Ο Don Letts στην Αθήνα: "Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά, είναι ότι σήμερα ο κόσμος μας κυβερνιέται από ανθρώπους με πολύ κακό κούρεμα"...

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Σε όλους αρέσουν οι ιστορίες. Μάλιστα, όταν τις αφηγείται ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αποκτούν μια άλλη διάσταση και αυτός ήταν ο λόγος που στις 20 Οκτωβρίου μαζευτήκαμε κάμποσα άτομα στην ανοιχτή συζήτηση που είχε ο Don Letts με τον Παναγιώτη Μένεγο, στον Φάρο του Πολιτιστικού Κέντρου Σταύρος Νιάρχος. Συνέπεσε αυτή την εποχή να διαβάζω σχετικά με το πάντρεμα του punk rock με τη reggae και έτσι η συζήτηση είχε να κάνει με θέματα που μου ήταν πολύ οικεία.

Ο Don Letts είναι ένας άνθρωπος στον οποίον χρεώνεται κατά μεγάλο ποσοστό αυτό το πάντρεμα, μιας και ήταν ο DJ του Roxy στην οδό Neal Street 41-43 στο Covent Garden του Λονδίνου. Το Roxy ήταν ένα κλαμπ που είχαν ανοίξει οι Andrew Czezowski, Susan Carrington και Barry Jones το 1976 και μέχρι τον Γενάρη του 1977 είχε στεγάσει συναυλίες των Clash, των Siouxsie & the Banshees, των Heartbreakers και των Generation X.

Όταν το 1976 ο εικοσάχρονος τότε Letts άρχισε να παίζει μουσική στο μαγαζί, στην Αγγλία μόλις είχε κυκλοφορήσει ένα punk άλμπουμ, το πρώτο των Damned. Αναγκάστηκε λοιπόν να πάρει από το σπίτι του τους reggae δίσκους που είχαν φέρει μαζί τους οι γονείς του όταν έφυγαν από την Τζαμάικα για να ζήσουν στην Αγγλία το 1955.

«Οι πάνκηδες, όχι μόνο δεν ενοχλήθηκαν από τη reggae που έπαιζα, αλλά φάνηκε να τους αρέσουν οι μπασογραμμές και το χόρτο», λέει ο Letts, περπατώντας πάνω-κάτω στον χώρο αντί να κάθεται στην πολυθρόνα δίπλα στον συνομιλητή του.

«Ξέρετε, το punk δεν είναι απλά μουσική. Δεν είναι μόνο το punk rock», λέει περπατώντας νευρικά μπροστά από το κοινό. «Punk είναι και η reggae και το hip hop, το punk ήταν μια νοοτροπία, είναι επανάσταση εναντίον του κατεστημένου κι έτσι οι λευκοί Άγγλοι πάνκηδες εξέλαβαν την reggae μουσική πολύ θετικά και την πάντρεψαν με το rock, έτσι ώστε να εξελιχθεί αυτό το μουσικό ιδίωμα. Αυτό έκαναν οι Clash και πολλά άλλα συγκροτήματα. Ακούστε το πρωτότυπο “Police and Thieves” του Junior Murvin και έπειτα την εκτέλεση των Clash και θα καταλάβετε. Το punk εξελίσσεται συνεχώς και από ηχητικής πλευράς σήμερα μπορεί να μην έχει σχέση με το punk του 1976».

Αν πριν από τη συνέντευξη κάποιος πίστευε ότι ο Letts θα ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος 63 ετών που απαντά ήρεμα στις ερωτήσεις, σύντομα έγινε σαφές ότι μπροστά μας είχαμε μια πραγματική δύναμη της φύσης.

«Η αλήθεια είναι ότι στον λευκό αρέσει η μαύρη μουσική αλλά δεν του αρέσουν οι μαύροι. Θέλει την μουσική τους, αλλά δεν τους θέλει στην γειτονιά του. Με το punk, σε μια εποχή που η οικονομική κατάσταση στην Αγγλία ήταν χάλια, λευκοί και μαύροι ήμασταν ενωμένοι ενάντια στην ακροδεξιά και τον ρατσισμό που είχε δυναμώσει. Τα ίδια ψέματα που ακούγονται για τους μετανάστες σήμερα, τα ίδια ακούγονταν και τότε. Ωστόσο, η Μεγάλη Βρετανία ήταν εκείνη που κάλεσε Τζαμαϊκανούς, όπως τους γονείς μου, για να βοηθήσουν στην ανοικοδόμησή της μετά τον πόλεμο. Οι μετανάστες κάνουν πάντα τις δουλειές που αρνούνται να κάνουν οι ντόπιοι: οδηγοί λεωφορείων, σκουπιδιάρηδες κλπ. Δεν ξέρω τι στο διάολο μας έχει φέρει ξανά σήμερα στο ίδιο σημείο, με τις ίδιες βλακείες της ακροδεξιάς – και δεν θα ήθελα να μιλήσω για τον Trump. Αυτό πάντως που μπορώ να πω με σιγουριά, είναι ότι σήμερα ο κόσμος μας κυβερνιέται από ανθρώπους με πολύ κακό κούρεμα».

Το 1974 ο Letts εργαζόταν στο Acme Attractions, ένα κατάστημα στην King's Road του Τσέλσι...

«Στο Acme με 25 λίρες μπορούσες να αγοράσεις το ίδιο παντελόνι που αγόραζες με 60 λίρες στο SEX, το μαγαζί του Malcolm McLaren και της Vivienne Westwood. Οπότε, υπήρχαν αυτά τα δύο μέρη που πήγαιναν τα παιδιά για να ψωνίσουν κι έτσι γνωρίστηκα με όλους εκείνους τους μουσικούς. Δυο τετράγωνα παρακάτω έμενε ο Bob Marley, ο οποίος τότε είχε φύγει από την Τζαμάικα. Ερχόταν λοιπόν στο μαγαζί και πολλές φορές με έβαζε να του βρω χόρτο για να καπνίσει».

Και ο Malcolm McLaren, τι σόι άτομο ήταν αυτός;

«Ήταν ο κλασικός Άγγλος που κυκλοφορεί σαν αποικιοκράτης, βλέπει κάτι που του αρέσει σε μια άλλη χώρα, του κολλάει την αγγλική σημαία και λέει ότι αυτό ανήκει στην αυτοκρατορία. Υπάρχουν πολλοί Άγγλοι που νομίζουν ότι ζουν ακόμα σε μια αυτοκρατορία. Υπάρχει πολύς χαζός κόσμος και όχι μόνο στην Αγγλία. Πολύ φοβάμαι ότι αν έβαζαν τους Άγγλους να ξαναψηφίσουν, θα ψήφιζαν υπέρ του Brexit όπως οι Αμερικάνοι μπορεί να επανεκλέξουν τον Trump».

Σε μια μεγάλη οθόνη πίσω από τον Letts, προβάλλεται το The Punk Rock Movie, το πρώτο ντοκιμαντέρ που έκανε το 1978.

«Μου είχαν κάνει δώρο μια κάμερα super-8 και άρχισα να τραβάω φιλμάκια. Δεν ήξερα να παίζω μουσική, αλλά έκανα παρέα με μουσικούς, οπότε τραβούσα οπτικό υλικό. Κάποιος έγραψε στη μουσική εφημερίδα New Musical Express ότι ο Don Letts ετοίμαζε μια ταινία για το punk rock. Δεν ετοίμαζα βέβαια καμία ταινία τότε, αλλά αυτό μου έδωσε την ιδέα: συγκέντρωσα το υλικό, μοντάρισα ό,τι είχα και έτσι έκανα το The Punk Rock Movie το 1978. Έκτοτε έκανα μερικές ταινίες και σκηνοθέτησα περίπου 300 μουσικά βίντεο διαφόρων καλλιτεχνών όπως ο Sun Ra, ο George Clinton και πολλοί άλλοι».

Ανάμεσα σε αυτά είναι τα βίντεο των Clash: "White Riot", "Complete Control", "I Fought the Law", "London Calling", "Clampdown", "Train in Vain", "Bankrobber", "The Call Up", "This Is Radio Clash", "Rock the Casbah", "Should I Stay or Should I Go?" (live), "Career Opportunities" (live), καθώς και κάποια βίντεο για τους Musical Youth, τους Psychedelic Furs, τους Pretenders και τον Elvis Costello.

«Όταν γυρίζαμε το ντοκιμαντέρ The Clash: Westway to the World, συγκέντρωσα δυο ώρες υλικό στο οποίο μιλάει ο Paul Simonon, μισή ώρα που μιλά ο Topper Headon και άλλες δύο στις οποίες μιλά ο Mick Jones. Όταν έκλεισα την κάμερα, ο Mick με ρώτησε: “Μήπως μπορώ να τα ξαναπώ απ την αρχή;” γιατί έτσι είναι πάντα ο Mick».

Όσο περνούσε η ώρα, o Letts άρχισε να προσαρμόζεται στον χώρο και ενώ μιλούσε στο ασύρματο μικρόφωνο, περνούσε ανάμεσά μας, μέσα από το κοινό. Μόλις έφτασε μπροστά μου, κοντοστάθηκε σχεδόν ανεπαίσθητα και κοίταξε το μπλουζάκι των Αντισωμάτων με το «Rock Against Racism» που φορούσα και συνέχισε με γρήγορα βήματα μέσα στην αίθουσα.

«Την πρώτη φορά που πήγαμε με τους Clash στη Νέα Υόρκη, είχαν κλειστεί μόνο πέντε συναυλίες αλλά ήταν τόσο επιτυχημένες ώστε προστέθηκαν κι άλλες – συνολικά είκοσι μια. Οι συναυλίες ήταν η δύναμη των Clash. Όταν αργότερα ο Joe έδιωξε τον Mick από την μπάντα, φτιάξαμε τους B.A.D., Μια φίλη μας έδωσε την ιδέα για το όνομα και περάσαμε κάμποσες εβδομάδες για να καταλήξουμε στο τι θα σήμαιναν τα αρχικά και καταλήξαμε στο Big Audio Dynamite. Εγώ όμως δεν είμαι μουσικός. Δεν ξέρω να παίζω μουσική κι έτσι άρχισα να κόβω φράσεις από ταινίες για να τις χρησιμοποιώ στα τραγούδια σαν sampling».

Ποια είναι η γνώμη του Letts για την τεχνολογία;

«Μια super-8 κάμερα και όλα D.I.Y. (Do it Yourself). Αυτό είναι το punk ήθος. Το underground βράζει και όσο αναπτύσσονται τα τεχνολογικά μέσα τόσο εξαπλώνεται αυτός ο αναβρασμός. Δείτε πόσο εξαπλώθηκαν οι διάφορες υποκουλτούρες στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Κι έτσι πρέπει! Υπάρχει η τεχνολογία που βοηθά σε αυτό. Η τεχνολογία είναι καλό πράγμα και δεν φταίει εκείνη αν οι άνθρωποι είναι βλάκες».

Στην οθόνη εμφανίζεται μια φωτογραφία του με τον John Lydon. Η αλήθεια είναι πως όταν ο Lydon εγκατέλειψε τους Sex Pistols στο Σαν Φρανσίσκο, ο Richard Branson, ο ιδιοκτήτης της Virgin Records, τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Ο Lydon λάτρευε τη reggae και το dub και ο Branson είχε την ιδέα να ιδρύσει μια δισκογραφική εταιρεία για reggae καλλιτέχνες. Έτσι έστειλε τον Lydon μαζί με τον Don Letts στην Τζαμάικα για να βρουν και να υπογράψουν καλλιτέχνες.

«Εγώ δεν είχα ξαναπάει στην Τζαμάικα. Ήταν η πρώτη μου φορά. Είμαι όμως μαύρος κι έτσι ο John είχε την εντύπωση ότι θα ήταν πιο ασφαλής. Με το που φτάσαμε όμως, μαθεύτηκε στο νησί ότι ένας πλούσιος λευκός διέθετε χρήματα για να υπογράψει Τζαμαϊκανούς μουσικούς στη δισκογραφική εταιρία του και, αλήθεια σας λέω, εκείνες τις μέρες γνώρισα δίπλα στην πισίνα του ξενοδοχείου όποιον μουσικό ανάσαινε πάνω στο νησί».

Πώς βλέπει την κατάσταση με τα σημερινά παιδιά; Μπορεί να υπάρξει κάτι αντίστοιχο με το 1976;

«Δύσκολο. Έχω δύο κόρες που είναι στην εφηβεία τους και έχουμε την γνωστή κόντρα γονιών - παιδιών. Αλλά πραγματικά, σκεφτείτε το εξής: αν οι γονείς είναι φρικιά που έζησαν την ζωή τους στα άκρα, πόσος ελεύθερος χώρος απομένει ώστε το παιδί να γίνει ακόμα πιο επαναστατημένο; Το punk είχε να κάνει με ανοιχτόμυαλους ανθρώπους οι οποίοι συμπεριφέρθηκαν με ανάλογο τρόπο υπό τις δεδομένες συνθήκες. Το post punk για εμένα ήταν ακόμα πιο ανοιχτόμυαλο και με ακόμα πιο έξυπνους ανθρώπους. Και οι υποκουλτούρες συνέχισαν να εξελίσσονται και να προσφέρουν μέχρι το 2000, όπου εκεί είδαμε να σημειώνεται μια καμπή. Η δική μου εξήγηση για αυτό είναι πως όταν δεν έχεις τίποτε, βάζεις το μυαλό σου να δουλέψει. Όταν όμως σου προσφέρονται όλα, είναι σαν να σου λένε ότι δεν χρειάζεται να σκεφτείς».

Υπάρχει κάποιο αστείο γεγονός που θυμάται;

«Το 1975 καθόμουν στο Acme με έναν φίλο μου, τον Tapper Zukie. Πρόκειται για έναν dj και MC ο οποίος ραπάρει και κάνει και παραγωγές. Εκείνη τη ημέρα ήρθε στο μαγαζί η Patti Smith, στην οποία άρεσαν οι κυκλοφορίες του Tapper Zukie και μας προσκάλεσε στη συναυλία που έδινε το ίδιο βράδυ στο Hammersmith Odeon. Πήγαμε λοιπόν και παρακολουθούσαμε τη συναυλία από τα παρασκήνια. Κάποια στιγμή, εντελώς απροειδοποίητα, η Smith μας πλησιάζει και τραβάει τον Zukie στην σκηνή. Του δίνει μάλιστα και μια κιθάρα και του λέει, “Παίξε”. Εκείνος γυρίζει και με κοιτάζει σαν χαμένος, επειδή δεν ήξερε να παίζει κιθάρα, μόνο να ραπάρει. Κι έτσι βρίσκεται ξαφνικά μπροστά σε ένα ακροατήριο 5000 ατόμων έτοιμο να τον κατασπαράξει. Του κάνω νόημα να κάνει ότι παίζει. Να παίξει air-guitar. Τότε όμως η Smith τραβάει κι εμένα πάνω στη σκηνή και μου δίνει ένα μικρόφωνο. Εγώ δεν είχα τραγουδήσει ποτέ μου. Δεν είχα ξαναδεί τόσο κόσμο μπροστά μου. Η μπάντα άρχισε να παίζει, η Patti Smith άρχισε να ροκάρει, o Tapper Zukie παρίστανε ότι χτυπιόταν με την κιθάρα κι εγώ άρχισα να λέω ασυναρτησίες με την πιο βαριά τζαμαϊκάνικη προφορά που έχετε ακούσει ποτέ, ώστε κανείς να μην καταλαβαίνει τι λέω. Το κοινό από κάτω ξετρελάθηκε!»

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε αυτή η πραγματικά πολύ όμορφη βραδιά. Ο Don Letts, πάλαι ποτέ παραγωγός των Slits, φρόντισε την ίδια στιγμή που το ραδιόφωνο του BBC6 μετέδιδε την κυριακάτικη εκπομπή του Don Letts’ Culture Clash Radio, να έρθει κοντά μας και να μας δείξει ότι κανείς δεν είναι ξεχωριστός. Κανείς δεν είναι σούπερ σταρ. Όλοι έχουμε τις ίδιες δυνατότητες και απλά είναι η στιγμή και ο τόπος που μπορούν να κάνουν την διαφορά.

«Κοιτάξτε αυτή την φωτογραφία στο εξώφυλλο του Black Market Clash των Clash. Τι δείχνει; Αυτός είμαι εγώ. Ο Don Letts. Και μπροστά μου είναι παραταγμένη μια μεγάλη αστυνομική δύναμη. Στη φωτογραφία φαίνεται ότι ο Don Letts είναι έτοιμος να τα βάλει με όλους τους. ΜΥΘΟΣ! Ψέμα! Αυτό που δεν φαίνεται είναι ότι πίσω μου βρίσκονται εκατοντάδες αδέρφια με ξύλα και τούβλα στα χέρια, έτοιμα να συγκρουστούν με την αστυνομία. Κοιτάξτε προς τα που είναι στραμμένα τα βλέμματα των αστυνομικών. Μπορείτε να καταλάβετε προς τα που κοιτάζουν! Εγώ απλώς κάνω στην άκρη».

Ευχαριστούμε για όλα Don Letts. Καλή συνέχεια σε ό,τι κάνεις.

BLOG και ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ MIΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ:

https://tribe4mian.wordpress.com/

https://newzerogod.com/home

ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΙΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΓΟΥΝΑ στο Blackout Radio Show...


image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 
image

Μιχάλης Πούγουνας

Ο Μιχάλης Πούγουνας γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπουδασε σκηνοθεσία κιν/φου και βραβευτηκε για την ταινία μικρού μηκους “Vlad ο Δαιμων” στο Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιών της Πάτρας. Ηταν ιδρυτικό μέλος και τραγουδιστής των Flowers of Romance απο το 1981 ως το 1998 και των Nexus απο το 1999 ως το 2005. Το 2000 δημιούργησε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία Cyberdelia ενω απο το 2011 μεχρι σήμερα παρουσιάζει την δύωρη ραδιοφωνική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas που μεταδίδεται απο ενα Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό στα FM, δυο Αγγλικούς ιντερνετικούς και εναν Καναδέζικο. Απο το 2006 είναι ο τραγουδιστής των New Zero God.
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1