Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών του George A. Romero: Και οι «βρικόλακες» έγιναν ζόμπι...

 Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

«Ανέκαθεν οι ιστορίες μου αφορούσαν περισσότερο τους ανθρώπους και τα λάθη που κάνουν. Και τα ζόμπι, τρόπον τινά, βρίσκονται εκεί» – George Romero

Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών του George Α. Romero (4 Φεβρουαρίου 1940 – 16 Ιουλίου 2017), αυτό το ανατρεπτικό ορόσημο των ταινιών τρόμου, δεν είναι μόνο η μητέρα όλων των ταινιών με ζόμπι, αλλά και το συνταρακτικό όραμα μιας Αμερικής που στην εποχή του πολέμου στο Βιετνάμ καταβρόχθιζε τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτή η προϋπόθεση που έχει γίνει τόσες και τόσες φορές προϊόν απομίμησης – μια ομάδα αγνώστων μεταξύ τους ανθρώπων που σέρνονται στους τοίχους μιας αγροικίας ενώ πλησιάζουν σαρκοβόροι νεκροζώντανοι – μεταμορφώνεται σε έναν έξυπνο (και τελικά ανατριχιαστικό) σχολιασμό πάνω στο φυλετικό ζήτημα, μετατρέποντας σε ήρωα τον Duane Jones, τον μοναδικό μαύρο ηθοποιό της ταινίας.

Δεν πρόκειται για μια ταινία που αφορά την ελπίδα, αλλά για μια ταινία που αφορά την απώλεια. Από την αρχή ως το τέλος, κάθε έννοια ελπίδας ανατρέπεται και τα πάντα οδηγούν στην απογοήτευση και τελικά στον θάνατο. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία για τον κόσμο της έβδομης τέχνης, είναι ότι με την προβολή της γεννήθηκε ένα νέο κινηματογραφικό είδος τρόμου. H πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Romero έκανε συντρίμμια όλες τις συμβάσεις του τρόμου και έστρωσε τον δρόμο για τα ανατρεπτικά οράματα σκηνοθετών όπως ο David Cronenberg, o Tobe Hooper και ο Sam Raimi.

 

 

Αυτό που άλλαξε το παιχνίδι με τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών ήταν ότι, μετατρέποντας τα ζόμπι του μύθου σε ανθρωποφάγα πλάσματα, ο Romero δημιούργησε την αλληγορική εικόνα μιας κοινωνίας που καταβροχθίζει τον ίδιο της τον εαυτό – η κεντρική αλληγορία που κρύβεται πίσω από πιο πρόσφατες, κλασικές πλέον, ταινίες τρόμου, όπως ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι (1974) και το σίκουελ της Νύχτας, Dawn of the Dead (1978), από τον ίδιο τον Romero. Καμία άλλη ταινία της δεκαετίας του ’60 δεν συνέλαβε την αλληγορία με τόσο άψογο τρόπο. Την εποχή που κυκλοφόρησε, το 1968, η ίδια η Αμερική φαινόταν στο χείλος της κατάρρευσης. Η Αποκάλυψη συνέβαινε και δεν υπήρχε επιστροφή. Όπως και μετά τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών δεν υπήρχε πλέον επιστροφή στον παλιό τρόμο, καθώς η ταινία μας οδηγεί σε έναν νέο κόσμο εσχατολογικού τρόμου που δεν έχει καμία σχέση με παλιές ταινίες τύπου Φρανκενστάιν και Δράκουλα, αλλά με τον κόσμο του Ψυχώ του Hitchcock και της Αποστροφής του Polanski – παραλογισμός και ένα τοπίο κοινωνικοπολιτικής κατάρρευσης. Η φυγή της έντρομης Barbra από το νεκροταφείο και η άφιξή της στην αγροικία μοιάζει σαν ένα ταξίδι όχι μόνο σε μια τοποθεσία, αλλά και σε μια άλλη ταινία: βγαίνει από μια κλασική ταινία τρόμου και μπαίνει σε μια σύγχρονη.

Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών μας οδηγεί σε ένα κόσμο αποκάλυψης, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Το σενάριο είναι συμπιεσμένο σε μια νύχτα, όπως δηλώνει ο τίτλος, και η αποκάλυψη εξελίσσεται σχεδόν ασταμάτητα στη διάρκεια μιάμισης ώρας. Η ουσία είναι η δημιουργία μιας πολύ έντονης αίσθησης ενός καθοριστικού σημείου αλλαγής: βλέπουμε την ακριβή στιγμή που η ιστορία καταρρέει. 

 

Λίγη… προϊστορία

Μπορεί ο George Romero να βελτίωσε το είδος των κινηματογραφικών ζόμπι, αλλά η έννοια των νεκροζώντανων υπήρχε επί αιώνες σε μια πληθώρα πολιτισμών. Η πρώτη αναφορά σε πλάσματα που θυμίζουν τα ζόμπι, γράφτηκε στη Μεσοποταμία και χρονολογείται από το 2100 π.Χ. Ήταν το Έπος του Γιλγαμές και θεωρείται το παλιότερο λογοτεχνικό έργο που έχει διασωθεί. Περιέχει την ανατριχιαστική προειδοποίηση «Οι νεκροί θα αναστηθούν για να καταβροχθίσουν τους ζωντανούς! Και οι νεκροί θα είναι πολλαπλάσιοι των ζωντανών!» Αυτό θυμίζει σε εντυπωσιακό βαθμό τη γνωστή ατάκα από το Dawn of the Dead του 1978: «Όταν η Κόλαση γεμίσει, οι νεκροί θα περπατούν στη Γη!»

Η ρίζα των ζόμπι, όπως τουλάχιστον τα έχουμε γνωρίσει από τον κινηματογράφο, βρίσκεται στην κουλτούρα των μαύρων. Πριν ο Romero δημιουργήσει τα δικά του πλάσματα, τα οποία εκείνος θεωρούσε «βρικόλακες» (ghouls – ο ίδιος ο σκηνοθέτης ουδέποτε χρησιμοποίησε τη λέξη «ζόμπι») , τα ζόμπι ήταν απέθαντοι σκλάβοι με ρίζες στις λαϊκές παραδόσεις της Αϊτής και στη νεκρομαντεία. Οι αφρο-αϊτινές ρίζες των ζόμπι, ωστόσο, έχουν διαγραφεί από τη λαϊκή κουλτούρα και ελάχιστες ταινίες, όπως The Serpent and the Rainbow (Wes Craven, 1984) και, σε μικρότερη έκταση, το Zombie (Lucio Fulci, 1979) αναφέρονται σε αυτές. Πριν από τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών, υπήρξαν ταινίες με ζόμπι που χρησιμοποίησαν την αϊτινή λαϊκή παράδοση όπως το I Walked with a Zombie (1943) και το White Zombie (1932) – η πρώτη ταινία του είδους. Όμως η κουλτούρα γύρω από αυτές τις ιδέες υπήρχε μόνο στο φόντο σαν ένα είδος φυλετικής μαγείας και σαν ένα εργαλείο για τις επιθυμίες και τους φόβους των «πολιτισμένων» λευκών.

George Romero

Στην Κίνα, οι απέθαντοι είναι γνωστοί ως jiang shi. Είναι πλάσματα που σκοτώνουν ανθρώπους για να κλέψουν τη δύναμή τους, ένας θρύλος που ανάγεται στη Δυναστεία των Τσινγκ και στον λόγιο Τσι Χσιαολάν. Ο Τσι παρέθεσε διάφορους λόγους για τους οποίους τα πτώματα επέστρεφαν στη ζωή, όπως ο δαιμονισμός ή όταν η ψυχή αρνείται να αφήσει το σώμα. Στη Σκανδιναβία, πάλι, ο μύθος του draugr χρονολογείται από τον όγδοο αιώνα, όταν πίστευαν ότι τα draugr επέστρεφαν από τους νεκρούς για να φυλάξουν τους θησαυρούς στους τάφους τους. Τέλος, στην Αγγλία του δωδέκατου αιώνα, ο ευυπόληπτος ιστορικός William Newburgh έγραψε για «πτώματα που έβγαιναν από τον τάφο τους». Και πάει λέγοντας, γιατί αν αρχίσουμε να ψάχνουμε σχετικές αναφορές σε θρύλους όλων των χωρών και των πολιτισμών δεν πρόκειται να τελειώσουμε ποτέ…

Τα αναστημένα πτώματα πάντως, δεν ήταν ακριβώς κάτι καινούργιο στον κινηματογράφο όταν Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών έκανε πρεμιέρα στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η Hammer Pictures είχε κυκλοφορήσει το The Plague of Zombies στις αρχές της ίδιας δεκαετίας και η εικόνα του υπνοβάτη είχε κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της στη γερμανική ταινία The Cabinet of Dr. Caligari (1920). Στη δεκαετία του ’50, επίσης, ο σκηνοθέτης Edward L. Cahn, γύρισε αρκετά b-movies με επιστημονικά πειράματα που είχαν πάει στραβά. Το Invisible Invaders (1959) προηγήθηκε της ταινίας του Romero κατά μια δεκαετία, ενώ στο The Creature with the Atom Brain τα ζόμπι ανασταίνονται εξαιτίας της ραδιενέργειας, όπως περίπου στη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών. Επίσης, στο Zombies of Mora-Tau (1957), o Cahn δείχνει εικόνες αναστημένων πτωμάτων που κινούνται αργά και μαζικά εναντίον των ζωντανών.

 

Εν αρχή…

Στις αρχές του 1967, ο σεναριογράφος/σκηνοθέτης George A. Romero, ο σεναριογράφος John A. Roussο και ο ηθοποιός Rudy Ricci εργάζονταν στην Latent Image, την κινηματογραφική εταιρεία τους που είχε την έδρα της στο Πίτσμπουργκ και αποφάσισαν ότι ήταν καιρός να στρέψουν τις προσπάθειές τους στη δημιουργία μιας ταινίας μεγάλου μήκους. Τα αρχικά τους σχέδια ήταν πολύ διαφορετικά από την τελική εξέλιξη. Ο Russo είχε σκεφτεί μια κωμωδία τρόμου με έφηβους εξωγήινους που θα επισκέπτονταν τη Γη, θα συναντούσαν συνομήλικούς τους και θα τα έκαναν μαντάρα με τη βοήθεια ενός εξωγήινου κατοικίδιου που θα λεγόταν «Το Χάλι».

Η ιδέα ήταν καλή, αλλά επειδή ο προϋπολογισμός την καθιστούσε ανέφικτη, ο Russo συνέλαβε την ιστορία ενός παιδιού που φεύγει από το σπίτι του μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ένα χωράφι γεμάτο πτώματα κάτω από γυαλί, τα οποία σάπιζαν λειτουργώντας ως τροφή για αιμοβόρους εξωγήινους. Ο Romero κράτησε την ιστορία των αιμοβόρων εξωγήινων και συνδύασε το σενάριο με μια άλλη ιδέα που επεξεργαζόταν και στην ουσία είχε κλέψει από το εσχατολογικό μυθιστόρημα τρόμου του Richard Matheson με τίτλο I Am Legend (1954). Στο βιβλίο, το Λος Άντζελες του μέλλοντος μαστίζεται από μια φυλή μεταλλαγμένων βαμπίρ και μόνο ένας άνθρωπος φαίνεται να έχει απομείνει ζωντανός για να την αντιμετωπίσει. Επίσης, καθώς οι ταινίες Zombies of Mora-Tau και The Last Man on Earth είχαν προβληθεί από τηλεοπτικό κανάλι του Πίτσμπουργκ το καλοκαίρι του 1967, όταν ο Romero είχε αρχίσει τα γυρίσματα της Νύχτας των Ζωντανών Νεκρών, δεν αποκλείεται να τις είχε παρακολουθήσει και να είχε αντλήσει έμπνευση από κάποιες σκηνές.

 

 

Όταν ήταν μικρός, ο Romero παρακολουθούσε τις κλασικές ταινίες με τέρατα, αλλά όπως είχε δηλώσει επανειλημμένα, ποτέ του δεν είχε φανταστεί ότι θα γινόταν ο «πατέρας» των σύγχρονων ζόμπι. Κατά την άποψή του, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να πάρει τα ζόμπι από το φυσικό τους περιβάλλον σε κάποιο νησί της Καραϊβικής και να τα ρίξει στη γειτονιά μας. Ο Romero έγραψε αμέσως καμιά σαρανταριά σελίδες που περιλάμβαναν την πρώτη σκηνή στο νεκροταφείο και την άφιξη στην αγροικία. Την υπόλοιπη σεναριακή δουλειά ανέλαβε ο Russo και πολύ σύντομα η ταινία άρχισε να παίρνει «σάρκα και οστά».


Λίγα λόγια για την ταινία…

Η σκηνή που ανοίγει την ταινία είναι από τις πιο εμβληματικές στην ιστορία του κινηματογράφου. Δυο αδέλφια, η Barbra (Judith O'Dea) και ο Johnny (ο Russell Streiner, που δεν αναφέρεται στους τίτλους), σταματούν το αυτοκίνητό τους σε ένα νεκροταφείο για να αφήσουν ένα στεφάνι στον τάφο του πατέρα τους και ξαφνικά ο Johnny αρχίζει να χλευάζει την ιδέα της επίσκεψης στον τάφο ενός ανθρώπους που δεν μπορούσαν καν να θυμηθούν. Ο γυαλάκιας Johnny είναι ένας μαλάκας και μισός, κάτι που επιβεβαιώνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει την Barbra, η οποία ενοχλείται από τη συμπεριφορά του αδελφού της. Δίχως να αισθάνεται τον παραμικρό οίκτο απέναντι στην Barbra και με απολύτως σαδιστική διάθεση, ο Johnny προφέρει την απειλητική (και ιστορική, πλέον) φράση – και μάλιστα την επαναλαμβάνει, παρά την τρομαγμένη αντίδραση της κοπέλας: «They’re coming to get you, Barbra… They’re coming for you…» Και τότε κάνει την εμφάνισή του ο πρώτος «βρικόλακας», πλησιάζοντας απειλητικά τα δυο αδέλφια. Είναι ο ηθοποιός Bill Hinzman, το πρώτο σύγχρονο ζόμπι. Η εμφάνισή του, που τη συμπλήρωναν το σπασμωδικό περπάτημα, τα άψυχα μάτια και ένα σιωπηλό, παραμορφωμένο στόμα, υπήρξε η βάση για την περιγραφή των νεκροζώντανων τις πέντε επόμενες δεκαετίας. Ο «βρικόλακας», αφού παλεύει για λίγο με τον τρομοκρατημένο Johnny, τον ρίχνει στο έδαφος και τον κάνει μια χαψιά – εντάξει, όχι ακριβώς, αλλά τον δαγκώνει και, όπως με φρίκη θα διαπιστώσει αργότερα η πολιορκημένη Barbra, τον μετατρέπει κι εκείνον σε ζόμπι.

 

 

Η συνέχεια της ταινίας προκαλεί ένα διαρκές άγχος στον θεατή. Τα ζόμπι πλησιάζουν αργά την αγροικία, οι αμυνόμενοι χρησιμοποιούν κάθε μέσο που διαθέτουν, αντιστέκονται σθεναρά, απογοητεύονται, φρικάρουν, παρανοούν και γίνονται βορά των «βρικολάκων» - και σε όλο το διάστημα οι χαρακτήρες που πλάθονται είναι συγκλονιστικοί. Πανικός, άμυνα, ηρωισμός, θάνατος… Στην πορεία γίνεται ολοένα και πιο φανερό πως τίποτα δεν μπορεί να ανακόψει την έφοδο των ζόμπι και ότι κανείς δεν πρόκειται να τους σώσει. Οι υπερασπιστές της αγροικίας μάχονται πλέον σχεδόν ενστικτωδώς. Η Barbra τρελαίνεται βλέποντας των αδελφό της ανάμεσα στην ορδή των νεκρών και τελικά, όπως και σχεδόν όλοι οι υπερασπιστές της αγροικίας, καταβροχθίζεται από τους νεκροζώντανους.


Black Power…

Ο Duane Jones (στον ρόλο του Ben) είναι ο πρώτος μαύρος που πρωταγωνίστησε ποτέ σε ταινία τρόμου και, όσο κι αν ο Romero επέμενε ότι τον είχε διαλέξει αποκλειστικά για το ταλέντο του και όχι για το χρώμα της επιδερμίδας του, ο ρόλος του μεταφέρει το κοινωνικό μήνυμα της ταινίας και γίνεται, ίσως αδίκως, σύμβολο επιβίωσης για τη φυλή του. Ο συμβολισμός αποδίδεται στον τρόπο με τον οποίο ο Jones (ένας κατά βάση θεατρικός ηθοποιός) χειρίστηκε τον ρόλο και επειδή, 50 και πλέον χρόνια αργότερα μετά την κυκλοφορία της ταινίας του Romero,το είδος ακόμα πασχίζει να προσφέρει ηρωικούς μαύρους πρωταγωνιστές. Ο Ben είναι ένας έξυπνος, επινοητικός και προσγειωμένος μαύρος σε μια εποχή που σπανίως παρουσιάζονταν ευκαιρίες στους μαύρους ηθοποιούς. Ο Ben είναι ο μόνος από τους έγκλειστους στην αγροικία που έχει την ικανότητα και τη διάθεση να σκεφτεί και να αναλάβει πρωτοβουλίες.

 

 

Στο τέλος της ταινίας και αφού όλοι οι άλλοι χαρακτήρες είναι νεκροί και κατασπαραγμένοι, ο Ben επιβιώνει. Τα ζόμπι καταλαμβάνουν το σπίτι παρά τη σθεναρή αντίσταση μάχη που προβάλλουν οι έντρομοι πολιορκημένοι, ο Ben υποχωρεί στο υπόγειο και αφού καταφέρνει να εξοντώσει όλους τους εισβολείς περιμένει να ξημερώσει και να έρθει η σωτηρία. Πράγματι, αυτές οι τελευταίες σκηνές είναι ίσως οι πιο δραματικές. Ο ηρωικός Ben βγαίνει από το υπόγειο ακούγοντας να πλησιάζει η αμερικανική πολιτοφυλακή – όλοι τους λευκοί. Και τότε ένα βλαχαδερό από αυτούς τον πυροβολεί και τον σκοτώνει, ανακαλώντας στη μνήμη του θεατή μια προηγούμενη ανακοίνωση από τον ασύρματο που δίνει την εντύπωση ελέγχου στη διάρκεια όλων των χαοτικών συμβάντων της ταινίας: «Πράγματα που μοιάζουν σαν άνθρωποι αλλά λειτουργούν σαν ζώα» – έτσι περιγράφει τα ζόμπι. Μια φράση που θυμίζει (έστω και πιο ήπια) εκείνες που χρησιμοποιούσαν (και χρησιμοποιούν) οι ρατσιστές στην Αμερική για να ταπεινώνουν τους μαύρους. «Ωραία βολή», μουρμουρίζει ικανοποιημένος ο σερίφης. «Πάμε να τον μαζέψουμε, άλλος ένας για τη φωτιά». Μήπως επρόκειτο έμμεσα για κοινωνικούς σχολιασμούς απέναντι στα στραβά τεκταινόμενα στην Αμερικής; Μήπως όταν η νεκροζώντανη κόρη σκοτώνει την ίδια της τη μητέρα με φριχτό τρόπο, υπάρχει κάποιος παραλληλισμός με τους ανθρώπους της νεότερης γενιάς που, σαν αιμοβόρα ζόμπι, θα στρέφονταν εναντίον της προηγούμενης; Και, σε πολιτικό πλέον επίπεδο, μήπως η «ανάσταση» των ζόμπι συμβολίζει την εξέγερση του λούμπεν προλεταριάτου που θα «φάει ζωντανούς» τους αφέντες του;

 

 

Μια φθηνή παραγωγή πραγματικό χρυσωρυχείο και χωρίς copyright…

Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο του 1967 σε ασπρόμαυρο φιλμ των 35mm και ο προϋπολογισμός της ήταν μόλις 114 χιλιάδες δολάρια. Αυτό σήμαινε ότι τα πάντα έπρεπε να γίνουν με φειδώ, αλλά τα 30 εκατομμύρια που τελικά απέφερε στο box office (πέρα από τη θέση της στην κινηματογραφική ιστορία), σίγουρα θα έκανε τους συντελεστές της, και κυρίως τον Romero, να τρίβουν τα χέρια τους. Η ταινία γυρίστηκε ασπρόμαυρη κι έτσι οι τεχνικοί δεν είχαν να ανησυχούν για το χρώμα του αίματος. Χρησιμοποίησαν κόκκινο μελάνι ή σιρόπι σοκολάτας, ανάλογα με το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τα έντερα και διάφορα άλλα σχετικά για την «τροφή» των ζόμπι, ήταν ευγενής προσφορά ενός από τους ηθοποιούς που ήταν ιδιοκτήτης κρεοπωλείου. Για τη σκηνή με την κοπέλα που τρώει το πτώμα του πατέρα της, χρησιμοποιήθηκαν αποφάγια των συντελεστών. Τα κοστούμια ήταν ρούχα από δεύτερο χέρι. Το μέικ-απ των ζόμπι αρχικά ήταν περιορισμένο σε χλομά πρόσωπα και μαυρισμένα μάτια, αλλά όσο προχωρούσε το γύρισμα χρησιμοποιήθηκε κερί όπως αυτό που χρησιμοποιούν οι εργολάβοι κηδειών για τις πληγές και την αποσυντιθεμένη σάρκα.

Σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν κοντά στο Ίβανς Σίτι της κομητείας Μπάτλερ, 50 χιλιόμετρα βορείως του Πίτσμπουργκ και η πρώτη σκηνή στο νεκροταφείο της πόλης, στην οδό Φράνκλιν. Η δε αγροικία όπου συντελείται το δράμα ήταν υπό κατεδάφιση κι έτσι το κινηματογραφικό συνεργείο μπορούσε να προκαλέσει όσες καταστροφές απαιτούνταν. Οι Romero και Russo εμφανίστηκαν εκτάκτως στην ταινία, ο πρώτος υποδυόμενος έναν δημοσιογράφο στην Ουάσινγκτον που περιγράφει χαώδεις καταστάσεις και ο δεύτερος στο ρόλο ενός νεκροζώντανου, ο οποίος καταφέρνει να φτάσει στην αγροικία για να καταρρεύσει όταν ένας γρύλος αυτοκινήτου του κάνει το κεφάλι πελτέ.

 

 

Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών προβλήθηκε για πρώτη φορά την 1 Οκτωβρίου σε μια κυριακάτικη απογευματινή παράσταση στον συνοικιακό κινηματογράφο Fulton του Πίτσμπουργκ – εξάλλου, η ταινία είχε γυριστεί στα περίχωρα της πόλης. Είναι ζήτημα αν υπήρχαν καμιά εικοσαριά δεκαεξάχρονοι στην αίθουσα εκείνο το απόγευμα. Λόγω της ώρας οι περισσότεροι θεατές ήταν παιδιά που είχαν σπεύσει νωρίτερα στον κινηματογράφο για να καβατζώσουν τα μπροστινά καθίσματα. Χάχανα και χαβαλές όταν εμφανίζεται ο Bill Hinzman και αρχίζει να πλησιάζει «κουτσαίνοντας» την Barbra και τον Johnny. Κι αμέσως μετά, στριγκλιές τρόμου και πανικού. Η ιστορία άρχιζε με έναν πεινασμένο «βρικόλακα» που περιφερόταν σκεβρωμένος στην ίδια τους τη γειτονιά, το Πίτσμπουργκ, σε μέρη γνωστά που πολλοί τα είχαν περπατήσει ανέμελα. Και τέλειωνε με τα ζόμπι να κυριεύουν τον κόσμο. Τη μια δαγκωματιά μετά την άλλη…

Η πρώτη αυτή προβολή έγραψε ιστορία στον κινηματογράφο, προαγγέλλοντας τη σημερινή πανταχού παρούσα περιγραφή των ζόμπι που σέρνονται κάνοντας σπασμωδικές κινήσεις, γρυλίζοντας και καταβροχθίζοντας όποιον δύσμοιρο βρεθεί στο διάβα τους και που σκοτώνονται μόνο όταν τους σμπαραλιάσεις το κεφάλι...

 

 

Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών είναι κατά πάσα πιθανότητα η πιο διάσημη ταινία όλων των εποχών που δεν έχει πνευματικά δικαιώματα και μπορεί να προβληθεί ελεύθερα οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Αυτό δεν οφείλεται βέβαια στη γενναιοδωρία των συντελεστών της, αλλά σε ένα λάθος. Η εταιρεία διανομής ήθελε σαν τίτλο το The Night of the Flesh Eaters, αλλά οι δικηγόροι των δημιουργών της ταινίας The Flesh Eaters (1964) απείλησαν με μήνυση και έτσι ο τίτλος άλλαξε για να λάβει τις ιστορικές του διαστάσεις. Όταν όμως άλλαξε ο τίτλος, οι σημειώσεις για το copyright δεν προστέθηκαν στους τίτλους της αρχής ούτε του τέλους με αποτέλεσμα, παρά τις επίμονες προσπάθειες των συντελεστών της, να ανήκει ακόμα στο κοινό της.

 

Κληρονομιά…

Πενήντα και πλέον χρόνια αργότερα, η κληρονομιά της Νύχτας των Ζωντανών Νεκρών συνεχίζεται. Τα ζόμπι έχουν πλέον ενσταλαχθεί στο πολιτιστικό πνεύμα της εποχής, μαζί με τα βαμπίρ και τους σχιζοφρενείς δολοφόνους. Η ιδέα της «ανάστασης» και η τελική «προδοσία» ενός συγγενή ή φίλου που επιστρέφει από τους νεκρούς για να ρουφήξει τον εγκέφαλό σας, συνεχίζει να προκαλεί τρόμο. Αν και σήμερα που πολλοί από εμάς έχουμε γίνει περισσότερο εκλεπτυσμένοι απέναντι σε αυτά που παρακολουθούμε, υπάρχουν κάμποσοι που παραπονούνται ακόμα για τις ανακολουθίες σχετικά με την αποσύνθεση των πτωμάτων στις ταινίες ή στις τηλεοπτικές σειρές για ζόμπι. Ένας στόχος αυτής της μουρμούρας στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης είναι η τεράστια επιτυχία της AMC, The Walking Dead.

Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών παραμένει μέχρι σήμερα μια εφιαλτική εμπειρία που δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς. Παρά τη φθηνή παραγωγή της, η αφήγηση είναι πρώτης τάξεως και η δράση άμεση και καταλυτική. Αναδόμησε το είδος των ταινιών τρόμου σε κάτι πιο οικείο, κάτι που είναι πιο κοντά στην καθημερινότητα και όχι κάτι απόκοσμο και φανταστικό. Παραμένει σαν μια από τις πιο επιδραστικές και αξιοσέβαστες ταινίες τρόμου όλων των εποχών και σήμερα «αναπαύεται» μετά δόξης στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης για την πολιτιστική της σημασία. Κυρίως όμως, «αναπαύεται» βαθιά στη συνείδηση του κόσμου και παρόλο που έχει περάσει μισός αιώνας από την πρώτη του προβολή, κάθε φορά που το βλέπεις η ανατριχίλα και ο τρόμος επανέρχονται το ίδιο έντονα όσο την πρώτη φορά ακούγοντας τη φωνή του γυαλάκια και πολύ σύντομα νεκροζώντανου Johnny να λέει σαδιστικά στην αδελφή του: «They’re coming to get you Barbra… Τhey’re coming for you…»





image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 
image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξην και καθ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 
 

FEATURED VIDEOS

  • 1