Ντοκουμέντο: Το κείμενο της διάλυσης των Crass (1984)

Μετάφραση: Γιάννης Καστανάρας

Οι Crass έχουν περάσει πλέον στην ιστορία. Έχουν γράψει βιβλία κι έχουν γραφτεί βιβλία γι’ αυτούς καθώς υπήρξαν ένα συγκρότημα που πρόβαλλε δραστικά μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, την ειρήνη, την αναρχική θεωρία και πράξη και τον επαναστατικό ακτιβισμό. Στην εποχή τους οι Crass τα έδωσαν όλα, προσπαθώντας να γελοιοποιήσουν τη θατσερική εξουσία υπερνικώντας κάθε εμπόδιο και στιγματίζοντας με λόγια και έργα κάθε μορφή πολιτεύματος. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ανακοίνωση για τη διάλυση της μπάντας και παρουσιάστηκε ταυτόχρονα με το τελευταίο τους προκλητικό πόνημα, το άλμπουμ Best Before 1984 που είδε το φως την χρονιά του Όργουελ. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο δεύτερο τεύχος του Merlin's Music Box μεταφρασμένο από τα γαλλικά, αλλά τότε είχε κάποιες παραλείψεις και μερικά λαθάκια.

Το 1976, όταν το πανκ έγινε για πρώτη φορά πρωτοσέλιδο στη χώρα με το μήνυμα “do it yourself”, εμείς που με διάφορους τρόπους και για πολλά χρόνια κάναμε ακριβώς αυτό, πιστέψαμε αφελώς ότι οι κύριοι Rotten, Strummer και λοιποί το εννοούσαν. Επιτέλους δεν ήμασταν μόνοι.
Η ιδέα για την δημιουργία μια μπάντας προέκυψε πολύ απλά: καθένας ήταν ελεύθερος να συμμετέχει και οι πρόβες ήταν οχλαγωγικές καταστάσεις που συνήθως κατέληγαν σε πάρτι όπου το αλκοόλ έρεε άφθονο. Οργανώναμε συναυλίες και συμμετείχαμε σε χαοτικές διαδηλώσεις ανεπάρκειας και ανεξαρτησίας. Τη μια μας έδιωχναν, την άλλη μας απέρριπταν και μας απαγόρευσαν να παίζουμε στο θρυλικό πλέον Roxy Club επειδή, όπως έλεγαν, ήθελαν μόνο παιδιά που συμπεριφέρονταν κόσμια, θαρρείς και νόμιζαν πως οι κιθάρες και τα μικρόφωνα ήταν μόνο για παιχνίδι.
Ήδη είχαμε συνειδητοποιήσει ότι οι πανκ συνάδελφοί μας, οι Pistols, οι Clash και όλες οι άλλες μαριονέτες του συστήματος δεν είχαν καμία σχέση με εμάς. Μπορεί να νόμιζαν ότι έκλεβαν τι πολυεθνικές αλλά στην πραγματικότητα έκλεβαν το κοινό τους. Νοιάζονταν μόνο για τον εαυτό τους, άρχισαν άλλη μια εύκολη μόδα, αγόρασαν ένα νέο μισθωτήριο ζωής στη μοδάτη Κινγκς Ρόουντ του Λονδίνου και ισχυρίζονταν ότι είχαν αρχίσει μια επανάσταση. Η παλιά γνωστή ιστορία. Ήμασταν πάλι μόνοι.


Μέσα στη ζάλη του αλκοόλ αποφασίσαμε να κάνουμε αποστολή μας τη δημιουργία μιας αληθινής εναλλακτικής λύσης στην εκμετάλλευση της μουσικής βιομηχανίας, θέλαμε να προσφέρουμε κάτι που έδινε παρά έπαιρνε, θέλαμε να κάνουμε να επιβιώσει. Πολλές υποσχέσεις είχαν δοθεί πάνω από τη σκηνή μόνο και μόνο για να ξεχαστούν στους δρόμους.
Σε όλη τη διάρκεια του παρατεταμένου, μοναχικού χειμώνα του ’77-’78 εμφανιζόμασταν τακτικά στο White Lion στο Πούτνεϊ με τους UK Subs. To κοινό ήταν ως επί το πλείστον εμείς όταν έπαιζαν οι Subs και οι Subs όταν παίζαμε εμείς. Μερικές φορές ήταν αποθαρρυντικό αλλά συνήθως είχε πλάκα. Ο ακούραστος ενθουσιασμός του Charley Harper ήταν πάντα έμπνευση όταν η διάθεση γινόταν ζοφερή. Η απόλυτη πίστη του στο πανκ σαν μουσική του λαού είχε περισσότερη σχέση με την επανάσταση από όσο ο McLaren θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Με το επίμονο κουράγιο μας εκθέσαμε τους τσαρλατάνους του πανκ για αυτό που πράγματι ήταν – μια απάτη της μουσικής βιομηχανίας.
Οι συναυλίες μας παρέμεναν άγριες και δαιμονισμένες, ήμασταν ακόμα πολύ φοβισμένοι για να παίζουμε ξεμέθυστοι και βρισκόμασταν σε τόσο χάλια κατάσταση που δεν ήξερε ο ένας τι έπαιζε ο άλλος. Παρά το χάος όμως το διασκεδάζαμε, κανείς δεν γκρίνιαζε για δερμάτινες μπότες ούτε για το γάλα στο τσάι, κανείς δεν ήθελε να ξέρει αν η αναρχία ήταν συμβατή με την ειρήνη, κανείς δεν μας έπρηζε με ατέλειωτους μονολόγους για τον Μπακούνιν, τον οποίο πιθανόν εκείνη την εποχή να περνούσαμε για κάποια μάρκα βότκας. Ήμασταν ανοιχτοί σε ιδέες και χτίζαμε μια κοινή ζωή μόνοι μας. Ήταν τα ένδοξα χρόνια προτού οι εναλλακτικές προοπτικές που δημιουργούσαμε καταντήσουν άλλη μια σειρά από αδιάλλακτους κανόνες, προτού αυτό που προσδιορίζαμε σαν αληθινό πανκ γίνει άλλο ένα ελεεινό γκέτο. Παίξαμε μάλιστα και σε μια συναυλία του Rock Against Racism, τη μόνη συναυλία για την οποία πληρωθήκαμε ποτέ. Όταν τους είπαμε να κρατήσουν τα χρήματα για τον αγώνα, μας ενημέρωσαν ότι “αυτός ήταν ο αγώνας”. Δεν ξαναπαίξαμε σε εκδήλωσή τους.

Την εποχή που όλο και περισσότεροι τσαρλατάνοι του πανκ έφευγαν στην Αμερική για πάρουν μια μυρωδιά για το τι θα τους συνέφερε καλύτερα, η απομόνωσή μας έγινε σκληρότερη. Έτσι, αποφασίσαμε να κόψουμε τις μαλακίες με το ποτό και να σοβαρευτούμε. Υιοθετήσαμε τα μαύρα ρούχα σαν ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στον υπεροπτικό ναρκισσισμό τον πανκ του συρμού και στις συναυλίες μας αρχίσαμε να ενσωματώνουμε ταινίες και βίντεο. Τυπώσαμε φυλλάδια που εξηγούσαν τις ιδέες μας και μια εφημερίδα, την International Anthem. Σχεδιάσαμε το πανό που κρεμούσαμε πίσω μας μέχρι το τέλος και δεσμευτήκαμε να συνεχίσουμε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του τότε μυθικού 1984.


Αργότερα, το καλοκαίρι του 1978, ο Pete Stennet, ο ιδιοκτήτης της μικρής εταιρείας Small Wonder Records, άκουσε ένα ντέμο μας και ξετρελάθηκε. Ήθελε να κυκλοφορήσει ένα σινγκλ αλλά επειδή δεν μπορούσε να αποφασίσει για τα κομμάτια ηχογραφήσαμε όλα τα τραγούδια που είχαμε γράψει και φτιάξαμε το πρώτο 45άρι πολλαπλών κομματιών που είχε κυκλοφορήσει ποτέ. Ονομάσαμε το άλμπουμ The Feeding of 5000 επειδή 5000 ήταν ο ελάχιστος αριθμός που μπορούσαμε να τυπώσαμε – δηλαδή 4.900 περισσότερα από όσα πιστεύαμε ότι θα πουλούσε! Σημειώστε ότι τώρα [1984] θα κοντεύει να γίνει χρυσός αν και δεν νομίζουμε ότι θα υπάρξει κάποια σχετική αναφορά στον μουσικό τύπο.
Έτσι, έχοντας όλο μας το ρεπερτόριο σε ένα δίσκο, φασκιωμένο μέσα σε ένα άκρως πρωτότυπο ασπρόμαυρο εξώφυλλο, ο μουσικός τύπος ήταν πλέον σε θέση να εξαπολύσει ένα μπαράζ επιθέσεων που θα μας ακολουθούσε όλα τα επόμενα χρόνια. Μίσησαν και το δίσκο και εμάς και η απέχθειά τους όλο και μεγάλωνε. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι υπήρξαμε μια από τις σημαντικότερες μπάντες στην ιστορία του βρετανικού ροκ – μπορεί να μην επηρεάσαμε τόσο μουσικά αλλά η επιρροή μας σε ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα υπήρξε τεράστια. Εξαρχής τα μέσα προσπάθησαν να μας αγνοήσουν και μας έδιναν εύσημα με το ζόρι μόνο όταν δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Είναι όλα πολύ απλά: αν δεν παίζεις το παιχνίδι τους, δηλαδή την εμπορική εκμετάλλευση, δεν παίζουν το δικό σου. Η μουσική βιομηχανία δεν αγοράζει μονάχα μουσικούς, αγοράζει και τον μουσικό τύπο. Οι τσαρλατάνοι έχουν εξαπλωθεί παντού και σε ένα βάθος που δεν μπορείς καν να φανταστείς.
Παρόλα αυτά, όταν συνειδητοποίησαν ότι ήμασταν απειλή για τον έλεγχό τους, άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτες προσφορές από τον εχθρό. Ένα προσπάθησε να μας εξαγοράσει με φτηνό κρασί και προσφέροντας 50.000 λίρες και λέγοντας ότι θα μας προωθούσε με το “πακέτο Pursey”. Μας ενημέρωσε επίσης ότι μπορούσε να “εκμεταλλευτεί εμπορικά” την επανάσταση και ότι δεν θα καταφέρναμε τίποτα χωρίς τη βοήθειά του. Ήταν η πρώτη από τις πολλές προσφορές που απορρίψαμε, ποτέ δεν το μετανιώσαμε, και, συμπτωματικά, δεν ακούσαμε και πάρα πολλά για τον Jimmy Pursey.


Το 1979, όταν κυκλοφόρησε το Feeding, το πρώτο κομμάτι ήταν σιωπηλό και λεγόταν “The Sound of Free Speech”. Το εργοστάσιο κοπής είχε αποφασίσει ότι ένα κομμάτι, το “Asylum” ήταν υπερβολικά βλάσφημο για τα γούστα του και τα γούστα του κοινού. Τέτοιο είναι το αληθινό πρόσωπο του “ελεύθερου κόσμου”.
Τελικά βρήκαμε ένα εργοστάσιο πρόθυμο να δεχτεί το κομμάτι κι έτσι το ξαναηχογραφήσαμε μαζί με το “Shaved Women”, τυπώσαμε τα εξώφυλλα στο σπίτι, το πουλήσαμε για 45 πένες και φαλιρίσαμε κυριολεκτικά.
Μόλις κυκλοφόρησε το σινγκλ “Reality Asylum” άρχισαν και τα προβλήματα. Παράπονα από το “γενικότερο κοινό” κατέληξαν σε αστυνομικές επιδρομές σε καταστήματα σε ολόκληρη τη χώρα και σε μια επίσκεψη από το τμήμα ηθών της Σκότλαντ Γιάρντ. Έπειτα από ένα ευχάριστο απόγευμα πίνοντας τσάι με τους θεματοφύλακες της δημόσιας ηθικής, μας άφησαν απειλώντας με δίωξη που κρεμόταν από πάνω μας για όλο τον επόμενο χρόνο. Τελικά λάβαμε ένα σημείωμα που μας ενημέρωνε πως ήμασταν ελεύθεροι αλλά καλύτερα να μην το επαναλαμβάναμε. Λόγω της φύσης της “ελευθερίας” μας ήταν αναπόφευκτο να το επαναλάβουμε κι έτσι τέθηκε σε κίνηση ένας συνεχής κύκλος αστυνομικής παρενόχλησης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Περίπου την ίδια εποχή κάναμε την πρώτη και μοναδική ραδιοφωνική μας εμφάνιση για τον John Peel. Από εκεί και μετά η φήμη μας σαν βωμολόχοι αλητάμπουρες μας απέκλεισε από τα ερτζιανά, αν και εμφανιστήκαμε σε αρκετές εκπομπές με αποτέλεσμα να απαγορευτούμε προσωρινά από το BBC. Προφανώς, η διατύπωση αντιδραστικών απόψεων για τα Φόκλαντ δεν ήταν αποδεκτά από τους ακροατές που πλημμύρισαν το τηλεφωνικό κέντρο του BBC με καταγγελίες.

Για να αντισταθμίσουμε τους ισχυρισμούς του τύπου ότι δεν ήμασταν παρά αριστεροί/δεξιοί τραμπούκοι – δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς ήμασταν – αρχίσαμε να κρεμάμε μια αναρχική σημαία δίπλα στο πανό μας. Εκείνη την εποχή το άλφα σε κύκλο σπανίως εμφανιζόταν πέρα από τα όρια της καθιερωμένης και εν γένει ανιαρής αναρχικής φιλολογίας. Σε λίγους μήνες το σύμβολο βρισκόταν σε δερμάτινα μπουφάν, σε κονκάρδες και στους τοίχους σε όλη τη χώρα και σε λίγα χρόνια εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Μπορεί ο Rotten να αυτοχαρακτηριζόταν αναρχικός αλλά εμείς ήμασταν που σχεδόν μόνοι μας δημιουργήσαμε την αναρχία σαν ένα λαϊκό κίνημα για εκατομμύρια ανθρώπους.
Την ίδια περίοδο ανακαλύψαμε ότι η CND (Εκστρατεία για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό) υπήρχε ακόμα, αν και σε άθλια κατάσταση και αποφασίσαμε να προωθήσουμε την υπόθεσή της, κάτι που η οργάνωση ήταν ανίκανη να κάνει. Στο εφεξής και παρά τις ειρωνείες του μουσικού τύπου προσθέσαμε στις συναυλίες μας το σήμα της ειρήνης.
Οι προσπάθειές μας στο δρόμο σιγά σιγά αναζωογόνησαν την CND. Την κάναμε γνωστή σε χιλιάδες ανθρώπους που αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της αναβίωσής της. Ένας νέος και μέχρι τώρα ενιαίος τομέας της κοινωνίας είχε εμφανιστεί σε μια μορφή ριζοσπαστικής σκέψης που κορυφώθηκε στα μεγάλα συλλαλητήρια, τις διαδηλώσεις και τις ενέργειες που συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Το αληθινό αποτέλεσμα της δουλειάς μας δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο μέσα στα πλαίσια του ροκ εντ ρολ αλλά στη ριζοσπαστικοποίηση χιλιάδων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Από τις Πύλες του Γκρίναμ Κόμον μέχρι το Τείχος του Βερολίνου, από τις δράσεις του Stop The City μέχρι παράνομες συναυλίες στην Πολωνία, το συγκεκριμένο είδος του αναρχοπασιφισμού μας που σήμερα θεωρείται σχεδόν συνώνυμο του πανκ, έγινε γνωστό παντού.
Από τις αρχές του ’77 κηρύξαμε πόλεμο στους τοίχους του Λονδίνου γεμίζοντάς τους με γκραφίτι. Τα μηνύματά μας με στένσιλ, οτιδήποτε από το “Fight War Not Wars” μέχρι το “Stuff Your Sexist Shit”, ήταν τα πρώτα του είδους που εμφανίστηκαν στη Βρετανία κι ενέπνευσαν ένα ολόκληρο κίνημα που σήμερα δυστυχώς το έχουν επισκιάσει οι καλλιτέχνες του χιπ χοπ, οι οποίοι το μόνο που κάνουν είναι να επιβεβαιώνουν την ύπουλη φύση της αμερικανικής κουλτούρας.
Για να γιορτάσουμε την επιτυχία μας με τα σπρέι αποφασίσαμε να ονομάσουμε το επόμενο άλμπουμ μας Station Of The Crass που είχαν σαν εξώφυλλο τη φωτογραφία κάποιου που από εμάς σε ώρα εργασίας στους σταθμούς του λονδρέζικου μετρό. Στο Stations ξεχώριζε το πρώτο εξάπτυχο περιτύλιγμα και συνοδευόταν από ένα πατς που είχαμε τυπώσει μόνοι μας.


Τώρα όμως ο Pete της Small Wonder άρχιζε να κουράζεται από το ενδιαφέρον που έδειχνε για το μαγαζί του η αστυνομία εξαιτίας μας κι έτσι δανειστήκαμε τα χρήματα για να κυκλοφορήσουμε μόνοι μας το Stations. Πούλησε αρκετά αντίτυπα και πολύ σύντομα καταφέραμε να αποπληρώσουμε το δάνειο και να διπλώνουμε τα εξώφυλλα με μηχανή αντί στο σπίτι με το χέρι.
Το Stations συνέχισε να πουλάει και σύντομα ήμασταν σε θέση να κυκλοφορούμε υλικό από άλλες μπάντες. Ιδρύθηκε η Crass Records και ξεκινήσαμε με ένα 45άρι των Zounds [σημ. Στην πραγματικότητα το πρώτο ήταν το Penny, Donna & The Kebabs…], το πρώτο από εκατό και πλέον συγκροτήματα που παρουσιάσαμε στο ανύποπτο κοινό.
Την άνοιξη του 1980, αφού δώσαμε αρκετές συναυλίες συμπαράσταση για το ταμείο υπεράσπισης των φυλακισμένων αναρχικών που παραδόξως ήταν γνωστοί ως “Persons Unknown", μας ρώτησαν, με την απελευθέρωσή τους, αν μπορούσαμε να συμβάλλουμε στη δημιουργία ενός Αναρχικού Κέντρου. Ηχογραφήσαμε το “Bloody Revolutions” με το “Persons Unknown” των Poison Girls στην άλλη πλευρά και με τα έσοδα άνοιξε το κέντρο. Για πάνω από ένα χρόνο υπήρξε μια μάλλον δύσκολη σχέση ανάμεσα στους αναρχικούς της Persons Unknown που ανήκαν στην παλιά σχολή και τους αναρχοπάνκηδες. Τελικά η ιδεολογική πίεση έγινε πολύ μεγάλη και το κέντρο έκλεισε.
Η σχετική ευκολία με την οποία μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε χρήματα για το κέντρο μας έδειξε την τεράστια δύναμη που είχαμε για να παράγουμε ιδέες αλλά και τα αναγκαία μέσα για να τις πραγματοποιούμε. Ήδη συγκεντρώναμε μεγάλα πλήθη στις συναυλίες μας κι έτσι αποφασίσαμε ότι το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε είναι να παίζουμε μόνο σε εκδηλώσεις συμπαράστασης. Με τα χρόνια καταφέραμε να εξασφαλίσουμε κεφάλαια για μια μεγάλη ποικιλία διαφορετικών υποθέσεων.
Είχε φτάσει η στιγμή για μια φεμινιστική επίθεση. Για κάποιο διάστημα γνωρίζαμε ότι μας χαρακτήριζαν σαν μια ενοχλητική μπάντα και ότι το φεμινιστικό στοιχείο μας ως επί το πλείστον είχε αγνοηθεί. Κυκλοφορήσαμε το Penis Envy και ο μουσικός τύπος, χάνοντας τελείως το νόημα, το υποδέχτηκε σαν να είχε γίνει από “τους μόνους φεμινιστές που ήταν αρκετά ελκυστικοί ώστε να δείχνουν ότι τραγουδούν από επιλογή παρά από εκδίκηση”. Τι κάνεις με αυτούς τους τύπους; Η αντίδραση από πολλούς “φίλους” των Crass εξέφρασε παρόμοιες προκαταλήψεις αλλά από μια εντελώς διαφορετική γωνία. Ήθελαν να ξέρουν γιατί τραγουδούν μόνο οι “γκόμενες”. Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα.
Το τελευταίο κομμάτι στο Penis Envy είχε τίτλο “Our Wedding”, μια σάτιρα πάνω στις ρομαντικές μαλακίες, που πρόσφεραν οι “Δημιουργικές Υπηρεσίες Ηχογράφησης και Ήχου” στο Loving, ένα περιοδικό που ειδικευόταν στην εκμετάλλευση της μοναξιάς των εφήβων. Το Loving το πρόσφερε περήφανα στους αναγνώστες του σαν “απαραίτητο για εκείνη τη χαρμόσυνη μέρα”. Όταν αποκαλύφθηκε η απάτη, ο κόσμος του βρετανικού τύπου κλονίστηκε και στο Loving έπεσαν κεφάλια.


Η κυκλοφορία του Penis Envy επιβεβαίωσε την υποψία που είχαμε για κάμποσο καιρό. Έπειτα από μια εβδομάδα στα δισκοπωλεία μπήκε στα εθνικά τσαρτς στο Νο 15 αλλά την επόμενη εβδομάδα δεν υπήρχε καν στο Top 100. Την ίδια τύχη είχε το “Nagasaki Nightmare” – ξέραμε ότι δεν ήταν δυνατόν τη μια εβδομάδα να βρίσκεται τόσο ψηλά στον κατάλογο και την επόμενη να μην υπάρχει πουθενά. Μας ήταν προφανές ότι αν οι μεγάλες εταιρείες πλήρωναν για να μπαίνουν οι δίσκοι τους στα τσαρτς πλήρωναν για να βγαίνουν οι δικοί μας. Ξέραμε ότι η ΕΜΙ μας αντιπαθούσε, είχαν στείλει μια εγκύκλιο στα τμήματα καλλιτεχνών και ρεπερτορίου απαγορεύοντας κάθε επαφή με το “προσωπικό των Crass” και ότι τα καταστήματά της HMV δεν είχαν αγγίξει το υλικό μας από τότε που είχαν αντιρρήσεις για την αφίσα μας στο "Bloody Revolutions". Τι άλλα ύπουλα κόλπα εξυφαίνονταν πίσω από τις πλάτες μας;
Για ένα διάστημα περιοδεύσαμε σε ολόκληρη τη Βρετανία, πηγαίνοντας με θάρρος σε μέρη που ποτέ δεν είχε πατήσει άλλη μπάντα το πόδι της. Σε λέσχες χωριών, σε καλύβες προσκόπων, σε κοινοτικά κέντρα, οπουδήποτε που δεν ήταν κλαμπ που σε έκλεβαν ή το παραχαϊδεμένο πανεπιστημιακό κύκλωμα. Εκατοντάδες άνθρωποι ταξίδευαν για να έρθουν κοντά μας σε απίθανα μέρη για να γιορτάσουμε την αμοιβαία αίσθηση ελευθερίας. Μοιραζόμασταν τη μουσική μας, ταινίες, λογοτεχνία, συζητήσεις, φαγητό και τσάι. Όπου πηγαίναμε συναντούσαμε χαμογελαστά πρόσωπα, έτοιμα και πρόθυμα να δημιουργήσουν μια εναλλακτική λύση στη ζοφερή πραγματικότητα γύρω τους.
Δεν ήταν πάντα εύκολο, πάντα υπήρχαν εκείνοι που ήθελαν να καταστρέφουν αυτό που χτίζαμε. Προσπαθήσαμε να παίξουμε στο Φεστιβάλ του Στόουνχεντζ αλλά μας ξυλοκόπησαν μηχανόβιοι. Το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο και το Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα διέλυσαν συναυλίες μας. Διώξαμε το φασιστικό Βρετανικό Κίνημα από το Ρίντινγκ και τις φάγαμε από την Κόκκινη Ταξιαρχία στο Λονδίνο. Υπήρξαν πολλά προβλήματα αλλά τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη χαρά μας.

 

Το 1981 κυκλοφόρησε το άλμπουμ μας Pennis Εnvy που ξεσήκωσε σάλο σε όλα τα στρώματα της αγγλικής κοινωνίας τόσο εξ αιτίας του τίτλου, όσο και του περιεχομένου των στίχων. Ο δίσκος αυτός επιβεβαίωσε αυτό που δηλώναμε χρόνια πριν: μία εβδομάδα μετά την κυκλοφορία του, βρέθηκε στο Νο 15 του τσάρτ. Tην επόμενη δεν αναφερόταν πουθενά στους καταλόγους επιτυχιών! Το ίδιο συνέβη και με το σινγκλ "Nagashaki Nightmare". Είναι προφανές πως είναι παράλογο τη μία μέρα να κατακτάς μία τόσο ψηλή θέση και την άλλη να μην υπάρχεις! Εφόσον οι εταιρείες μπορούσαν να πληρώνουν για να μπαίνουν οι δίσκοι τους στο hit parade, το ίδιο εύκολα μπορούσαν να πληρώνουν ώστε να αποσύρονται οι δικοί μας.
Δώσαμε συναυλίες εδώ και κει, ακόμα και σε μέρη που ποτέ δεν είχε πατήσει άλλη μπάντα. Σε προαστιακές λέσχες, κοινωνικά ιδρύματα, γκέτο, οπουδήποτε εκτός από ντισκοτέκ, ιδιωτικές λέσχες και πανεπιστήμια. Εκατοντάδες ήταν έτοιμοι να μας ακολουθήσουν στην άκρη του κόσμου. Παίξαμε σε μουσικές, κοινωνικές, λογοτεχνικές, κινηματογραφικές εκδηλώσεις και συζητήσεις. Παντού συναντούσαμε χαμόγελα και παιδιά έτοιμα να σκεφτούν εναλλακτικές λύσεις μέσα στη γενική μαυρίλα. Αυτές οι δραστηριότητες δεν γίνονταν πάντα εύκολα. Πάντα κάποιος ήταν πρόθυμος να καταστρέψει όσα είχαμε φτιάξει με κόπο. Θελήσαμε να πάμε στο φεστιβάλ του Στόουνχετζ αλλά μας έκοψαν τη φόρα. Οι μπάτσοι μας επισκέπτονταν συχνά σε μέρη όπου παίζαμε: στο Μπέλφαστ, στο Ρέντινγκ, στο Λονδίνο. Κανένα πρόβλημα όμως δεν στάθηκε ικανό να υπονομεύσει τη χαρά μας.
Στη διάρκεια του 1981 ηχογραφήσαμε το Christ The Album που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1982. Αυτή τη φορά όμως το πρόβλημα υπονόμευσε τη χαρά μας: Η Μεγάλη Βρετανία είχε πάει σε πόλεμο.


Ασήμαντα γεγονότα σε ένα πανάγνωστο νησί που λεγόταν Νότια Γεωργία οδήγησε σε σημαντικά γεγονότα σε ένα επίσης πανάγνωστο νησί που λεγόταν Φόκλαντ. Το πρώτο αγκάθι είχε τοποθετηθεί στην αναρχοπασιφιστική φούσκα, ένα αγκάθι που σε διάστημα λίγων μηνών έκανε τη φούσκα κομμάτια. Καθώς νέοι άνδρες πέθαιναν κατά εκατοντάδες, τα τραγούδια μας, οι διαμαρτυρίες μας, τα φυλλάδιά μας, οι λέξεις και οι ιδέες μας ξαφνικά φάνηκαν άνευ αξίας. Στην ουσία γνωρίζαμε ότι αυτό που είχαμε να προσφέρουμε είχε αξία, ότι αυτά που πιστεύαμε άξιζαν τον κόπο, αλλά προς στιγμήν όλα έμοιαζαν μάταια.
Η Θάτσερ ήθελε τον πόλεμο για να ενισχύει την εξασθενημένη προεκλογική εικόνα του κόμματός της. Αν ήθελε πόλεμο θα τον είχε, μαζί με ό,τι άλλο γούσταρε.
Με κίνδυνο να θεωρηθούμε οι προδότες που άλλωστε ήμασταν, κυκλοφορήσαμε μέσω ύποπτων οδών ένα φλέξι σινγκλ ενάντια στον Πόλεμο στα Φόκλαντ και αμέσως ο μουσικός τύπος μας χαρακτήρισε “προδότες”. Δεχτήκαμε επίσης αυστηρότατη προειδοποίηση από τη Βουλή των Κοινοτήτων να “προσέχουμε τα βήματά” μας. Οι διαμαρτυρίες ενάντια στον πόλεμο έμοιαζαν ουσιαστικά ανύπαρκτες και η όποιες επικρίσεις από τον τύπο φιμώθηκαν. Όταν τα ζητήματα ήταν αφηρημένα, το ειρηνευτικό κίνημα εύκολα φώναζε “Όχι άλλο πόλεμο” και τώρα που υπήρχε ένας πόλεμος για φωνάζει, η σιωπή ήταν οδυνηρή.
Ωστόσο μόνο όταν τελείωσε ο πόλεμος και κυκλοφορήσαμε το “How Does It Feel To Be The Mother Of A Thousand Dead?” η κατάσταση επιδεινώθηκε στο έπακρο. Αφού η Θάτσερ ρωτήθηκε στο κοινοβούλιο αν είχε ακούσει τον δίσκο, ήταν αναπόφευκτο ότι εκείνη και το κόμμα της θα ήθελαν να μας τιμωρήσουν. Ο συντηρητικός βουλευτής Τim Eggar ανέλαβε την ατυχή αποστολή των διαδικασιών της δίωξης και εξαρχής δεν μπορούσε να βγάλει άκρη. Η υπόθεση κατέρρευσε τελείως όταν εκθέσαμε τον Eggar ζωντανά στο ραδιόφωνο σαν εντελώς ηλίθιο. Οι συντηρητικοί έκαναν πίσω αμέσως μετά την άθλια παράστασή του και μάλιστα μπήκαν στον κόπο να διανείμουν ένα σημείωμα που έδινε εντολή στα μέλη του κόμματος να αγνοούν κάθε πρόκληση από την πλευρά μας. Ξαφνικά αρχίσαμε να λαμβάνουμε επιστολές συμπαράστασης από μέλη της “αντιπολίτευσης”. Μπορεί να μην ήμασταν τελικά μόνοι.
Βρεθήκαμε σε μια παράξενη και τρομακτική αρένα. Είχαμε θελήσει να δημοσιοποιήσουμε δημόσια τις απόψεις μας, είχαμε θελήσει να τις μοιραστούμε με ανθρώπους που σκέφτονταν το ίδιο και τώρα οι επόψεις εκείνες αναλύονταν από εκείνες τις μαύρες σκιές που κατοικοέδρευαν στους διαδρόμους της εξουσίας. Ο Eggar είχε προκαλέσει μεγάλο ντόρο με την υπόθεσή μας και ο τύπος το είχε καταπιεί πρόθυμα, ιδίως εκείνοι που κυριολεκτικά υπό την απειλή όπλου είχαν αποκλειστεί από οποιαδήποτε πληροφόρηση σχετικά με τον πόλεμο. ήταν θαρρείς και είχαμε ψαρέψει μια φάλαινα ενώ πηγαίναμε για ψάρια του γλυκού νερού. Δεν ξέραμε αν έπρεπε να αφήσουμε το καλάμι ή να συνεχίσουμε να το τραβάμε μέχρι να εξαντληθούμε, κάτι που ξέραμε ότι θα συνέβαινε αναπόφευκτα.
Η ταχύτητα με την οποία ο Πόλεμος των Φόκλαντ εξαντλήθηκε και η καταστροφή που δημιουργούσε η Θάτσερ στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, μας ανάγκασε να αντιδράσουμε πολύ πιο γρήγορα από όσο είχε ποτέ χρειαστεί. Η παραγωγή του Christ – The Album είχε παρατραβήξει και μερικά από τα τραγούδια του, τραγούδια που προειδοποιούσα για επικείμενες ταραχές και πόλεμο ήταν σχεδόν περιττά. Το Τόξτεθ, το Μπρίξτον και τα Φόκλαντ ήδη φλέγονταν όταν κυκλοφορήσαμε τον δίσκο. Νιώσαμε ντροπή για την ολιγωρία μας, ταπεινωμένοι από την ανεπάρκειά μας.


Στα τέλη του 1982 καταλαβαίναμε ότι το κίνημα χρειαζόταν αναζωογόνηση και έτσι οργανώσαμε την πρώτη συναυλία για καταλήψεις στο κλειστό πλέον Zig Zag Club του Λονδίνου. Μαζί με το δωρεάν φαγητό και μπόλικα ποτά που είχαμε “απαλλοτριώσει”, γιορτάσαμε για άλλη μια φορά την ανεξαρτησία μας, αυτή τη φορά μαζί με άλλες είκοσι μπάντες, την αφρόκρεμα αυτού που θα λέγαμε “γνήσιο πανκ”. Μια εκδήλωση γεμάτη αδρεναλίνη διάρκειας 24 ωρών που ενέπνευσε παρόμοιες δράσεις σε όλο τον κόσμο. Είχαμε μάθει το μάθημά μας. Το “Do it Yourself” ποτέ δεν έμοιαζε τόσο αληθινό όσο εκείνη τη μέρα στο Zig Zag.
Από πολλές πλευρές το Zig Zag παγίωσε την πολιτική μας σκέψη – η δουλειά δεν είχε τελειώσει ούτε για αστείο. Έτσι αποφασίσαμε ότι έπρεπε να αδράξουμε το καμάκι και να πολεμήσουμε τη φάλαινα εξαπολύοντας μια ολομέτωπη επίθεση εναντίον της Θάτσερ και των συμμάχων της. Είχε ξεκινήσει η κούρσα για τις εκλογές του 1983 και οι εργατικές αντιπαραθέσεις δεν σταματούσαν στιγμή. Το Εργατικό Κόμμα, σε μία στροφή των θέσεών του, τάχθηκε υπέρ του ειρηνιστικού κινήματος, πνιγμένο στον ίδιο του το φόβο. Το LΡ μας Yes Sir, I Will υπήρξε η πρώτη στρατηγική μας απάντηση. Έγινε μία κραυγή που απευθυνόταν στους διαχειριστές της εξουσίας και σ’ όσους υποτάσσονταν σ’ αυτούς. Το μήνυμα ήταν σαφές και δυναμικό: η μόνη εξουσία είναι ο εαυτός σου! Επειδή όμως οι πολιτικές θέσεις μας σιγά σιγά πολώνονταν αισθανθήκαμε την ανάγκη να προσδιορίσουμε τα κίνητρά μας ακόμα πιο καθαρά. Τα αίτια της λύσσας μας χρειάζονταν κάποια επεξήγηση το ίδιο και οι ιδέες μας. Συχνά μας είχαν κατηγορήσει για εύκολη προπαγάνδα. Είχε πλέον φτάσει η στιγμή να βγούμε μπροστά πιο αποφασιστικά. Κάποια μέλη της ομάδας παρήγαγαν το Acts of Love, μία συλλογή 15 ποιημάτων σαν ένα όχημα για να δείξουμε ότι πηγή της οργής μας ήταν η ανάγκη και όχι το μίσος και ότι οι ιδέες του ατομικισμού πήγαζαν όχι από κάποιο κοινωνικοφανατικό εγωκεντρισμό, αλλά από τη φιλοσοφία μας για τη ζωή. Οι διφορούμενες θέσεις μας άρχισαν να μας ενοχλούν. Μπορεί να πραγματοποιηθεί μία αναίμακτη επανάσταση; Ήμασταν άραγε ρεαλιστές; Μήπως τελικά μας κατέστρεφε η ίδια μας η παραδοξότητα;


Τότε ήταν που στείλαμε τις διαβόητες πλέον “μαγνητοταινίες του Θάτσεργκεϊτ”.
Ήταν μια άκρως επεξεργασμένη μαγνητοταινία στη μορφή της τηλεφωνικής υποκλοπής μίας δήθεν συνομιλίας ανάμεσα στον Ρέιγκαν και τη Θάτσερ όπου η Θάτσερ παραδεχόταν την ευθύνη της για τη βύθιση του αργεντίνικου καταδρομικού Μπελγκράνο, ένα θέμα το οποίο δεν είχε αντιμετωπίσει εκείνη την εποχή ενώ άφηνε να εννοηθεί ότι γνώριζε για την απόφαση του Ινβίζομπλ να χρησιμοποιήσει το Σέφιλντ σαν πειραματόζωο, ένα γεγονός που ακόμα δεν έχει έρθει στο φως. Έτσι, για να μην αφήσουμε να ξεφύγει κανείς, αναγκάσαμε τον Ρέιγκαν να απειλήσει ότι θα κατέστρεφε με πυρηνικά όλη την Ευρώπη προκειμένου να διατηρήσει την αμερικανική κληρονομιά, μια υπόθεση που πιθανόν δεν είναι τόσο απερίσκεπτη όσο φαίνεται.
Αυτή η κασέτα έμεινε ένα περίπου χρόνο στην αφάνεια προτού εμφανιστεί στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Ουάσινγκτον. Οι κατηγορηματικές διαψεύσεις που εκδόθηκαν σε σχέση με την ταινία και το περιεχόμενό της ενήργησαν σαν ξεκάθαρη ένδειξη ότι οι μέθοδοι που είχαμε χρησιμοποιήσει για να δυσφημίσουμε της Θάτσερ και τον Ρέιγκαν ήταν ίδιες με εκείνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Πώς αλλιώς θα είχαν πάρει τόσο στα σοβαρά τις κατά κάποιο τρόπο ερασιτεχνικές μας προσπάθειες; Όπως ήταν αναπόφευκτο, κούνησαν το δάχτυλο προς την κατεύθυνση του Κρεμλίνου. Λίγο μετά, αρκετές εφημερίδες στην Αμερική και οι  Sunday Times στη Βρετανία δημοσίευσαν την ιστορία σαν απόδειξη του ύπουλου παιχνιδιού της KGB. Ήταν η πρώτη φορά που ο τύπος είχε δημοσιεύσει κάποια ιστορία που, παρά τον έμμεσο τρόπο της, αμφισβητούσε την ακεραιότητα της Θάτσερ σχετικά με το Μπελγκράνο. Μας είχε κατακλύσει ένα μείγμα από φόβο και ευφορία. Έπρεπε ή όχι να αποκαλύψουμε την απάτη;
Η αναποφασιστικότητά μας διαλύθηκε όταν επικοινώνησε μαζί μας ένα δημοσιογράφος από τον Observer σχετικά με “κάποια μαγνητοταινία”. Στην αρχή κάναμε τους άσχετους αλλά τελικά αποφασίσαμε να αναλάβουμε την ευθύνη. Η παραγωγή και η διανομή της ταινίας είχε γίνει πολύ προσεκτικά για να είμαστε βέβαιοι ότι κανείς δεν θα μάθαινε την ανάμιξή μας. Παραμένει μυστήριο πώς ο Observer απέκτησε την πληροφορία που οδήγησε σε εμάς. Ήταν σαν μια σοβαρή προειδοποίηση: μήπως οι τοίχοι είχαν αυτιά και πόσα άλλα γνώριζαν για τις δραστηριότητές μας.


Από τις μέρες των γκραφίτι μας το 1977 είχαμε εμπλακεί σε διάφορες μορφές δράσης, από αναγραφή συνθημάτων σε τοίχους μέχρι κόψιμο καλωδίων, δολιοφθορές και τεχνικές εξαπάτησης. Ανησυχούσαμε ότι αν βγαίναμε δημόσια σχετικά με την μαγνητοταινία θα έβγαιναν στη φόρα όλα τα άλλα “αδικήματά” μας. Τώρα είχαμε εκτεθεί σε αυτόν τον κίνδυνο και το τηλέφωνο χτυπούσε. Ο παγκόσμιος τύπος αναδημοσίευσε την ιστορία εντυπωσιασμένος που μια «παρέα πάνκηδων» είχε γελοιοποιήσει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και, με την ευκαιρία, “τι άλλο είχαμε κάνει;” Ποτέ σε όλα τα χρόνια μας σαν συγκρότημα δεν είχαμε τύχει τέτοιας προσοχής, το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα, ταξιδεύαμε εδώ κι εκεί για συνεντεύξεις και ξαφνικά γίναμε “σταρ των μέσων ενημέρωσης”. Παραχωρήσαμε συνεντεύξεις στο ρωσικό τύπο με αμερικανικές κάμερες να απαθανατίζουν το γεγονός, μιλήσαμε σε ραδιοσταθμούς από το Έσεξ μέχρι το Τόκιο, δίνοντας πάντα μια αναρχική χροιά σε κάθε ερώτηση. Είχαμε κερδίσει μια μορφή πολιτικής εξουσίας, είχαμε βρει μια φωνή, μας συμπεριφέρονταν με κάποιο δέος και σεβασμό, αλλά ήταν πράγματι αυτό που θέλαμε; Αυτό επιδιώκαμε τόσα χρόνια να πετύχουμε;
Έπειτα από επτά χρόνια στο δρόμο είχαμε γίνει αυτό ενάντια στο οποίο πολεμούσαμε. Είχαμε βρει μια πλατφόρμα για τις ιδέες μας αλλά κάπου στην πορεία είχαμε χάσει την εσωτερική μας διαύγεια. Εκεί που κάποτε ήμασταν γενναιόδωροι και εξωστρεφείς, τώρα γινόμασταν κυνικοί και εσωστρεφείς. Οι ενέργειές μας ήταν ανέκαθεν διανθισμένες με ελαφρότητα και χιούμορ και τώρα διαπιστώναμε ότι παρασερνόμασταν όλο και περισσότερο στο σκοτάδι και συχνά σε μια αψυχολόγητη μαχητικότητα. Είχαμε γίνει πικρόχολοι εκεί που κάποτε ήμασταν χαρούμενοι, πεσιμιστές εκεί που κάποτε η αισιοδοξία ήταν το κίνητρό μας. Όλα αυτά τα επτά χρόνια είχαμε υποστεί σχεδόν σταθερά την άμεση και έμμεση κρατική παρενόχληση και τώρα φτου κι απ’ την αρχή.
Το 1984 είχε φτάσει, πολύ χειρότερο από όσο είχε προβλέψει ο Όργουελ. Ανεργία, άστεγοι, φτώχεια, πείνα. Το αστυνομικό κράτος γινόταν πραγματικότητα, όπως έμελλε να ανακαλύψουν οι ανθρακωρύχοι. Οι “τυχαίοι” θάνατοι από τον ιδιωτικό στρατό των παιδιών της Θάτσερ με τα μπλε είχαν γίνει ένα αποδεκτό πρότυπο. Η ισορροπία όλης της κοινωνίας κρεμόταν από το μπουγαδόσχοινο που είχαν απλώσει μια βίαιη και αδιάφορη τύραννος. Το λιγότερο που μας ενδιέφερε ήταν η τύχη μας. Συρθήκαμε στα δικαστήρια για να αντιμετωπίσουμε μια κατηγορία για χυδαιότητα που σχεδόν μας διέλυσε. “Έχουμε τρόπους για να σας κάνουμε να το βουλώσετε”.


Το καλοκαίρι δώσαμε αυτή που έμελλε να είναι η τελευταία συναυλία μαζί, μια ταραχώδη εκδήλωση συμπαράστασης για τους ανθρακωρύχους της Νότιας Ουαλίας. Από τη σκηνή δηλώσαμε ότι θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για την υπόθεση της ελευθερίας αλλά, καθώς επιστρέφαμε σπίτι, γνωρίζαμε ότι το συγκεκριμένο μονοπάτι που είχαμε ακολουθήσει είχε εξαντληθεί. Χρειαζόμασταν νέους τρόπους για να προσεγγίσουμε τους στόχους μας και μερικές εβδομάδες μετά τη συναυλία ο Hari nana εγκατέλειψε το συγκρότημα για να φτιάξει δικό του. Δεν αισθανόμασταν ότι ήμασταν αναγκασμένοι να συνεχίσουμε τις συναυλίες. Δεν πιστεύαμε πλέον ότι προσφέροντας ψυχαγωγία υπήρχε κάποιο αποτέλεσμα. Είχαμε διατυπώσει σαφώς τις απόψεις μας κι αν έπειτα από επτά χρόνια ο κόσμος δεν τις είχε χωνέψει, σίγουρα δεν ήταν επειδή δεν είχαμε προσπαθήσει αρκετά σκληρά. Είχαμε πει ότι η μόνη εξουσία είναι ο εαυτός σου, αλλά είχαμε χάσει τον εαυτό μας και είχαμε γίνει οι Crass. Βρισκόμαστε ακόμα στη συχνά οδυνηρή διαδικασία να επαναπροσδιορίζουμε αυτό τον εαυτό, να ξαναβλεπόμαστε, να επουλώνουμε τις πληγές που είχαμε προκαλέσει οι ίδιοι στον εαυτό μας με τον “δημόσιο βίο”. Σύμφωνα με τα λόγια του Lennon, “το όνειρο τελείωσε”.


Το κίνημα, από την αναρχική ομάδα του Class War μέχρι τους Χριστιανούς για την Ειρήνη έπρεπε να ανακτήσει την αξιοπρέπεια που είχε χάσει στη διαδικασία της προσπάθειας να αντιμετωπίσει προβλήματα που φαίνεται ότι έχουν δημιουργήσει άλλοι. Όλοι υπήρξαμε ένοχοι στον προσδιορισμό του εχθρού και πράγματι υπάρχουν εκείνοι που θα εμποδίσουν την πορεία της απελευθέρωσης, ωστόσο τελικά ο εχθρός θα βρεθεί μέσα μας. Δεν υπάρχει εκείνοι κι εμείς αλλά μόνο εγώ κι εσύ.
Χρειάζεται να εμπεδώσουμε, να επανεκτιμήσουμε, να απορρίψουμε αυτά που δεν λειτουργούν και να είμαστε έτοιμοι να υιοθετήσουμε νέες ιδέες και συμπεριφορές. Πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από το συρματόπλεγμα και τις σειρές των αστυνομικών για ένα όραμα ζωής που θα έχουμε επιλέξει εμείς και δεν θα το έχουν υπαγορεύσει κυνικοί και τύραννοι. Ο αθλητής του καράτε δεν εστιάζει στο τούβλο όταν θέλει να το σπάσει αλλά στο χώρο πέρα από αυτό. Καλά θα κάνουμε να παραδειγματιστούμε από αυτό.
Ξοδέψαμε πάρα πολύ χρόνο, ενέργεια και πνευματική δύναμη προσπαθώντας να σκορπίσουμε τη σκιά του κακού από πάνω μας εξαιτίας της βίας και του τρόμου της πυρηνικής εποχής. Η σκιά αυτή κηλιδώνει την καρδιά μας. Καιρός να διώξουμε αυτή την κηλίδα και από τη σκιά να βγούμε στο φως. Παγιδευτήκαμε στο φόβο πέρα από τις μεταφορικές Πύλες του Γκρίναμ. “Χτυπήστε και θα μπείτε… η βασιλεία των ουρανών βρίσκεται μέσα σας”.
Γνωρίζουμε καλά την ασθένεια του κόσμου, πρέπει να προσέξουμε να μην την επιδεινώσουμε εξαιτίας της φυσικής και πνευματικής εξάντλησης και της δυσκρασίας μας. Αν θέλουμε ποτέ να πετύχουμε τους κοινούς στόχους μας πρέπει καθένας από εμάς να είναι αρκετά δυνατός για να το κάνει. Ολοι αποτύχαμε και όλοι πετύχαμε. Αυτό δεν είναι ένα τέλος με την ουρά στα σκέλια αλλά μια περήφανη, αν και οδυνηρή και μπερδεμένη αρχή.


Αγάπη, ειρήνη και ελευθερία
Αυτό που ήταν οι Crass, αλλά τώρα ξέρει καλύτερα

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΣΤΟ MERLIN'S: ΔΕΝ ΦΤΑΝΟΥΝ ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ... (κείμενο ενός μέλους της αναρχοπάνκ κολεκτίβας των Crass)

 Διαβάστε: 

The Story of Crass του George Berger (Omnibus Press, 2008)

The Day The Country Died: A History of Anarcho Punk 1980-1984 του Ian Glasper (PM Press, 2014)

 Δείτε το ντοκιμαντέρ για τους Crass

 

 


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 

 

 

FEATURED VIDEOS

  • 1