεμαν, τα ρούχα μου είχαν μουλιάσει. Τελευταία προσπάθεια να ανηφορίσω για το σπίτι. Ερημιά. Έχασα πάλι το δρόμο. Κατά διαστήματα με τραβούσαν οι υπέροχες κόκκινες δίνες σε όποια κατεύθυνση γούσταραν εκείνες. Έχασα το φως μου. Άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν τσακισμένος σε μια στοά, σωριασμένος στο δάπεδο. Τουλάχιστον δε βρεχόμουν πια. Είδα τη βιτρίνα. Η κόκκινη δίνη έδειχνε προς τη μορφή ενός καλλίγραμμου αντικειμένου. Ήταν ολόλευκο σαν το χιονόνερο. Σηκώθηκα, με πονούσε ο αγκώνας αλλά ο πόνος ήταν αποκομμένος από τις ουσίες μέσα μου, μακρινός και μουδιασμένος. To λευκό αντικείμενο στο κέντρο της δίνης πηγαινοερχόταν μπρος πίσω, σαν να προσπαθούσε να δραπετεύσει από τη βιτρίνα. Κι όλα άρχισαν πάλι να γυρίζουν. Ξεκόλλησα το βλέμμα από την βιτρίνα. Βγήκα από τη στοά, τα αυτιά μου βούιζαν, πρέπει να ανέβαζα πυρετό. Στο πεζοδρόμιο έξω απ τη στοά σκόνταψα πάνω στις ξηλωμένες πλάκες και τα μπάζα από κάποια αποχετευτικά έργα. Σκατά. Κυριολεκτικά σκατά. Σκατά σκύλου ή ανθρώπου δε ξέρω. Πασαλείφτηκε το στενό μου πάνκικο καρό παντελόνι που ήταν μούσκεμα και οι παλάμες μου καθώς το έτριψα. Πάλι καλά που δεν κατέληξα μέσα στον ανοιγμένο λάκκο δίπλα. Στο βάθος η βιτρίνα ήταν κατάφωτη. Βούτηξα ένα μεγάλο κομμάτι από τις σπασμένες πλάκες πεζοδρομίου. Ένιωσα το βάρος του στο χέρι μου. Προχώρησα τρεκλίζοντας προς τη στοά, προς τη βιτρίνα. Η κόκκινη δίνη περιστρεφόταν τώρα πολύ γρήγορα και η έλξη της ήταν μαγευτικά ανυπόφορη.
Ξύπνησα σπίτι, στο πάτωμα του χολ. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και τα κλειδιά κρεμόντουσαν από την κλειδαριά.
Δίπλα μου μια άσπρη γιαπωνέζικη ηλεκτρική κιθάρα ήταν λερωμένη με αίματα. Τα χέρια μου ήταν γεμάτα κοψίματα από σπασμένα τζάμια.
Αποφάσισα να μάθω κιθάρα. Έμαθα να τη γρατζουνώ χειρότερα και από τις γρατσουνιές που απέκτησα εκείνο το βράδυ…

 

image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...
 
 
 
image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...
 
 
 
image

Σωτήρης Θεοχάρης

Ο Σωτήρης Θεοχάρης είναι μουσικός και Εξαρχειώτης. Κάπου κάπου (ενίοτε συχνά) σχολιάζει και αρθρογραφεί. Τελευταία των συναντάμε στους ANFO, ενώ κατά το παρελθόν συμμετείχε σε πληθώρα μουσικών σχημάτων μεταξύ των οποίων οι ιστορικοί punk rockers Aδιέξοδο και οι πάντα επίκαιροι Σπυριδούλα...
 
 
 
 
 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1