«Τα κομμάτια άρχισαν να ζητούν χώρο - κι εγώ τα άφησα να τον πάρουν»: Ο Stratos Kiris και η μετάβαση των 33 Lovers από το Ghost Flower στο Am I In A Dream (αποκλειστική συνέντευξη)

Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης

Φωτογραφίες: Μαρίζα Καψαμπέλη

Ο Stratos Kiris μιλά για τους 33 Lovers, από το εσωστρεφές Ghost Flower στο πιο ανοιχτό Am I In A Dream, και για το πώς οι σιωπές και ο χώρος έγιναν βασικά στοιχεία ενός πιο άμεσου και βιωματικού ήχου.

Αν έχεις περάσει χρόνο μέσα σε ηχογραφήσεις, ξέρεις ότι οι πραγματικές αλλαγές σπάνια φαίνονται στις ιδέες. Φαίνονται στον αέρα ανάμεσα στα κανάλια. Στο πότε ένα κομμάτι σταματά να «κρατιέται» και αρχίζει να υπάρχει — όχι ως κατασκευή, αλλά ως κάτι που απλώς συμβαίνει. Στην περίπτωση των 33 Lovers του Stratos Kiris, αυτή η μετατόπιση δεν είναι αισθητική επιλογή αλλά μια συνθήκη που χτίζεται μέσα στον χρόνο. Από την παιδική του εκπαίδευση σε κλαρινέτο, ακορντεόν και κλασική μουσική, μέχρι την εφηβεία όπου η κιθάρα γίνεται εργαλείο σύνθεσης και τη διαμόρφωση ενός πιο σταθερού δημιουργικού πεδίου στην Αθήνα, η διαδρομή του μοιάζει να συγκλίνει σε ένα σημείο: στο πώς ο ήχος αποκτά χώρο.

Πριν τους 33 Lovers, ο Kiris συνιδρύει το 2006 τους Monovine, μαζί με τον Σωτήρη Ντούβα και τον Ξενοφώντα Σακελλαρίου. Το σχήμα θα κυκλοφορήσει τρία άλμπουμ και θα ολοκληρώσει την πορεία του το 2019, έπειτα από 14 χρόνια παρουσίας. Από το 2020 ακολουθεί μια περίοδος εσωτερικής αναδίπλωσης που οδηγεί στη γέννηση των 33 Lovers. Το πρώτο ίχνος εμφανίζεται το 2022 με το single “Angels Yearn”, ενώ το 2023 κυκλοφορεί το ντεμπούτο άλμπουμ Ghost Flower (Inner Ear), ηχογραφημένο σε οικιακό περιβάλλον, με lo-fi αισθητική και έντονα εσωστρεφή χαρακτήρα.

Στο Ghost Flower, ο ήχος παραμένει κοντά στην πηγή του, σχεδόν συγκρατημένος μέσα στο ίδιο του το σώμα. Στο Am I In A Dream (2026), η ίδια πηγή δεν αλλάζει ουσία αλλά συνθήκη: ανοίγει. Όχι προς την ένταση, αλλά προς τον χώρο - προς μια πιο διάφανη, βιωματική ακρόαση όπου οι σιωπές και οι δυναμικές αποκτούν δομή.

«Τα κομμάτια άρχισαν να ζητούν χώρο - κι εγώ τα άφησα να τον πάρουν», σημειώνει ο ίδιος, περιγράφοντας μια διαδικασία όπου ο ήχος δεν καθοδηγείται, αλλά ακολουθεί τη δική του ανάγκη να αναπνεύσει.

Αυτό που ακολουθεί είναι μια συζήτηση πάνω ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση: από την εσωτερική συγκέντρωση προς έναν ανοιχτό ηχητικό κόσμο, όπου αυτό που λείπει γίνεται εξίσου σημαντικό με αυτό που ακούγεται.

Η συνέντευξη

Ας ξεκινήσουμε από το Ghost Flower. Πώς νιώθεις ότι σε οδήγησε στο Am I In A Dream; Υπήρξαν σημεία όπου έλεγες «αυτό πρέπει να ακούγεται διαφορετικά» ή όλα προέκυψαν πιο οργανικά;

Το Ghost Flower ήταν ένα πολύ εσωτερικό για μένα, σαν να προσπαθούσα να καταλάβω πράγματα χωρίς να τα εξωτερικεύω πλήρως. Μέσα από αυτόν τον δίσκο άρχισε να ξεκαθαρίζει η ανάγκη να ανοίξει ο ήχος και να βγει προς τα έξω. Στο Am I In A Dream αυτό έγινε πιο συνειδητό. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα ότι κάποια πράγματα δεν μπορούν να μείνουν τόσο “κλειστά” και χρειάζονται χώρο, ένταση και πιο άμεση έκφραση. Παρόλα αυτά, δεν ήταν μια απότομη αλλαγή. Ήταν περισσότερο μια οργανική συνέχεια, απλώς σε ένα σημείο όπου άφησα τον εαυτό μου να πάει πιο ανοιχτά και χωρίς φίλτρα.

Το νέο άλμπουμ έχει έναν πιο φωτεινό και εκρηκτικό ήχο. Ήταν συνειδητή αυτή η στροφή ή απλώς ακολούθησες το συναίσθημα των τραγουδιών; Ποιες στιγμές ή κομμάτια σε εξέπληξαν όσο ηχογραφούσατε;

Ήταν συνειδητό, αλλά όχι με την έννοια ότι είχαμε ένα συγκεκριμένο σχέδιο από την αρχή. Περισσότερο ακολουθήσαμε το πού μας πήγαιναν τα ίδια τα τραγούδια. Από ένα σημείο και μετά ένιωθα ότι ο ήχος ζητάει να ανοίξει, να γίνει πιο φωτεινός και πιο άμεσος.
Υπήρξαν στιγμές στην ηχογράφηση που κάποια κομμάτια πήραν διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που είχα αρχικά στο μυαλό μου. Όταν άρχισαν να μπαίνουν οι κιθάρες και να “γεμίζει” ο ήχος, κάποια τραγούδια απέκτησαν μια ένταση που δεν την είχα προβλέψει, και αυτό ήταν από τα πιο ωραία σημεία της διαδικασίας.

Οι στίχοι σου κινούνται ανάμεσα σε προσωπικά συναισθήματα και ονειρικές εικόνες. Πώς αποφασίζεις τι θα μοιραστείς με το κοινό; Υπάρχει κάποιο τραγούδι όπου το «άφησες να μιλήσει μόνο του» και τελικά σε ξάφνιασε η ερμηνεία του;

Δεν νομίζω ότι αποφασίζω συνειδητά τι θα μοιραστώ. Το μεγαλύτερο μέρος των στίχων γράφεται τη στιγμή που έρχεται η ιδέα, την ώρα που γράφω το κομμάτι. Είναι μια αρκετά αφιλτράριστη διαδικασία.
Δεν προσπαθώ να “κρύψω” ή να “δείξω” κάτι συγκεκριμένο, απλώς λέω την αλήθεια μου όπως βγαίνει εκείνη τη στιγμή. Ίσως γι’ αυτό οι στίχοι κινούνται κάπου ανάμεσα στο προσωπικό και το ονειρικό, γιατί δεν προλαβαίνουν να γίνουν κάτι πιο ξεκάθαρο ή επεξεργασμένο. Υπάρχουν κομμάτια που τα άφησα να μιλήσουν μόνα τους και στην πορεία κατάλαβα πράγματα που δεν είχα συνειδητοποιήσει όταν τα έγραφα.

Στο Am I In A Dream υπάρχει μεγάλη προσοχή στις σιωπές και τις δυναμικές. Πώς δουλέψατε αυτά τα «κενά» μέσα στη μίξη; Έχετε κάποιο αγαπημένο σημείο όπου η παύση λέει περισσότερα από τις νότες;

Οι σιωπές και οι δυναμικές ήταν κάτι που προέκυψε αρκετά φυσικά μέσα στη διαδικασία. Δεν τις σκεφτήκαμε σαν κάτι ξεχωριστό από τη μίξη, αλλά σαν μέρος της ίδιας της σύνθεσης. Από νωρίς υπήρχε η ανάγκη να υπάρχει χώρος, να μην είναι όλα “γεμάτα” συνέχεια.
Στη μίξη, μαζί με τον Βασίλη Νησσόπουλο, που είναι και ο παραγωγός του δίσκου, δώσαμε πολύ χώρο σε αυτό το στοιχείο. Ήταν σημαντικό για εμάς να αναδείξουμε αυτά τα κενά αντί να τα καλύψουμε, να αφήσουμε σημεία να αναπνεύσουν ώστε όταν επιστρέφει ο ήχος να έχει μεγαλύτερη ένταση και σημασία. Η συμβολή του σε αυτό ήταν καθοριστική.
Υπάρχουν αρκετές στιγμές που μια παύση λέει περισσότερα από μια κορύφωση. Νομίζω εκεί είναι που νιώθεις πραγματικά το βάρος ενός κομματιού, όταν αυτό που δεν ακούγεται γίνεται εξίσου σημαντικό με αυτό που ακούγεται.

Το If You Only Love You αγγίζει θέματα αυτογνωσίας και εγωισμού. Πόσο προσωπικό είναι για εσένα; Κι όμως, μοιάζει να μιλάει και σε μια συλλογική εμπειρία. Το 'νιώσες έτσι όταν το έγραφες;

Όλα τα κομμάτια είναι προσωπικά για μένα, με την έννοια ότι ξεκινούν από κάτι που έχω βιώσει, νιώσει ή σκεφτεί. Δεν γράφω ποτέ κάτι αποστασιοποιημένα.
Ταυτόχρονα όμως, νιώθω ότι αυτά τα συναισθήματα δεν είναι μόνο δικά μου. Υπάρχει κάτι κοινό σε όλα, είτε το δεις σε μικρό επίπεδο είτε σε κάτι πιο συλλογικό, οι ίδιες καταστάσεις και τα ίδια μοτίβα επαναλαμβάνονται.
Οπότε δεν το σκέφτομαι συνειδητά την ώρα που γράφω, αλλά συμβαίνει σχεδόν από μόνο του. Κάτι ξεκινάει πολύ προσωπικά και στην πορεία μοιάζει να ανοίγει και να αφορά περισσότερους.

Υπάρχουν ηχητικά στοιχεία που δίνουν κινηματογραφική αίσθηση - κιθάρες, πλήκτρα, τρομπέτες. Πώς επιλέξατε αυτά τα χρώματα; Υπήρξαν πειραματισμοί που τελικά κόπηκαν αλλά σας έδωσαν έμπνευση;

Τα ηχητικά στοιχεία δεν τα σκεφτήκαμε σαν “χρώματα” από την αρχή. Προέκυψαν στην πορεία, ανάλογα με το τι ζητούσε το κάθε κομμάτι. Υπήρχαν όμως και στιγμές που μια ιδέα ήταν εξαρχής εκεί. Για παράδειγμα στο “It’s Sunday” είχα από την αρχή στο μυαλό μου ότι ήθελα τρομπέτα στην μελωδία. Κάποιες φορές μια κιθάρα ή ένα πλήκτρο άνοιγε έναν χώρο και πάνω σε αυτό χτιζόταν όλο το υπόλοιπο. Υπήρχε διάθεση για πειραματισμό στη διάρκεια της ηχογράφησης, αλλά ταυτόχρονα τα ίδια τα κομμάτια μάς είχαν ήδη δείξει αρκετά καθαρά προς τα πού θέλουν να πάνε. Οπότε δεν ήταν μια διαδικασία δοκιμών χωρίς κατεύθυνση αλλά περισσότερο μια επιβεβαίωση αυτού που ήδη υπήρχε μέσα τους. Αυτή η κινηματογραφική αίσθηση προκύπτει ακριβώς από το ότι δεν προσπαθήσαμε να την επιβάλουμε, αλλά αφήσαμε τα κομμάτια να χτίσουν τον δικό τους κόσμο.

Το artwork και οι φωτογραφίες συνομιλούν με τη μουσική. Πώς ήταν η συνεργασία με την Ήρα Σταματοπούλου και τη Χρυσάνθη Πιπίνη; Υπήρξε κάποιο στιγμιότυπο ή ιδέα που άλλαξε τελείως την αίσθηση του δίσκου;

Η συνεργασία με την Ήρα Σταματοπούλου και τη Χρυσάνθη Πιπίνη ήταν πολύ οργανική και σχεδόν συνέχεια της ίδιας της μουσικής διαδικασίας. Ακούγοντας τον δίσκο ολοκληρωμένο, είχα την εικόνα ενός αγάλματος με γυναικεία μορφή, με κλειστά μάτια, μέσα σε έναν κήπο ή δάσος, κάτι ανάμεσα σε ακινησία και όνειρο.
Την ίδια περίοδο “έπεσα” πάνω στη φωτογραφία της Χρυσάνθης με το χέρι που ακουμπά τον ήλιο, και ένιωσα αμέσως πως οι δύο εικόνες συνομιλούν με τον δίσκο τόσο οπτικά όσο και συμβολικά.
Η Ήρα μετέφρασε αυτή την αίσθηση σε ένα ζωντανό, ψυχεδελικό κήπο, ενώ η Χρυσάνθη, αφού άκουσε τον δίσκο, δέχτηκε με χαρά να παραχωρήσει τη φωτογραφία της. Για μένα, όλο αυτό έδωσε ακόμα μεγαλύτερο βάθος και συνοχή στο τελικό αποτέλεσμα.

Η ελληνική indie σκηνή έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια. Πώς βλέπεις τη θέση των 33 Lovers μέσα σε αυτήν; Υπάρχουν μπάντες ή μουσικοί που σας εμπνέουν σήμερα;

Η ελληνική indie σκηνή έχει σίγουρα ανοίξει και ωριμάσει τα τελευταία χρόνια, τόσο σε ήχο όσο και σε αισθητική. Δεν ξέρω αν σκέφτομαι ποτέ τη θέση των 33 Lovers μέσα σε αυτό με όρους “χώρου” ή σκηνής. Περισσότερο νιώθω ότι ο καθένας ακολουθεί τη δική του διαδρομή και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι.
Υπάρχουν μπάντες και καλλιτέχνες που θαυμάζω σήμερα στην Ελλάδα, με διαφορετικές προσεγγίσεις και ήχους, και αυτό που με εμπνέει περισσότερο είναι ακριβώς αυτή η ποικιλία και η ελευθερία που υπάρχει πλέον.

Τι ελπίζετε να νιώσει ή να πάρει ο ακροατής ακούγοντας το Am I In A Dream; Υπάρχει κάποιο τραγούδι που θεωρείτε «κλειδί» για να καταλάβει κανείς τον δίσκο;

Θέλουμε ο ακροατής να μπει σε μια κατάσταση πιο βιωματική παρά αναλυτική, να αφήσει τον δίσκο να λειτουργήσει σαν ενιαία ροή και να δημιουργήσει τις δικές του εικόνες και συναισθήματα. Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι, ίσως τα δύο άκρα του δίσκου, το “Free” και το “Pick Me”, να δίνουν μια καλή αίσθηση του εύρους του. Παρ’ όλα αυτά δεν θεωρώ ότι υπάρχει ένα “κλειδί” κομμάτι. Για μένα κλειδί είναι ο ίδιος ο δίσκος ως σύνολο, σαν ολοκληρωμένη εμπειρία από την αρχή μέχρι το τέλος.

Τέλος, αν μπορούσες να περιγράψεις το άλμπουμ με μία εικόνα ή μια στιγμή, ποια θα ήταν;

Αν μπορούσα να το περιγράψω με μία εικόνα, θα ήταν ουσιαστικά το ίδιο το εξώφυλλο του δίσκου, γιατί αυτή ακριβώς η αίσθηση μου ήρθε όταν τον άκουσα ολοκληρωμένο. Η εικόνα του αγάλματος μέσα στον κήπο, κάπου ανάμεσα σε ακινησία και όνειρο, συμπυκνώνει για μένα τον κόσμο του άλμπουμ. Αυτή τη διττότητα ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Και αν ήταν μια στιγμή, θα ήταν η στιγμή της αποδοχής μιας κατάστασης που τελικά σε απελευθερώνει. Οταν παύεις να αντιστέκεσαι και αφήνεις τα πράγματα να υπάρξουν όπως είναι, με μια ήρεμη ισορροπία.

Ανοίξατε τη βραδιά για τον Steve Gunn στην Αθήνα. Τι κρατάς από εκείνη την εμπειρία ως support act σε έναν καλλιτέχνη με τόσο ξεκάθαρη ταυτότητα;

Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία. Παίξαμε ακουστικά με τη Λαμπρινή Γρηγοριάδου και υπήρχε μια πολύ άμεση και ζεστή αίσθηση σε όλο το live. Γνωριστήκαμε και με τον Steve Gunn, που είναι ένας πολύ γλυκός άνθρωπος, και όλο αυτό έκανε την εμπειρία ακόμα πιο ανθρώπινη. Κρατάω κυρίως αυτή την απλότητα και την αλήθεια της στιγμής, που για μένα είναι και η βάση της μουσικής μου.
Ήταν επίσης όλα άψογα οργανωμένα από τον Μάριο και την Porosi, κάτι που έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να κυλήσει η βραδιά τόσο όμορφα.

Και τώρα που ακολουθούν οι επόμενες εμφανίσεις σας, στις 23 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη και στις 31 Μαΐου στο Τσιν Τσιν στην Αθήνα (ακουστικό set), πώς αλλάζει η διάθεση και η προσέγγισή σας όταν παίζετε σε πιο οικείο, stripped-down πλαίσιο;

Δεν αλλάζει ουσιαστικά η διάθεση. Το ακουστικό σετ είναι ο τρόπος με τον οποίο γεννιούνται τα κομμάτια από την αρχή, οπότε υπάρχει μια αμεσότητα που μου είναι πολύ οικεία.
Ίσως είναι απλώς μια διαφορετική πλευρά του ίδιου πράγματος, πιο γυμνή, αλλά με την ίδια πρόθεση και την ίδια ανάγκη για σύνδεση.

Το Am I In A Dream κυκλοφορεί σε βινύλιο και ψηφιακά στις 16 Ιανουαρίου 2026 από την Inner Ear. 

facebook

instagram

Stratos Kiris

Inner Ear

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:

 Κapten: «Η ισορροπία έρχεται όταν αφήνεις χώρο στον άλλον...»

BOKAVOY: "Με το μαχαίρι στα δόντια…"

Marva Von Theo: «Η έμπνευση έρχεται πλέον από τόπους πιο θολούς και αδιόρατους...»

V4L: Στη γραμμή ανάμεσα στο φως και τη σκιά...

Ο Θάνος Σαρίγγελος και η «Σταγόνα03»: Εκεί όπου ο ήχος γράφει πριν από τον λόγο...

 


image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 
image

Χρήστος Κορναράκης

Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
 
 
 

 

 

Γραφτείτε στο Νewsletter του Merlin

FEATURED VIDEOS

  • 1