Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης
Το REVOLUTION! -η νέα κυκλοφορία της Ero Seagull- αποτελεί bohemian διαδρομή ανάμεσα σε electro pop, αμανέδες, drum’n’bass και κινηματογραφική αφήγηση
Το REVOLUTION! δεν λειτουργεί σαν μια απλή συνέχεια του Evolution, αλλά σαν το σημείο όπου η εσωτερική μετατόπιση μετατρέπεται σε εξωστρεφή κραυγή. Μέσα από electro pop, spoken word, drum’n’bass, film music και παραδοσιακά στοιχεία, ο δημιουργός του άλμπουμ οργανώνει έναν δίσκο που μοιάζει περισσότερο με κινηματογραφική διαδρομή παρά με συλλογή τραγουδιών.
Από τον τελετουργικό αμανέ του “Gelecek Trans’Ta” μέχρι τη σιωπηλή κάθαρση του “End of an Ero (De Profundis)”, το REVOLUTION! χτίζει μια αφήγηση πάνω στην ένταση ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία, τη συλλογική μνήμη και τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Με συνεργασίες από τον Ekelon και τη Μαριλένα Ορφανού μέχρι τον Leon Rhymes και τις Las Divas Du Pogoni, ο δίσκος μετακινείται διαρκώς ανάμεσα σε διαφορετικά ηχητικά περιβάλλοντα, χωρίς να χάνει τον εσωτερικό του πυρήνα.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, μου μίλησε για τη δραματουργία του άλμπουμ, τη σχέση σώματος και ήχου, την πολιτική διάσταση της μουσικής σήμερα και το πώς η έννοια της “Bohemian Revolution” μετατρέπεται σταδιακά από ατομική ανάγκη σε συλλογική εμπειρία.
Η Συνέντευξη
Το REVOLUTION! ακούγεται σαν ενιαία αφήγηση με αρχή, κορύφωση και αποφόρτιση. Πότε αποφάσισες ότι ο δίσκος πρέπει να λειτουργεί σαν ενιαία δραματουργία και όχι σαν μια συλλογή μεμονωμένων τραγουδιών;
Το ήξερα από την αρχή. Πρόκειται για μία τριλογία: Evolution, REVOLUTION! & Devolution…. Μέχρι εκεί έχω στο μυαλό μου τη διαδρομή. Στην πορεία μπορεί να σκάνε singles ή covers, αλλά ο βασικός κορμός είναι αυτός. Το Evolution ήταν η προσωπική και μουσική μου εξέλιξη, ένα πιο πειραματικό άλμπουμ. Το REVOLUTION! είναι η στιγμή που όλη αυτή η εσωτερική αλλαγή βγαίνει προς τα έξω. Περισσότερο είναι μια κραυγή ανάγκης. Η ανάγκη να θυμηθούμε το συναίσθημα, την ελευθερία, την αλήθεια και την ανθρώπινη επαφή μέσα σε μια πραγματικότητα που συχνά μας μουδιάζει. Και μέσα σε όλο αυτό υπερισχύει η έννοια της Bohemian Revolution: μια επανάσταση πιο καλλιτεχνική και υπαρξιακή, που ξεκινά πρώτα από μέσα σου και μετά αντανακλάται γύρω σου. Γι’ αυτό και ο δίσκος έπρεπε να λειτουργεί σαν ενιαία αφήγηση, με κορυφώσεις και αποφορτίσεις. Δεν ήθελα απλώς μια συλλογή τραγουδιών, ήθελα να μοιάζει με ταξίδι. Και όσον αφορά το Devolution…, εκεί γίνεται ακριβώς αυτό που υπονοεί και η λέξη. Μετά την προσωπική εξέλιξη και την εσωτερική «επανάσταση», η ενέργεια διαχέεται προς τα έξω. Η δύναμη πλέον δεν βρίσκεται μόνο σε μένα, αλλά στη μουσική την ίδια και στο πώς αυτή μοιράζεται συλλογικά… σε μια πιο ανοιχτή, ζωντανή διαδικασία, με πολλούς καλλιτέχνες μέσα στο ίδιο δημιουργικό περιβάλλον, σε ένα στούντιο που λειτουργεί ως χώρος συνάντησης ιδεών, επιρροών και διαφορετικών προσωπικοτήτων. Οπότε το Devolution… δεν είναι «πτώση», αλλά αποδόμηση του εγώ και μοίρασμα της δημιουργίας. Εκεί η Bohemian Revolution φτάνει ίσως στην πιο καθαρή της μορφή: όχι κάτι ατομικό, αλλά μια κοινή εμπειρία.
Στο άλμπουμ συνυπάρχουν electro pop, spoken word, drum’n’bass, film music και πιο παραδοσιακά στοιχεία, από το “Gelecek Trans’Ta” της Patika μέχρι τα πιο ηλεκτρονικά κομμάτια. Πώς οργανώνεις ένα τόσο διαφορετικό ηχητικό υλικό ώστε να παραμένει συνεκτικό και να υπηρετεί την ίδια ιστορία;
Είμαι ο μεγαλύτερός μου φαν, με την έννοια ότι δεν πιστεύω πως υπάρχει άλλος άνθρωπος εκεί έξω που να ακούει τη μουσική μου τόσο συχνά. Το άλμπουμ, πριν βγει το είχα ακούσει πολλές φορές σίγουρα. Στην αρχή τα κομμάτια ήταν περισσότερα, αλλά κάποια με πετούσαν έξω από τη ροή και έπρεπε να φύγουν. Μετά η σειρά ήταν πολύ σημαντική, δοκίμασα πάρα πολλές διαφορετικές εκδοχές και η τελική ήταν αυτή που ένιωσα ότι υπηρετεί καλύτερα τη συναισθηματική διαδρομή του δίσκου. Όσο διαφορετικά κι αν είναι τα είδη - από electro pop και drum’n’bass μέχρι spoken word, film music ή παραδοσιακά στοιχεία όπως στο “Gelecek Trans’Ta” της Patika - για μένα όλα συνδέονται από την ίδια αισθητική και τον ίδιο εσωτερικό πυρήνα. Δεν τα βλέπω σαν διαφορετικούς κόσμους που απλώς μπήκαν μαζί, αλλά σαν διαφορετικές σκηνές της ίδιας ταινίας. Πολλές φορές η συνοχή δεν έρχεται τόσο από το genre, αλλά από το συναίσθημα, την ατμόσφαιρα και την πρόθεση πίσω από κάθε κομμάτι. Αν ακούσεις το άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος, υπάρχει μια συνεχής κίνηση, σαν να αλλάζουν τα τοπία, αλλά να συνεχίζεις το ίδιο ταξίδι.

Το “Gelecek Trans’Ta” της Patika ανοίγει τον δίσκο με σχεδόν τελετουργικό τρόπο, έξω από το κυρίως ηλεκτρονικό - hip hop πλαίσιο που ακολουθεί. Γιατί επέλεξες να ξεκινήσεις από έναν τόσο διαφορετικό ήχο και τι ρόλο έχει ως “προοίμιο” στην αφήγηση του REVOLUTION!;
Πρόκειται ουσιαστικά για έναν αμανέ, μια μορφή παραδοσιακού, αυτοσχεδιαστικού θρήνου και έκφρασης που έχει ρίζες στη μουσική της Μικράς Ασίας και της Ανατολής, και πέρασε έντονα και στην ελληνική λαϊκή παράδοση, κυρίως μέσα από το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο στοιχείο. Ο αμανές έχει κάτι πολύ πρωτογενές και συναισθηματικό, μοιάζει σχεδόν σαν κραυγή ψυχής. Γι’ αυτό ήταν και πολύ συμβολικό για μένα να ανοίγει έτσι ο δίσκος. Το REVOLUTION! μιλάει για αλλαγή, αφύπνιση και εσωτερική σύγκρουση, οπότε ήθελα το πρώτο πράγμα που ακούει κάποιος να κουβαλάει μια αίσθηση μνήμης και τελετουργίας, σαν να ανοίγει μια πύλη πριν μπεις στον υπόλοιπο κόσμο του άλμπουμ. Μάλιστα, μια πολύ καλή φίλη μου, η Τέτα Γεωργακοπούλου, όταν της έβαλα το “The Future Is Trans”, μου είπε κατευθείαν ότι, για όλους αυτούς τους λόγους, το κομμάτι θα έπρεπε να ξεκινάει με έναν αμανέ. Και μόλις το άκουσα, μου έκανε απόλυτο κλικ. Ένιωσα ότι αυτό το άνοιγμα βάζει τον ακροατή κατευθείαν στη σωστή ψυχολογική κατάσταση πριν ξεκινήσει το υπόλοιπο ταξίδι. Επίσης, ο συγκεκριμένος αμανές λέει «Ah bu cânim bu tene dar gelir aman», δηλαδή «αχ, αυτή η ψυχή δεν χωράει μέσα σε αυτό το σώμα». Για μένα αυτό συμπυκνώνει πάρα πολλά από τα θέματα του δίσκου, την ανάγκη υπέρβασης, τη δυσφορία απέναντι στα όρια που μας επιβάλλονται και την αίσθηση ότι ο εσωτερικός μας κόσμος είναι μεγαλύτερος από αυτό που μπορούμε να εκφράσουμε.
Αμέσως μετά, το “The Future Is Trans” και το “Intro” λειτουργούν σαν δήλωση ταυτότητας και σαν πύλη μετάβασης στον κόσμο του άλμπουμ. Πόσο συνειδητά σχεδιάστηκε αυτή η εισαγωγή ως αφηγηματική πύλη και τι ήθελες να νιώσει ο ακροατής στα πρώτα αυτά λεπτά;
Αυτή η εισαγωγή σχεδιάστηκε πολύ συνειδητά, σχεδόν σαν κινηματογραφικό άνοιγμα. Δεν ήθελα απλώς να “ξεκινήσει” ο δίσκος, αλλά να σε βάλει από την αρχή σε έναν διαφορετικό χώρο αντίληψης, σαν να περνάς ένα κατώφλι. Το “The Future Is Trans” λειτουργεί σαν δήλωση ταυτότητας, όχι μόνο προσωπικής αλλά και αισθητικής: μια υπενθύμιση ότι το μέλλον δεν είναι κάτι στατικό ή δεδομένο, αλλά κάτι ρευστό, που διαμορφώνεται από το ποιοι είμαστε και πώς εξελισσόμαστε. Και το “Intro” έρχεται σαν δεύτερο βήμα, πιο αφαιρετικό, σχεδόν σαν ανάσα πριν την πλήρη είσοδο στον κόσμο του άλμπουμ. Μαζί, αυτά τα δύο κομμάτια δεν είναι απλώς τραγούδια, είναι πύλη μετάβασης. Ήθελα ο ακροατής στα πρώτα λεπτά να νιώσει μια μικρή αποσταθεροποίηση, αλλά όχι άβολη, περισσότερο σαν να αφήνει πίσω του κάτι γνώριμο και μπαίνει συνειδητά σε κάτι νέο, πιο συμβολικό και εσωτερικό.
Στο “My Baby” (με τη συμμετοχή των Loo, Myrto Naoum και Las Divas Du Pogoni) υπάρχει έντονη προσωπική και ψυχολογική φόρτιση. Πώς ισορροπείς ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και στη μουσική της απόσταση όταν γράφεις κάτι τόσο άμεσο, ώστε να παραμένει τραγούδι και όχι μόνο εξομολόγηση;
Το My Baby είναι ένα αυτοβιογραφικό κομμάτι που προέκυψε από την ανάγκη να δώσω μορφή σε κάτι πολύ εσωτερικό και δύσκολο να ειπωθεί με λόγια. Μιλάει για μια κατάσταση έντονων συναισθηματικών διακυμάνσεων, αλλά μέσα από τη μουσική προσέγγιση προσπαθώ να το μετατρέψω από προσωπική εξομολόγηση σε κάτι που μπορεί να σταθεί ως τραγούδι και όχι μόνο ως αφήγηση εμπειρίας. Η μουσική είναι για μένα ο τρόπος να δημιουργώ απόσταση από το βίωμα, ώστε να μπορώ να το δω πιο καθαρά και να το μεταφέρω καλλιτεχνικά, χωρίς να με “καταπίνει”. Παράλληλα, το κομμάτι πήρε μορφή μέσα από μια πολύ συλλογική διαδικασία. Η ηλεκτρονική βάση συνάντησε τα ηπειρώτικα πολυφωνικά με τη συμβολή της Μυρτώ Ναούμ και των Las Divas Du Pogoni, ενώ στην παραγωγή υπήρξε στενή συνεργασία με τη Μαριλένα Ορφανού και τον Ekelon, που έδωσαν στον ήχο την τελική του ταυτότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα κομμάτι που ξεκινά από κάτι βαθιά προσωπικό, αλλά μέσα από τη συνεργασία και την παραγωγική διαδικασία γίνεται κάτι συλλογικό και πιο ευρύ από την αρχική του αφετηρία.
Η συνεργασία με τους FatData, Ekelon, τη Μαριλένα Ορφανού και τον Leon Rhymes δημιουργεί πολύ διαφορετικά ηχητικά στρώματα και “υπογραφές” μέσα στο ίδιο άλμπουμ. Πού σταματά η ταυτότητα του παραγωγού και πού ξεκινά η δική σου κατεύθυνση σε ένα τόσο συλλογικό, αλλά ταυτόχρονα προσωπικό, project;
Η ταυτότητα του παραγωγού και η δική μου κατεύθυνση δεν λειτουργούν για μένα σαν δύο ξεχωριστά πράγματα που συγκρούονται ή διαχωρίζονται καθαρά. Ξεκινάω πάντα από μια πολύ συγκεκριμένη εσωτερική πρόθεση και αισθητική κατεύθυνση για το κάθε κομμάτι, αλλά αφήνω χώρο ώστε ο κάθε συνεργάτης να την “μεταφράσει” μέσα από τη δική του γλώσσα. Δεν με ενδιαφέρει να “ακολουθήσει” απλώς μια οδηγία, αλλά να προσθέσει τη δική του οπτική μέσα σε ένα ήδη υπάρχον συναισθηματικό πλαίσιο. Εγώ κρατάω την αφηγηματική και συναισθηματική ραχοκοκαλιά του άλμπουμ, τη συνολική κατεύθυνση και το concept. Από εκεί και πέρα όμως, το αποτέλεσμα χτίζεται συλλογικά. Αν κάτι με κάνει να το αλλάξω, δεν είναι θέμα ταυτότητας αλλά λειτουργίας μέσα στο σύνολο. Οπότε δεν υπάρχει ακριβές σημείο που “σταματάει” ο ένας και “ξεκινάει” ο άλλος, υπάρχει μια συνεχής διαπραγμάτευση ανάμεσα στην πρόθεση και την ερμηνεία της.

Το REVOLUTION! έχει καθαρό πολιτικό λόγο μέσα σε μια ηλεκτρονική και pop παραγωγή, με κοινωνικές και προσωπικές αναφορές. Πιστεύεις ότι η πολιτική διάσταση στη μουσική σήμερα μπορεί ακόμα να λειτουργήσει ως παρέμβαση ή περισσότερο ως αφήγηση, ως τρόπος να πεις μια ιστορία;
Για μένα δεν είναι τόσο θέμα αν η πολιτική διάσταση της μουσικής “λειτουργεί” ως παρέμβαση ή ως αφήγηση. Είναι ότι σήμερα η πραγματικότητα μπαίνει από μόνη της μέσα στο έργο, είτε το θέλεις είτε όχι. Δεν υπάρχει πλήρης απομόνωση από όσα συμβαίνουν γύρω σου.
Το REVOLUTION! γεννήθηκε ακριβώς μέσα σε αυτή την ένταση: ανάμεσα στο προσωπικό και στο συλλογικό, στο εσωτερικό βίωμα και σε έναν κόσμο που συνεχώς σε αναγκάζει να τοποθετηθείς. Άλλοτε αυτό παίρνει τη μορφή πιο άμεσου λόγου, άλλοτε απλώς διαπερνά τον ήχο χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ρητά.
Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική μουσική ως σύνθημα. Με ενδιαφέρει όταν γίνεται αναπόφευκτη, όταν προκύπτει επειδή δεν θα μπορούσε να λείπει. Εκεί πιστεύω ότι αποκτά και τη μεγαλύτερη δύναμή της, όχι ως δήλωση, αλλά ως εμπειρία που κουβαλάς μετά την ακρόαση.
Στα “Enigma” και “Every Day Is Today – Film Music” ο ήχος γίνεται πιο κινηματογραφικός και σχεδόν σκηνικός. Σκέφτεσαι εικόνες και “σκηνές” όταν συνθέτεις ή αυτές οι εικόνες προκύπτουν εκ των υστέρων, όταν πια ακούς ολοκληρωμένο το κομμάτι;
Ναι, σκέφτομαι εικόνες και «σκηνές» όταν συνθέτω. Πολύ συχνά δεν ξεκινάω από τον ήχο ως ήχο, αλλά από μια αίσθηση χώρου ή μια κινηματογραφική στιγμή που θέλω να υπάρχει μέσα στο κομμάτι, σαν να γράφω ένα μικρό soundtrack για μια ταινία που δεν έχει ακόμα γυριστεί. Στα “Enigma” και “Every Day Is Today – Film Music” αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο, γιατί η μουσική λειτουργεί σχεδόν σκηνικά: σαν να υπάρχει κίνηση, κάμερα, φωτισμός, ακόμα και παύσεις που θυμίζουν μοντάζ. Έτσι πολλές φορές οι εικόνες δεν έρχονται εκ των υστέρων, είναι το σημείο εκκίνησης.
Το “Le Retour” με τον Leon Rhymes επιστρέφει σε πιο έντονη ρυθμική ενέργεια, με σαφή drum’n’bass δομή και αίσθηση κίνησης. Πόσο σε ενδιαφέρει η φυσική κίνηση του σώματος μέσα στη μουσική σου και πόσο συνειδητά γράφεις με βάση το πώς θα χορέψει ή θα κινηθεί το σώμα;
Η αλήθεια είναι πως το σκέφτομαι, αλλά όχι με την έννοια του “να είναι χορευτικό” με τον κλασικό τρόπο. Περισσότερο με ενδιαφέρει η φυσική αντίδραση του σώματος όταν ακούει τον ήχο, αν θα αρχίσει να κινείται χωρίς να το σκεφτεί, αν θα αλλάξει ο ρυθμός της αναπνοής, αν θα δημιουργηθεί ένταση ή εκτόνωση. Στο “Le Retour” με τον Leon Rhymes αυτό ήταν πολύ βασικό στοιχείο, γιατί η drum’n’bass δομή από μόνη της έχει μια εσωτερική ώθηση, μια συνεχή κίνηση προς τα μπροστά. Ζήτησα από τον Ekelon το κομμάτι του Leon να έχει Dn’B για να δημιουργηθεί μια αίσθηση ότι κάτι σε τραβάει να κινηθείς μαζί του, σχεδόν αντανακλαστικά. Οπότε ναι, το σώμα είναι πάντα μέσα στη σκέψη μου, αλλά ως εμπειρία και αντίδραση, όχι ως φόρμουλα.
Το “Shadows of Sorrow” φέρνει πολύ βαριά θεματολογία, ενώ το άλμπουμ κλείνει με το “End of an Ero (De Profundis)”, που είναι πιο γυμνό και εσωτερικό. Πώς φροντίζεις ένα τόσο σκοτεινό κομμάτι να μην μείνει απλώς “θεματικό” αλλά μουσικά ουσιαστικό, και ήταν από την αρχή το “End of an Ero (De Profundis)” γραμμένο ως κλείσιμο ή προέκυψε από τη ροή του δίσκου;
Το Shadows of Sorrow κουβαλάει από μόνο του ένα πολύ βαρύ συναισθηματικό και θεματικό φορτίο, οπότε η πρόκληση ήταν να μη μείνει απλώς ως “δήλωση”, αλλά να γίνει μια βιωμένη μουσική εμπειρία, κάτι που σε βάζει μέσα στην ατμόσφαιρα αντί να την περιγράφει απ’ έξω. Το γεγονός ότι γράφτηκε και μαζί με τη μητέρα μου το κάνει ακόμα πιο προσωπικό, μια κοινή πράξη μνήμης και καταγραφής που έδωσε στο κομμάτι άλλο βάρος και άλλη ευαισθησία. Γι’ αυτό και η προσέγγιση έπρεπε να είναι πολύ λεπτή: να κρατήσει τον χαρακτήρα του βιώματος, χωρίς να το εξηγεί υπερβολικά, αφήνοντας τον ήχο να μιλήσει από μόνος του.
Το ίδιο ισχύει και για το End of an Ero (De Profundis), το οποίο από πολύ νωρίς το είχαμε νιώσει, μαζί με τον Ekelon, ως φυσικό κλείσιμο του δίσκου. Δεν προέκυψε τυχαία από τη ροή, ήταν εξαρχής ένα κομμάτι που έφερνε μαζί του την αίσθηση του τέλους, αλλά όχι με δραματικότητα, περισσότερο με μια ήσυχη αποδοχή. Σαν σύνολο, λειτουργεί σαν κάθαρση: δεν προσπαθεί να “λύσει” το βάρος, αλλά να το κοιτάξει κατάματα και να το αφήσει να αποσυρθεί σιγά-σιγά και να σβήσει.
Μετά από έναν τόσο πολυεπίπεδο δίσκο, ποια κατεύθυνση νιώθεις ότι σου δείχνει η επόμενη μέρα στη μουσική;
Μετά το καλοκαίρι και την παρουσίαση του δίσκου, σκοπεύω να κάνω ένα sabbatical για να ολοκληρώσω το master μου στο animation, κάτι που για μένα είναι ένα παράλληλο δημιουργικό πεδίο πολύ σημαντικό. Από εκεί και πέρα, η επόμενη μουσική κατεύθυνση είναι ήδη χαρτογραφημένη: έρχεται το Devolution…, πρώτα το Σύμπαν, που όπως έχω αναφέρει είναι ένα πιο συλλογικό project και χρειάζεται διαφορετική οργάνωση και προσέγγιση, γιατί βασίζεται πολύ στη συνεργασία και στη συνύπαρξη πολλών καλλιτεχνών σε στούντιο. Οπότε ουσιαστικά η “επόμενη μέρα” είναι η φυσική συνέχεια αυτής της διαδρομής, απλώς σε ένα πιο ανοιχτό, συλλογικό πεδίο.
Το άλμπουμ στο YouTube:
https://www.youtube.com/playlist?list=OLAK5uy_k-7EgJC3UPBKD6VOxTFyM_M0tDnhddg_E
Το άλμπουμ στο Bandcamp:
https://eroseagull.bandcamp.com/album/revolution
ή
Το άλμπουμ στα iTunes:
https://music.apple.com/gr/album/revolution/1894852503
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:
Παιδί Τραύμα: «Δεύτερη Ζωή» (2025)
Καλλιόπη Μητροπούλου: «Το Between εκφράζει το μετέωρο, την αβεβαιότητα..»
Μια συζήτηση με τη Σtella: Επιβραδύνοντας για να πας μπροστά...
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.