Tim Buckley: «Μπορώ να δω προς τα που κατευθύνομαι και μάλλον θα είναι όλο και πιο μακριά από αυτό που περιμένει ο κόσμος από μένα...»

Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

Ένας από τους σπουδαίους τραγουδιστές της δεκαετίας του 1960, ο Tim Buckley άντλησε επιρροές από τη folk, το ψυχεδελικό rock, την προοδευτική jazz, αλλά και την κλασική μουσική για να δημιουργήσει ένα σημαντικό όγκο μουσικών συνθέσεων, παρά τη σύντομη ζωή του. Οι πολλαπλές οκτάβες του είχαν τεράστια δύναμη και συναισθηματική έκφραση που κυμαίνονταν από τη θλιμμένη ευαισθησία έως τον βασανιστικό θρήνο. Η συνεχής αναζήτησή του για νέους δρόμους όμως μάλλον στάθηκε εμπόδιο στην εμπορική του επιτυχία. Μέχρι οι θαυμαστές του να χωνέψουν τα νοήματα του πιο πρόσφατου άλμπουμ του, ο Buckley είχε ανακαλύψει κάτι εντελώς διαφορετικό, τόσο στις ζωντανές εμφανίσεις του όσο και στο στούντιο. Όπως ο Miles Davis και ο David Bowie, ο Tim συνήθιζε να αιφνιδιάζει και ενίοτε να εξοργίζει τους ακροατές του με την "ασυνέπειά" του, την ίδια στιγμή που ο ίδιος κοιτούσε ήδη μπροστά έτοιμος για το επόμενο, διαφορετικό βήμα.

Ελάχιστοι pop και rock μουσικοί απέδωσαν το έργο τους με τόσο τρυφερό λυρισμό, καθώς τα τραγούδια που έγραφε ο Buckley ήταν ταξίδια με αφηγητή την ίδια του την ψυχή. Αυτό που κυρίως τον ενδιέφερε ήταν να προβάλλει ψυχικά και συνειδησιακά ρεύματα παρά να δίνει έμφαση στη μελωδία, αλλάζοντας την εντύπωση που υπήρχε μέχρι τότε για τα folk ή τα rock τραγούδια. Είχε μια από τις πιο πρωτότυπες και χαρακτηριστικές φωνές που ακούστηκαν ποτέ, συνδυάζοντας θιβετιανές ψαλμωδίες, τζαζίστικα περάσματα, αφρικανικές μελωδίες και acid rock μοιρολόγια για να δημιουργεί μπαλάντες με νόημα. Στην ουσία χρησιμοποίησε τη φωνή του σαν μουσικό όργανο και όχι απλά σαν όχημα για τους στίχους του.

Ο Buckley ήταν ο πρώτος από τους σύγχρονους συνθέτες-τραγουδιστές που άλλαξαν εντελώς το πρότυπο που είχε επινοήσει ο Bob Dylan και παραμένει ένας από τους σημαντικότερους όλων των εποχών. Στην τέχνη του χρησιμοποίησε ασυνήθιστες τεχνικές στο τραγούδι όσο και στην ενορχήστρωση για να δημιουργήσει κοσμικές ατμόσφαιρες διαμορφώνοντας μια νέα αντίληψη για την ψυχεδελική folk με ένα ταξίδι σε κόσμους διαφορετικούς σε ένα ταξίδι που συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του με την όλο και μεγαλύτερη χρήση ασυνήθιστων λέξεων. 

Στη διάρκεια των 28 χρόνων που έζησε στον πλανήτη Γη, ο Tim Buckley πρόλαβε να ηχογραφήσει εννέα μεγάλους δίσκους και στάθηκε τυχερός επειδή η εποχή της δημιουργίας του συνέπεσε με περίοδο που άφηνε άπλετο χώρο για πειραματισμούς μέσα από διαρκείς αλλαγές, προοδεύοντας από το folk rock στη folk ψυχεδέλεια μέχρι τη folk-jazz/rock, πριν προχωρήσει στο R&B και το funk, αναμιγνύοντας υπέροχες soul μελωδίες. Οι δαίμονές του τον οδηγούσαν σε διαφορετική κατεύθυνση από άλλους τραγουδοποιούς που επέλεγαν πιο ασφαλείς δρόμους.

Ο Buckley γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1947 στην Ουάσιγκτον, DC και πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο Άμστερνταμ της Νέας Υόρκης πριν η οικογένειά του εγκατασταθεί στη Νότια Καλιφόρνια το 1956. Από νεαρή ηλικία άρχισε να ενδιαφέρεται για τη μουσική ακούγοντας οικογενειακούς jazz δίσκους, ενώ αργότερα οι γονείς του τον μύησαν στα blues, στην country και σε σημαντικούς pop τραγουδιστές όπως ο Frank Sinatra. Ένας τραυματισμός στα δάχτυλα στη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα στο γυμνάσιο του προκάλεσε πρόβλημα στο χέρι με αποτέλεσμα να παίζει κιθάρα με ασυνήθιστο στυλ. Στο γυμνάσιο γνώρισε τον ποιητή, στιχουργό και μουσικό Larry Beckett που θα γινόταν ένας από τους βασικούς συνεργάτες του, ενώ λίγο πριν τελειώσει το σχολείο παντρεύτηκε την φίλη του, Mary Guibert, πιστεύοντας ότι ήταν έγκυος. Η οικογενειακή ζωή όμως δεν ταίριαζε στον Tim, το σπίτι τους ήταν κυριολεκτικά εστία καβγάδων και τελικά το ζευγάρι χώρισε τον Οκτώβριο του 1966, ένα μήνα πριν γεννηθεί ο γιος τους, Jeff, ο οποίος θα ακολουθούσε τα χνάρια του πατέρα του στη μουσική και, όπως κι εκείνος, θα πέθαινε σε νεαρή ηλικία. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία. 

Από τα σχολικά του χρόνια, ο Buckley είχε σχηματίσει ένα συγκρότημα, τους Bohemians, και τον Φεβρουάριο του 1966, ύστερα από μια συναυλία σε ένα κλαμπ του Λος Άντζελες, ο Jimmy Carl Black, ο ντράμερ των Mothers of Invention του Frank Zappa, σύστησε τον Tim στον Herb Cohen, τον μάνατζερ της μπάντας του, ο οποίος εντυπωσιάστηκε και αποφάσισε να τον αναλάβει. Ο Buckley έφυγε για την Ανατολική Ακτή με τη νέα του φίλη και εκεί γνώρισε τον κιθαρίστα Lee Underwood που θα συνεργαζόταν με τον Tim σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του.

O Cohen έστειλε στην Elektra ένα demo με έξι τραγούδια του Tim και όταν ο Jac Holzman, το αφεντικό της εταιρείας, παρακολούθησε μια συναυλία του Buckley πείστηκε να υπογράψει συμβόλαιο με τον Καλιφορνέζο μουσικό, αλλά μόνο σαν σόλο καλλιτέχνη αφήνοντας απέξω τους Bohemians. Ο Buckley στρώθηκε αμέσως στη δουλειά και τον Αύγουστο του 1966 ηχογράφησε το πρώτο, ομώνυμο άλμπουμ του στο Λος Άντζελες μέσα σε μόλις τρεις μέρες με τη συμμετοχή διαφόρων φίλων του από το Όραντζ Κάουντι και, φυσικά, με τον Underwood που με την Telecaster του έγινε χαρακτηριστικό κομμάτι της μουσικής του 19χρονου Buckley. Η παραγωγή των Holzman και Paul Rothchild και η ενορχήστρωση των εγχόρδων από τον σπουδαίο Jack Nitzsche επίσης έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του Tim Buckley που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου. Το Goodbye and Hello, τον επόμενο χρόνο, ήταν μια μίξη ποίησης της δεκαετίας του '60 και τραγουδιών σε διαφορετικούς χρόνους που έχει περιγραφεί σαν μια πολύ φιλόδοξη προσπάθεια για τον Buckley.

Αντλώντας πάντα έμπνευση από μεγάλους της jazz όπως ο Charles Mingus, o Thelonious Monk, ο Roland Kirk και ο τραγουδιστής Leon Thomas, ο Buckley συνέχισε να εξερευνά νέα μονοπάτια. Βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του και το άλμπουμ Happy Sad που κυκλοφόρησε το 1968 αντανακλούσε τις folk και jazz επιρροές του. Ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία του φτάνοντας στο Νο 81 των αμερικανικών pop άλμπουμ, αλλά οι πειραματισμοί του Buckley αποξένωσαν μερικούς θαυμαστές του που θα προτιμούσαν έναν πιο mainstream δίσκο, όπως οι δυο προηγούμενοι. Απτόητος, ο Buckley θα συνέχιζε τους πειραματισμούς του και στις επόμενες δουλειές του, κάτι που υποβάθμιζε διαρκώς τη δημοτικότητά του και επηρέαζε αρνητικά τις πωλήσεις των δίσκων του. Τα Blue Afernoon (1969) και Lorca (1970) που ακολούθησαν κινήθηκαν στο ίδιο πνεύμα, με τραγούδια που ως επί το πλείστον είχαν γραφτεί την ίδια περίοδο με τα κομμάτια στο Happy Sad. Εκείνη την εποχή ο Tim και ο Underwood διάβαζαν σταθερά έργα του περίφημου Ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, κάτι που γίνεται εμφανές στη στιχουργική δομή του Lorca.

Η αλήθεια είναι ότι στα τέλη της δεκαετίας του '60, ο Buckley είχε πλέον πάψει να ενδιαφέρεται για τη folk-rock μουσική και η στροφή του σε πιο αβάν γκαρντ μονοπάτια υπήρξε αποκαλυπτική τόσο στη μουσική όσο και στους στίχους, ιδίως από τη στιγμή που, μετά το Goodbye and Hello, ο Larry Beckett αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Σε μερικά τραγούδια οι στίχοι έλειπαν σχεδόν ολοκληρωτικά και ο Tim χρησιμοποιούσε τη φωνή του σαν όργανο με ουρλιαχτά και βογγητά, συχνά στα όρια της κακοφωνίας. Δεν ήταν πλέον ο ρομαντικός, μελωδικός ποιητής, αλλά ένας πειραματικός καλλιτέχνης που μερικές φορές έμοιαζε να τιμωρεί τον εαυτό του αλλά και τους ακροατές του με τις άναρθρες ατονικές κραυγές του και την παράφωνη μουσική του. Το Starsailor κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1970 με τον Beckett να επιστρέφει για να μοιραστεί το στιχουργικό κομμάτι. Το άλμπουμ απέτυχε εμπορικά, αλλά  θα γινόταν ένας cult δίσκος για τους λίγους θαυμαστές που του είχαν απομείνει και το Pitchfork θα το κατέτασσε ανάμεσα στα 100 καλύτερα άλμπουμ της δεκαετίας του '70. H αποτυχία του οδήγησε τελικά τον Buckley σε κατάθλιψη, ωστόσο ξαναπαντρεύτηκε και αγόρασε ένα σπίτι σε μια ακριβή συνοικία του Λος Άντζελες, το οποίο έβαψε τελικά μαύρο για να ενοχλεί τους πλούσιους γείτονές του. Σε καλλιτεχνικό επίπεδο όμως κατέληξε να παίζει σε μικρά κλαμπ.

Η καριέρα του είχε πάρει την κάτω βόλτα και ο Buckley άρχιζε να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην εξάρτησή του από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Ελπίζοντας να κερδίσει ξανά τους ακροατές του και να αποκτήσει νέους, ηχογράφησε το Greetings from L.A. που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1972. Ήταν άλλη μια αιφνιδιαστική μουσική στροφή για τον Buckley, αφού χρησιμοποίησε σαν παραγωγό τον σπουδαίο Jerry Goldstein προκειμένου να δημιουργήσει ένα άλμπουμ με επιρροές από funk και R&Β, γράφοντας στίχους με προκλητικές σεξουαλικές αναφορές. Οι παλιοί θαυμαστές του πραγματικά τα είχαν χαμένα, αλλά παρ' όλα αυτά ο Buckley κατάφερε να κερδίσει μερικούς νέους ακροατές.

 Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε το Sefronia το 1973, αν και η διασκευή στο "Dolphins" του Fred Neil και το ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ έφεραν μνήμες από τις παλιές δόξες του. Το Look at the Fool τον επόμενο χρόνο, θεωρείται το πιο μέτριο της καριέρας του, ένα παράξενο μείγμα από R&B/funk υλικό και εκκεντρικό rock and roll, χωρίς ωστόσο κάποιες ιδιαίτερα αξιόλογες στιγμές, ενώ τα σημάδια της εξάντλησης στη φωνή του ήταν πλέον φανερά. Ο δίσκος είχε ελάχιστη ανταπόκριση και ο Buckley ανακοίνωσε σχέδια ότι σκόπευε να επιστρέψει στο ύφος που τον είχε κάνει γνωστό. Είχε κάνει κάποια δειλά βήματα για να απεξαρτηθεί από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, αλλά μετά το τέλος μιας επιτυχημένης περιοδείας ξανακύλησε μόλις επέστρεψε στο Λος Άντζελες.

Ο Tim Buckley, ένας βιρτουόζος της 12χορδης κιθάρας, έπαιρνε διαρκώς ρίσκα στη ζωή του. Οδηγούσε σαν μανιακός με μόνιμο κίνδυνο να του συμβεί κάποιο ατύχημα. Για αρκετά χρόνια έπινε πολύ και καταβρόχθιζε ηρεμιστικά σε σημείο που κόντευαν να τον ξεκάνουν - αλλά πάντα τη γλίτωνε. Έπειτα όμως έμπλεξε στο παραμύθι με την ηρωίνη και κάπου εκεί η τύχη του άρχισε να τελειώνει, με την ημερομηνία λήξης της σχεδόν ορατή από όλους. Ζούσε στα άκρα, τόσο σε δημιουργικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Για τον Buckley, τα ναρκωτικά ήταν εργαλεία για να αισθάνεται ή να σκέφτεται πράγματα με πιο έντονο τρόπο. Του άρεσαν οι εξερευνήσεις. Τελικά, έπειτα από ένα όργιο κραιπάλης και μεθυσιού, ένας φίλος πρόσφερε στον Buckley λίγη ηρωίνη. Όμως η δόση που σνιφάρισε από την επιφάνεια ενός καθρέφτη ήταν υπερβολική και και έχασε το φως του. Άρχισε να κόβει βόλτες γύρω από το σπίτι του φίλου του τρικλίζοντας και τελικά μεταφέρθηκε σπίτι του όπου η Judy, η γυναίκα του, τον ακούμπησε στο πάτωμα με ένα μαξιλάρι πιστεύοντας ότι θα συνέλθει. Όταν όμως πήγε αργότερα για να τον ελέγξει, διαπίστωσε ότι ο άνδρας της ήταν μελανιασμένος και φώναξε αμέσως το ασθενοφόρο. Όμως ήταν πλέον αργά. Ο Tim Buckley ήταν νεκρός, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στις 29 Ιουνίου 1975 σε ηλικία μόλις 28 ετών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

«Ο Townes Van Zandt είναι ο καλύτερος τραγουδοποιός σε ολόκληρο τον κόσμο και θα σταθώ με τις καουμπόικες μπότες μου πάνω στο τραπέζι του Bob Dylan και θα το βροντοφωνάξω»...

Epiphany Child: H μαγική παρουσία της Sandy Denny...

Αlmost good enough: Λίγα λόγια για τον Jason Molina...

Bill Callahan: "Gold Record": Oταν η σιωπή δεν είναι χρυσός...

 


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 

 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1