Συνέντευξη: Χρήστος Κορναράκης
Φωτογραφίες: @eva.stamna
Οι Θεσσαλονικείς Cucumba μιλούν για το δεύτερο, ομώνυμο άλμπουμ τους, Cucumba (2026), τον ήχο indie/shoegaze, την παραγωγή του Γιάννη Μουχταρόπουλου και τα επόμενα βήματα της μπάντας.
Οι Cucumba ξεκίνησαν χωρίς να γνωρίζουν με ακρίβεια τι μπάντα ήθελαν να γίνουν. Ήξεραν μόνο ότι ήθελαν να παίξουν rock - στις πρώτες τους πρόβες χωρούσε ακόμη και το "Iron Fist" των Motörhead. Το Inexperienced του 2024 κατέγραψε αυτήν ακριβώς την περίοδο αναζήτησης. Στο δεύτερο, ομώνυμο άλμπουμ τους, Cucumba, οι Θεσσαλονικείς ακούγονται πλέον πιο σίγουροι για τον ηχητικό τους προσανατολισμό, χωρίς να έχουν χάσει την περιέργεια που τους έφερε ως εδώ.
Οι Γιάννης Παπαϊωάννου, Αργύρης Ψηλεκάρης, Πάνος Τριανταφυλλίδης και Γιάννης Μουχταρόπουλος δούλεψαν τον δίσκο συλλογικά από το στάδιο των προβών μέχρι την τελική ηχογράφηση, με τον τελευταίο να αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την παραγωγή, τη μίξη και το mastering. Πίσω από τις κιθάρες, τις μελωδικές γραμμές και την indie rock ενέργεια κρύβονται ιστορίες για την ανασφάλεια, τη μοναξιά, τον φόβο της στασιμότητας και την πρόκληση της ενηλικίωσης χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου.
Το Cucumba είναι τελικά ένας δίσκος για την αναζήτηση ταυτότητας και θέσης - μέσα σε μια μπάντα, ανάμεσα στους άλλους, αλλά και απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό. Και ίσως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εδώ: τη στιγμή που οι Cucumba δηλώνουν πως ξέρουν πλέον τι θέλουν, το μέλλον τους παραμένει ανοιχτό. Με τον Γιάννη Παπαϊωάννου να ετοιμάζεται για σπουδές jazz στην Ολλανδία, υπάρχει ακόμα μια ιστορία που περιμένει να ειπωθεί.

Τι σημαίνει το ομώνυμο άλμπουμ Cucumba;
Το πρώτο μας άλμπουμ, το Inexperience, δηλώνει αυτό ακριβώς που είναι. Μια πρώτη προσπάθεια για κάτι τέτοιο από όλους μας. Με το να είναι ομότιτλος ο δεύτερος δίσκος, επικοινωνούμε στο κοινό μας ότι αυτή τη φορά παραδίδουμε μια ολοκληρωμένη δήλωση από τη μπάντα. Τώρα ξέρουμε τι θέλουμε και ξέρουμε πως να το κάνουμε.
Στο Cucumba κυριαρχεί μια αίσθηση εσωτερικής αναμέτρησης με την ανασφάλεια και τη φθορά του χρόνου. Ήταν εξαρχής συνειδητή θεματική κατεύθυνση ή προέκυψε οργανικά;
Τα κομμάτια συνήθως ξεκινούσαν από μια ιδέα που θα έφερνε ο Γιάννης Π. ή ο Αργύρης και μετατρέπονταν σε ολοκληρωμένες συνθέσεις με την συμμετοχή όλων μας στις πρόβες. Οι στίχοι επίσης γράφονταν για το κάθε κομμάτι ξεχωριστά χωρίς να υπάρχει ένα ευρύτερο concept από πίσω. Η θεματική εσωτερικής αναμέτρησης με την ανασφάλεια και τη φθορά του χρόνου προέκυψε από τις καθημερινές μας σκέψεις που ως νεαροί ενήλικες πλέον, καλούμαστε να αλλάξουμε παραστάσεις.
Ο ήχος σας κινείται ανάμεσα σε indie rock καθαρότητα και πιο shoegaze υφές. Πώς αποφασίσατε τι αφήνει χώρο και τι "γεμίζει" σε κάθε κομμάτι;
Ο ήχος μας βασίζεται κατά πολύ στο ιδιαίτερο παίξιμο του Γιάννη Π. (lead κιθάρα). Τα κομμάτια γράφτηκαν με το σκεπτικό να διατηρηθεί μια ισορροπία μεταξύ πολύπλοκου παιξίματος και μιας (ελάχιστης αλλά καλοδεχούμενης) pop αισθητικής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ισορροπίας αυτής είναι το πρώτο κομμάτι του δίσκου "Forever Together" με ένα "busy" αλλά πιασάρικο (σύμφωνα με εμάς) riff.
Ο Γιάννης Μουχταρόπουλος έχει κεντρικό ρόλο σε παραγωγή, μίξη και mastering. Πώς επηρέασε αυτό τη συνολική ταυτότητα του δίσκου;
Γιάννης Μουχταρόπουλος (μπάσο, παραγωγή, μίξη, mastering): Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε πως δεν ήταν ατομική, αλλά ομαδική η διαδικασία της παραγωγής, από τις πρόβες που συνθέταμε τα κομμάτια μέχρι και τις ηχογραφήσεις και τη μίξη.
Δουλέψαμε όλοι μας σκληρά για να πετύχουμε τη χρυσή τομή του τι είχα εγώ στο μυαλό μου και το τι θα δούλευε για όλο το συγκρότημα. Προσπαθήσαμε να πλάσουμε έναν κεντρικό ήχο, που θα δούλευε ως θεμέλιο σε όλα τα κομμάτια και από κει και πέρα να διαφοροποιηθεί τόσο όσο χρειάζεται από τραγούδι σε τραγούδι.
Δεν το αντιμετωπίσαμε ως 10 ανεξάρτητα tracks αλλά ως 10 διαφορετικά μέρη του ίδιου συνόλου. Σε συνδυασμό με το ότι ο καθένας θα έπρεπε να νιώθει πως εκπροσωπείται και να νιώθει άνετα με το πως ακούγεται μέσα στο κομμάτι, αποδείχθηκε ίσως λίγο δυσκολότερο έργο απ' όσο περιμέναμε αλλά στο τέλος πιστεύω το καταφέραμε και δημιουργήσαμε ένα έργο για το οποίο μπορούμε να είμαστε περήφανοι, τόσο συνθετικά αλλά και σαν παραγωγή.
Σε κομμάτια όπως το Afraid of Blood και το Falling Behind υπάρχει έντονη δραματουργική κλιμάκωση. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η αφήγηση μέσα σε μια σύνθεση;
Αργύρης Ψηλέκαρης: Η αφήγηση είναι ένα τρομερά χρήσιμο εργαλείο για δημιουργική συγγραφή στίχων. Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις του δίσκου όμως δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο, απλά προέκυψε. Στο Afraid Of Blood, μάλλον δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τους στίχους ως μία ιστορία. Υπάρχει ένας κοινός θεματικός άξονας. Ο αφηγητής καλείται να αντιμετωπίσει αλλαγές, να τσαλακωθεί, να βγει εκτός του comfort zone του. Και αν και διστακτικός στην αρχή, στο τέλος συνειδητοποιεί πως τίποτα σε αυτήν την ζωή δεν δόθηκε απλόχερα και χωρίς κόπο. Τίποτα τουλάχιστον που να είναι άξιο θαυμασμού.
Στο Falling Behind τα πράγματα είναι διαφορετικά. Υπάρχει ξεκάθαρα ένα τοπίο, μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος.
Το 2λεπτο The Risk Of ... μας προϊδεάζει για το τι θα ακολουθήσει.
Ο αφηγητής είναι εξαντλημένος, αλλά αρνείται να αφήσει τον εαυτό του να ξεκουραστεί.
Πράγμα που μας οδηγεί στο Falling Behind. O αφηγητής ξυπνάει σε ένα νοσοκομείο και βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Δυσκολεύεται να κουνηθεί και οποιαδήποτε ενέργεια του μοιάζει βουνό. Θέλει πραγματικά να γιατρευτεί αλλά η ασθένεια του περιτριγυρίζεται από μυστήριο. Μετά από ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα καταφέρνει και φεύγει από το νοσοκομείο. Συνειδητοποιεί πως δεν αναπολεί τίποτα από την διαμονή του σε αυτό το κτήριο.
Υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού του όμως που αισθάνθηκε άνετα μέσα σε αυτήν την απομόνωση. Και σε αυτό το αίσθημα άνεσης προσπαθεί να αντισταθεί. Η αφήγηση δεν συνηθίζεται στου στίχους μας. Αυτή όμως η διαφορετική φόρμουλα οδήγησε σε κάτι πολύ όμορφο, καθώς οι στίχοι του Falling Behind είναι από τους αγαπημένους μου.

Στο άλμπουμ συνυπάρχουν ένταση και στιγμές σχεδόν αυτοσαρκαστικής αποφόρτισης, όπως στο Confessions of an Insecure Throat. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο;
Το album αποτελείται από 10 κομμάτια (11 αν μετρήσουμε το The Risk Of ως ξεχωριστή σύνθεση). Είχαμε 2 κομμάτια (Finish What You've Started και Confessions Of An Insecure Throat) τα οποία θεωρούσαμε πως βγαίναν λίγο εκτός του κλασσικού μας ήχου. Οπότε αποφασίσαμε να τα βάλουμε ακριβώς στην μέση του δίσκου. Η απάντηση στο "γιατί το κάναμε αυτό" βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα στο "για να σπάσουμε κάπως την μονοτονία", στο "γιατί δεν βρίσκαμε καλύτερο σημείο", και στο "γιατί μπορούμε".
Τα δύο κομμάτια αυτά, πέρα από τον κάπως διαφορετικό ήχο, έχουν και διαφορετικές θεματικές στους στίχους. Το Finish What You've Started περιγράφει τις παράλογες σκέψεις και τις εντάσεις που δημιουργήθηκαν στις ηχογραφήσεις του πρώτο μας δίσκου. Όλη αυτή η παράνοια προσωποποιείται σε μια φιγούρα, τα κατορθώματα της οποίας ακούμε στο κομμάτι. Το Confessions Of An Insecure Throat είναι πιο προσωπικό και μιλάει για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Αργύρης ως τραγουδιστής και frontman, παίρνοντας έμπνευση από μια καταστροφική live εμφανίση της μπάντας.
Fun fact: ο στίχος "this is why you should stay away from dairy" αναφέρεται στην πεποίθηση που υπάρχει στο διαδίκτυο και υποστηρίζει ότι οι τραγουδιστές πρέπει να αποφεύγουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα πριν τις live εμφανίσεις διότι αυξάνουν τις εκκρίσεις των βλεννογόνων αδένων ..... σκέτη παράνοια.
Το Just Maybe Alright μοιάζει σαν συναισθηματικό κέντρο του δίσκου. Υπήρξε εξαρχής ως "άγκυρα" ή απέκτησε αυτόν τον ρόλο στην πορεία;
Διάφορα τραγούδια γράφτηκαν με στόχο να ορίσουν το βασικό χαρακτήρα του άλμπουμ έτσι ώστε να ξέρεις πως να κινηθείς στις "εξαιρέσεις". Το συγκεκριμένο είναι ένα Cucumba-core κομμάτι (έτσι χαρακτηρίζαμε αυτά τα κομμάτια). Δεν είναι το μόνο με αυτό το ρόλο. Θεωρείται μια από τις πιο δυνατές μας συνθέσεις και σε αυτό συμφωνούμε όλα τα μέλη της μπάντας. Για ένα διάστημα σκεφτόμασταν να ονομάσουμε τον δίσκο "Just Maybe, Alright", αλλά στην συνέχεια νίκησε το "Cucumba".

Πώς ορίζουν οι Cucumba την ταυτότητά τους μετά από δύο άλμπουμ;
Όταν ξεκινήσαμε την μπάντα, η αλήθεια είναι πως δεν ξέραμε τι ήχο θέλαμε να έχουμε (ένα από τα κομμάτια που παίζαμε στις πρώτες πρόβες μας ήταν το Iron Fist των Motörhead). Το μόνο που ξέραμε είναι ότι θέλαμε να παίζουμε ροκ. Υπήρξαν αρχικά μερικές άστοχες προσεγγίσεις, αλλά η απόρριψη των ιδεών αυτών μας δημιούργησε μια κάπως καλύτερη εντύπωση για τον ήχο που θέλαμε να έχουμε. Ο πρώτος δίσκος είχε τον ήχο αυτό σε πολλά σημεία, αλλά αισθανόμαστε πως ο δεύτερος είναι ένα πιο σίγουρο βήμα. Το προς τα που βαδίζουν οι Cucumba είναι κάπως μετέωρο για την ώρα, μιας και ο κιθαρίστας μας (Γιάννης) πάει να παίξει τζαζ στην Ολλανδία. Αυτό που μπορούμε να σας πούμε με σιγουριά είναι πως έχουμε κάτι τελευταίο πριν σας αφήσουμε για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.
________________________________________
Οι Cucumba
Μέλη:
• Γιάννης Παπαϊωάννου (κιθάρα)
• Αργύρης Ψηλεκάρης (φωνή, κιθάρα, πλήκτρα)
• Πάνος Τριανταφυλλίδης (τύμπανα)
• Γιάννης Μουχταρόπουλος (μπάσο, παραγωγή, μίξη, mastering)
Δισκογραφία:
• Inexperienced (2024)
• Cucumba (31 Μαΐου 2026, self-released, 11 tracks, ~42 λεπτά)
Ακούστε το Cucumba: Bandcamp | Spotify | Apple Music
________________________________________
Συχνές ερωτήσεις για τους Cucumba...
Ποιοι είναι οι Cucumba;
Οι Cucumba είναι τετραμελές indie rock συγκρότημα από τη Θεσσαλονίκη, με τους Γιάννη Παπαϊωάννου (κιθάρα), Αργύρη Ψηλεκάρη (φωνή, κιθάρα), Πάνο Τριανταφυλλίδη (τύμπανα) και Γιάννη Μουχταρόπουλο (μπάσο, παραγωγή).
Πότε κυκλοφόρησε το άλμπουμ Cucumba;
Το ομώνυμο δεύτερο άλμπουμ τους κυκλοφόρησε ανεξάρτητα στις 31 Μαΐου 2026 και περιλαμβάνει 11 κομμάτια συνολικής διάρκειας ~42 λεπτών.
Ποιος έκανε την παραγωγή του δίσκου;
Η παραγωγή, μίξη και mastering έγιναν από τον Γιάννη Μουχταρόπουλο, μέσα από συλλογική διαδικασία με όλα τα μέλη της μπάντας.
Ποιο είναι το μουσικό στυλ των Cucumba;
Κινούνται στο φάσμα του alternative/indie rock με shoegaze και post-punk επιρροές, διατηρώντας ισορροπία μεταξύ πολύπλοκου παιξίματος και pop αισθητικής.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ:
Case Zero: «Μερικές φορές το λάθος timing δεν σημαίνει ότι κάτι δεν αξίζει να συμβεί»...
Στράφι: «Πάνω από τα Χώματα» – Το... Pinios Punk στα καλύτερα του
Ανώμαλα Ρίμματα «Βαρύτητα» E.P.
Το «Till The End» των Ομίχλη: Ασταμάτητο πόγκο μέχρι τελικής πτώσης...
To "The Weight of Forever" των HeadQuake, μια ηχητική επένδυση για δρόμους χωρίς επιστροφή...
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.
Χρήστος Κορναράκης
Ο Χρήστος Κορναράκης γεννήθηκε μια ζεστή μέρα του Ιούλη στην Αθήνα. Παράλληλα με τις σπουδές του (υποκριτική, μάρκετιγκ και επικοινωνία) και όντας συλλέκτης δίσκων από τα παιδικά του χρόνια, αρθρογράφησε επί μία δεκαετία στο blog fromthebasement.com και στην μετέπειτα εξέλιξη του, το ypogeio.gr. Η ένταξη του στην ομάδα του Merlin’sMusic Box αποτελεί φυσική εξέλιξη.